Category Archives: Αυτο-οργάνωση

Θέατρο κούκλας από το θέατρο ΑΝΑΠΟΔΑ ”ΚΟΣΚΙΝΟΑΡΜΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΗ”, Πέμπτη 23/07/2020, στις 21:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Η παράσταση «ΚοσκινοAρμενίζοντας τη Γη» είναι ένα έργο κούκλας και αντικειμένων του Θεάτρου Ανάποδα εμπνευσμένο από την nonsense ποίηση του Edward Lear.

Ένα σύνολο από ά-νοητες διασκεδαστικές ρίμες που ανακατεύουν όλες μας τις αισθήσεις, τις κάνουν δείπνο με κιμά και  φέτες  κυδωνιού, τις τυλίγουν σε ροζ χαρτί, τις βάζουν σε πήλινο σκεύος και τις αφήνουν να ταξιδέψουν σε θάλασσες  μακρινές και σε δεντροσκέπαστες ακτές εκεί όπου φυτρώνουν τεράστιες κολοκυθιές και καρέκλες ξεχωριστές!.

Το Θέατρο Ανάποδα παίζει με τα θέματα ποιημάτων του σημαντικότερου συγγραφέα παραδοξολογημάτων της Βικτοριανής εποχής, συνθέτοντας ένα διασκεδαστικό ταξίδι στα μακρινά μέρη όπου οι μπερδεμένοι ζουν. Οι παράξενοι αυτοί ταξιδιώτες, μαζί με τους θεούς τους γνωστοί ως Φυρδημιγδοί, μεταμορφώνουν τον σκηνικό χώρο συνοδεία μουσικής και τραγουδιού βουτώντας σε τέσσερις θαλασσινές ιστορίες. Η Γλαυξ και η Ψιψίνα χορεύουν στην φεγγαρόλουστη αχτή ενώ ο Γιόγκι Μπόγκι Μπο καβάλα στη χελώνα φεύγει για τις νήσους Μποσανόνα, το Πόμπλ ψάχνει ψάρια για να ταΐσει της θειάς του τη γάτα και οι Φυρδημιγδοί μπερδεμένοι αρμενίζουν με πλοίο ένα κόσκινο ναι!

Προβολή της ταινίας ”THE PATIENCE STONE”, Τρίτη 21/07/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Η Πέτρα της Υπομονής

Syngué Sabour The Patience Stone

Ατίκ Ραχίμι

Bασισμένη στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημά του Ατίκ Ραχίμι, η ταινία ξετυλίγεται σαν μία βραδυφλεγής και αποκαλυπτική εξομολόγηση της Γυναίκας κάτω από την μπούρκα προς τον άντρα της αλλά και τη Δύση.

Βόμβες ταράζουν τη γειτονιά της. Αντάρτες σε ταράτσες σπείρουν τον πανικό και σφαίρες πολυβόλων στην αυλή της. Εισβολείς απειλούν με λεηλασία και θάνατο την καθημερινότητά της. Όμως εκείνη έχει άλλη αποστολή, πέρα από την επιβίωση. Να φροντίζει στοργικά τον σύζυγό της ο οποίος, μετά από μία αναμέτρηση, βρέθηκε με μία σφαίρα στον αυχένα να φυτοζωεί σε κωματώδη κατάσταση. Είναι μία νέα, όμορφη γυναίκα – εντελώς μόνη. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο μικρά της κοριτσάκια, ο άντρας της μοιάζει το μοναδικό της στήριγμα, η μοναδική οικογένειά της. Οι δυο τους τώρα, ξεχασμένοι από συντρόφους και συγγενείς, σ’ αυτό το φτωχικό καμαράκι που σείεται από τον εξωτερικό πόλεμο, έχουν πολλά να πουν. Ή μάλλον εκείνος στέκεται βουβός, ακίνητος παρατηρητής, όσο εκείνη διηγείται τα 10 χρόνια γάμου τους, όπως πραγματικά τα έζησε. Με όλα τα μυστικά και τα ψέματα. Όλα τα βάσανα, τις απογοητεύσεις, την απελπισία. Ο άντρας της θα γίνει για εκείνη «η πέτρα της υπομονής» της, μια μαγική πέτρα που σύμφωνα με την Περσική μυθολογία απορροφά τον πόνο του ανθρώπου που τα εξομολογείται, μέχρι την μέρα που σπάει, εξαφανίζοντας όλα όσα τον βασανίζουν.

Ο Ατίκ Ραχίμι δεν βιάζεται να ξετυλίξει την ιστορία του. Απαιτεί και την δική μας υπομονή, όσο δοκιμάζει αυτή της ηρωίδας του. Πρέπει να νιώσουμε στο πετσί μας, μέσα από το χτίσιμο μικρών σκηνών, τα στενά περιθώρια, την εγγενή καταπίεση, τον θρησκευτικό χαλκά, τον πολιτισμικό κλοιό που εγκλωβίζει και καταλήγει να χαρακτηρίζει αυτή την γυναίκα. Αυτή τη χώρα. Ούτε που βρισκόμαστε γεωγραφικά αποκαλύπτει (έχει πράγματι σημασία;), ούτε το όνομα της ηρωίδας του μαθαίνουμε. Σαν η κάμερα να έχει τρυπώσει τυχαία σ’ αυτό το σπίτι. Θα μπορούσε να είχε μπει από το διπλανό παράθυρο, σε μία άλλη κάμαρα, κάτω από την μπούρκα και το πετσί μίας άλλης κόρης, συζύγου, αδελφής.

Με όπλο του ένα πολύ δυνατό και απρόσμενα τολμηρό κείμενο, αλλά και την γεμάτη ενέργεια, μαγνητική πρωταγωνίστριά του, ο Ραχίμι πυροδοτεί την οθόνη με έναν εξομολογητικό μονόλογο που σταδιακά μεταμορφώνεται από απελπισμένο μοιρολόι σε εμπρηστικό, σχεδόν φεμινιστικό, μανιφέστο.

Η Γυναίκα του Ισλάμ που μεγάλωσε με βίαιους πατέρες, την πάντρεψαν με αντίστοιχα αγροίκους συζύγους, την απείλησαν πεθερές με διωγμό αν δεν παρήγαγε παιδιά, της στέρησαν τον αέρα, την ελευθερία, τον οργασμό – τώρα θα ξυπνήσει. Όσο ο μουσουλμάνος άντρας βρίσκεται σε κώμα, εκείνη ξεκινά να τον σοκάρει, προσπαθώντας να τον επαναφέρει στη ζωή με ηλεκτρισμένες, παράτολμες αποκαλύψεις, σκέψεις, πράξεις, το πραγματικό παρελθόν της (τους).

Το πολιτικό κείμενο του Ραχίμι λειτουργεί γιατί δεν καταφεύγει σε εύκολους μελοδραματισμούς ή επαναστατικές κορώνες. Παρακολουθούμε μαγνητισμένοι το προσωπικό δράμα να συμβολίζει το κοινωνικό, μέσα από μία ανθρώπινη ιστορία και έναν συγκινητικό λυρισμό που δε χρειάζεται περιττές υπογραμμίσεις. Η ίδια η ηρωίδα δεν απορρίπτει (γιατί δεν μπορεί) το περιβάλλον που μεγάλωσε και ζει. Με έναν βαθιά ειρωνικό τρόπο, οι εξομολογήσεις της θέλουν να ξυπνήσουν τον σύζυγό της, να τον φέρουν ξανά πίσω στη ζωή. Γιατί έτσι προστάζει ο Προφήτης.

Ταυτόχρονα όμως την βλέπουμε να σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας – κομμάτι κομμάτι. Μέσα από το λόγο της το βλέμμα της παίρνει φωτιά, λύνει τα μαλλιά της, βάφει τα χείλη της, μεταμορφώνεται από αραχνοϋφαντο σκεπασμένο φάντασμα σε κορμί με σάρκα, αισθήσεις, ανάγκες. Ακόμα ανίσχυρη, αλλά τόσο δυνατή. Τόσο στωική, τόσο απαραίτητη.

Τελικά τόσο η πέτρα, όσο και η ίδια η υπομονή είναι τυχαία γένος θηλυκού;

Προβολή της ταινίας ”THE GENTLEMEN”, Τρίτη 14/07/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Εάν «Ο Ιρλανδός» ήταν το αποχαιρετιστήριο magnum opus του Μάρτιν Σκορσέζε στο γκανγκστερικό είδος, τότε ο Γκάι Ρίτσι με το «The Gentlemen» προσπαθεί να οργανώσει το δικό του… πάρτι απολογισμού στο genre που τον έκανε διάσημο 20 χρόνια πριν, γεμάτο πισωμαχαιρώματα, ποτά και φυσικά πολλά ναρκωτικά.

Από την πρώτη κιόλας σκηνή της νέας ταινίας του Ρίτσι ο Μίκι Πίρσον, ένας Μάθιου ΜακΚόναχεϊ ντυμένος στη τρίχα, μπαίνει σε μια παμπ, παραγγέλνει ένα αυγό τουρσί και την αγαπημένη του μπύρα σε pint, της οποίας το όνομα είναι «Gritchie», και κάθεται στο αγαπημένο του τραπέζι λέγοντας πως «στη ζούγκλα ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει ένα λιοντάρι δεν είναι να το παίζει βασιλιάς αλλά να δείχνει πως είναι Ο Βασιλιάς», καθώς οι πρώτες νότες από το «Cumberland Gap» του Ντέιβιντ Ρόλινγκς αρχίζουν να παίζουν στο jukebox.

Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Γκάι Ρίτσι, ο Βρετανός Κουέντιν Ταραντίνο όπως τον είχαν χαρακτηρίσει στα πρώτα του βήματα, επιλέγει να δείξει πως με το «The Gentlemen» ο «βασιλιάς» του είδους επιστρέφει στις ρίζες του, παίζει ξανά με τους δικούς του όρους στο δικό του γήπεδο σε ένα σύμπαν γεμάτο από καλοντυμένους μαφιόζους, cockney μικροκλέφτες και χασικλήδες γόνους καλών οικογενειών όπου οι βρισιές είναι το μοναδικές εκφράσεις στο λεξιλόγιό τους και η φούντα το μόνο χρήμα.

Με μια πρώτη ματιά η ιστορία μοιάζει αρκετά απλή – για έναν Αμερικανό έμπορο ναρκωτικών (Μάθιου ΜακΚόναχι) που έχει χτίσει την αυτοκρατορία του στο Λονδίνο, και πλέον θέλει να παραδώσει τα ηνία και να επιστρέψει στην πατρίδα του – σαν αυτή που θα άκουγες κάποιο βράδυ από ένα μισομεθυσμένο θαμώνα μέσα σε μια γεμάτη από κάπνα παμπ, ο οποίος την γεμίζει από υπερβολές και αρκετές δόσεις φαντασίας για να την κάνει ενδιαφέρουσα. Κι εσύ, ενώ ξέρεις πως τα περισσότερα από αυτά είναι τρίχες, απολαμβάνεις κάθε λέξη και περιγραφή της. Και εδώ ο αφηγητής αυτός είναι ο Φλέτσερ (ένας πραγματικά υπέροχος Χιού Γκραντ), ιδιωτικός ντετέκτιβ που δουλεύει για τα ταμπλόιντ, ο οποίος εξιστορεί όσα έχουν συμβεί στο δεξί χέρι του Πίρσον, τον Ρέι (Τσάρλι Χάναμ), σε μορφή σεναρίου ταινίας, για να τον εκβιάσει.

Ναι, στυλιστικά τουλάχιστον όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσε να πει κανείς πως ορίζουν μια ταινία του Ρίτσι είναι εδώ: το γρήγορο μοντάζ, τα ενορχηστρωμένα του πλάνα υπό την υπόκρουση ενός πορωτικού soundtrack, οι διάφορες πλοκές, γεμάτες από πολύχρωμους χαρακτήρες, που ενώνονται μεταξύ τους. Γρήγορα η ταινία αρχίζει να δείχνει σαν τις παλιές κλασσικές 90s ταινίες του ίδιου του Ρίτσι, μόνο που αυτή τη φορά το τσιγαριλίκι που έχει στρίψει ο ίδιος δείχνει τόσο γνώριμο, κι ενώ έχει όλα τα γνωστά καλά συστατικά, δεν είναι τόσο δυνατό έτσι ώστε να σε τριπάρει μέσα στον κόσμο που προσπαθεί να χτίσει.

Μπορεί με τις τελευταίες του ταινίες το στυλ του Ρίτσι να δείχνει λίγο πιο εκλεπτυσμένο, αλλά εδώ το χιούμορ του παραμένει το ίδιο «ανώριμο» λες και δεν μεγάλωσε ούτε μια μέρα από την πρώτη του ταινία, στηρίζοντας το σε πολλές βρισιές και γεμίζοντάς το από ρατσιστικά μέχρι και ομοφοβικά αστεία τα οποία, αν και κάποια βρίσκουν το στόχο τους, κυρίως λόγω της προσδοκίας αυτοί οι ήρωες να μην έχουν ιερό και όσιο, τα περισσότερα από αυτά σε αφήνουν παγερά αδιάφορο.

Ευτυχώς το ίδιο δεν θα μπορούσε όμως να πει κάποιος και για τις ερμηνείες. Ο Ρίτσι έχει μαζέψει ένα πραγματικά αξιοζήλευτο ανδρικό καστ οι οποίοι όλοι τους λάμπουν, αν και ίσως κάποιοι λίγο παραπάνω από τους υπόλοιπους όπως ο Γκραντ και ο Κόλιν Φάρελ σε έναν μικρό ρόλο του Κόουτς ο οποίος, μέσα στην καρικατούρα των κλασσικών χαρακτήρων των ταινιών, είναι ένας από τους καλύτερους και πιο αστείους εκεί μέσα, ενώ είναι ευχάριστο να βλέπεις την Μισέλ Ντόκερι να αφήνει τους τοίχους του «Πύργου του Ντάουντον» και να γίνεται βασίλισσα του εγκλήματος δίπλα στον Πίρσον του ΜακΚόναχεϊ.

Το «The Gentlemen» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «επιστροφή στη φόρμα» για τον Γκάι Ρίτσι, παρόλο που δείχνει σαν να έχει χάσει κάπως την φρεσκάδα και τον δυναμισμό του. Δεν παύει όμως να είναι ίσως μια από τις πιο διασκεδαστικές ταινίες που έχουμε δει από τον ίδιο τα τελευταία χρόνια, η οποία σίγουρα θα παρασύρει το κοινό της πίσω στα παλιά και γνώριμα του λημέρια. Γιατί, όπως λέει και ο χαρακτήρας της Ντόκερι, «fuckery is a foot.»

Προβολή της ταινίας ”QUEEN AND SLIM”, Τρίτη 07/07/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Queen And Slim

Mία αφροαμερικανίδα γυναίκα και ένας αφροαμερικάνος άντρας μετά από ένα αξέχαστο πρώτο ραντεβού στο Ohio, εμπλέκονται σε μια μικροσυμπλοκή. Η κατάσταση ξεφεύγει και τα γεγονότα γίνονται πολύ τραγικά, όταν ο άντρας σκοτώνει έναν αστυνομικό, ευρισκόμενος σε αυτοάμυνα. Φοβούμενοι για τις ζωές τους, ο άντρας και η γυναίκα αποφασίζουν να το σκάσουν. Ωστόσο, το γεγονός έχει αποτυπωθεί σε ένα βιντεάκι, το οποίο γίνεται viral και έρχεται μια σειρά από καταστάσεις που θα επηρεάσουν τις ζωές τους.

Πραγματικά είναι μερικές ταινίες που δεν περιμένεις να σε εντυπωσιάσουν και φυσικά δεν έχουν ακουστεί όσο θα έπρεπε στην Ελλάδα. Και ενώ υπάρχει μεν σημαντικό κοινό που βλέπει ανεξάρτητες ταινίες και τις στηρίζει, εστιάζουμε περισσότερο σε πιο “εμπορικές” ταινίες.

Η ταινία Queen And Slim είναι γυρισμένη με απλό τρόπο και ταυτόχρονα ανατρεπτικό τρόπο, με τον σκηνοθέτη να εστιάζει σε μερικά επίκαιρα θέματα μέσα από τον χώρο της φυλακής, σε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.

Δεν μιλάμε για κάτι “συνηθισμένο” για τον μη μυημένο θεατή, ωστόσο είναι γυρισμένη με απλό τρόπο και ταυτόχρονα εντυπωσιακό τρόπο, χωρίς υπερβολές. Λείπουν πολύ τέτοιες ταινίες, πόσο μάλλον από τις αίθουσες στην χώρα μας.

Πραγματικά αποδεικνύεται ότι σε πολλές ταινίες δεν χρειάζονται φανφάρες απλά να δίνεις την δική σου ταυτότητα, με το Queen And Slim να καταφέρνει πολλά πράγματα μέσα από τις εικόνες και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Η ταινία Queen And Slim εστιάζει στον άνθρωπο και τα προβλήματα του, σε μια ταινία χωρίς μεμψιμοιρίες και σκεπτικισμό, ενώ το σημαντικότερο είναι πως το κάνει με περιορισμένα κλισέ και δίνει μια άλλη οπτική σε θέματα που είναι αν μη τι άλλο πολύ σημαντικά.

Καταρχήν, με βάση την θεματολογία της ταινίας και το γενικότερο στόρι με βάση και τα μηνύματα που θέλει να περάσει, θα ήταν πολύ εύκολο να επιλέξει τον εύκολο δρόμο, ωστόσο (με μερικά ψεγάδια) δίνει μια διαφορετική ματιά.

Υπάρχουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πινελιές στον χαρακτήρα αλλά και τον περίγυρο του, πολυποίκιλες αναφορές σε θέματα ευρύτερης προσέγγισης και γενικότερα μια αντισυμβατική σκηνοθεσία που σε κάνει να ταυτίζεσαι με όσα γίνονται.

Η ταινία Queen And Slim ποτέ δεν προβοκάρει όπως μπορεί να έκανε κάποια αντίστοιχη, ούτε επιλέγει τον εύκολο δρόμο, ενώ δεν έχει και πολλές ενδιαφέρουσες καταστάσεις και κάτι το οποίο πάντα σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, τα οποία φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε.

Ακόμα και σε λίγες σκηνές που μοιάζει στατική (δεν επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα) είναι πρωτότυπη με τον τρόπο της, ενδιαφέρουσα και μάλιστα προσφέρει κάτι στον θεατή χωρίς να είναι δήθεν, αλλά προτάσσει μια νέα μορφή που δεν έχουμε ξαναδει και ένα road movie που σε συνεπαίρνει στο διάβα του.

To Queen And Slim είναι μια προσεγμένη και απλή παραγωγή και γενικότερα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στον τρόπο που κυλάει στο σύνολο της η ταινία, ενώ όσο περνάει η ώρα εξελίσσεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Συνοψίζοντας, μιλάμε σίγουρα για μια αξιοπρόσεκτη ταινία, η οποία κακά τα ψέματα είναι μια προσπάθεια που χρειαζόμαστε για να δώσει μια άλλη οπτική, χωρίς φανφάρες και κουραστικές αναλύσεις, μέσα από μια άκρως ενδιαφέρουσα ματιά. Ένα ακόμα “διαμαντάκι” που δυστυχώς δεν είχε την ανάλογη προσοχή.