Category Archives: Προβολές

Προβολή της ταινίας ”PASOLINI”, Δευτέρα 16/03/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Παζολίνι

Pasolini

του Εϊμπελ Φεράρα

Παρότι η αρχική εντύπωση ήταν ότι ο Παζολίνι κι ο Φεράρα θα προκαλέσουν έναν εκρηκτικό συνδυασμό στην οθόνη, το επιλεκτικό biopic δίνει έμφαση όχι στη δύναμη των γεγονότων αλλά στο πνεύμα του δημιουργού.

Ένας σκηνοθέτης γεμάτος εσωτερικές συγκρούσεις, με πολύκροτο πολιτικό λόγο, σεξουαλική ζωή που προκάλεσε έντονες, ως και μοιραίες αντιδράσεις στην (όχι πολύ μακρινή) εποχή της, μια προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις, ένας πολυπρισματικός καλλιτέχνης και λόγιος που συγκέντρωσε πάνω του όλη τη σοφία και τη σύγχυση του ’60 και του ’70. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι αποτελεί το αντικείμενο της νέας ταινίας του Εϊμπελ Φεράρα, του σκηνοθέτη που ακόμα και στις χειρότερες ταινίες του, ανάμεσά τους το «Welcome to New York», ποτέ δεν τράβηξε το βλέμμα από το βίαιο πάθος, το βρώμικο σκοτάδι, την ένταση, την παρακμή, το θάνατο. Κι όμως, το «Pasolini» του Φεράρα είναι η πιο εσωστρεφής, ανώδυνη, απαλή ταινία του, παρότι το θέμα της προσφέρεται για αμέτρητες προεκτάσεις.

Η ταινία συναντά τον Παζολίνι λίγο μετά τα γυρίσματα του «Σαλό» – είναι ήδη διάσημος, αναγνωρισμένος ως ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους του σύγχρονου πνεύματος. Το φιλμ ξεκινά με σκηνές από συνεντεύξεις που δίνει ο Παζολίνι σε διαφορετικά μέσα. Εκεί φροντίζει να δηλώσει ότι τώρα, περισσότερο από ποτέ, η δράση και η τέχνη του είναι πολιτική. Και καλά που το λέει, γιατί η ταινία δεν ασχολείται λεπτό μ’ αυτήν, την τόσο σημαντική πλευρά του. Ο Παζολίνι ετοιμάζει δυο νέα έργα, τα γράφει, τα μοιράζεται, τ’ αναθεωρεί. Τα δυο αυτά έργα ζωντανεύουν στην οθόνη, το καθένα του καλύπτοντας μέρος του προφίλ του Παζολίνι και οδηγούν την ταινία.

Οι αποσπασματικές σκηνές που συνδέουν την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία αγγίζουν, ως alter ego του, τα στοιχεία της ζωής και του έργου του Παζολίνι μόνο επιδερμικά. Το φιλμ ούτε προσφέρει νέες πληροφορίες γι’ αυτόν, ούτε εμβαθύνει. Η αιχμηρή πολιτική δράση δεν επισκέπτεται καμιά σκηνή της, το σεξ, τα ψωνιστήρια, ο λανθάνων μαζοχισμός περιγράφονται, αλλά χωρίς πάθος και χωρίς κόστος.

Όσο οι γλώσσες του φιλμ μπερδεύονται, μάλλον αμήχανα, ανάμεσα στα αγγλικά και τα ιταλικά, ο Γουίλαμ Νταφόε στον κεντρικό ρόλο γνωρίζει απόλυτα τι θέλει να κάνει και το κάνει αριστοτεχνικά. Κι εκεί είναι που αποκαλύπτεται και η επιθυμία του Φεράρα. Όχι στο να σκηνοθετήσει μια ανώδυνη, χωρίς αντίκτυπο βιογραφία του Παζολίνι. Αλλά στο να παγιδεύσει κάτι από το πνεύμα του και την εποχή του, τα ταξίδια του μυαλού του και τη μελαγχολία ενός διαρκούς αγώνα, σε μια ταινία που δεν έχει, ίσως, νόημα, αλλά έχει αίσθηση και αισθητική. Στην εξαιρετική σκηνογραφία και τα κοστούμια της, στη λυρική φωτογραφία που κινείται από τη σέπια του ’70 στις νύχτες των ενοχών, σε μια αφαιρετική διατύπωση ενός αγγίγματος μιας μεγαλοφυΐας.

Ο «Παζολίνι» του Φεράρα είναι μια ταινία μάλλον ελλειπτική, μια και στην προσπάθειά της να αποδώσει το όλο, δεν επικεντρώνεται σε τίποτα. Ούτε κι ανταποκρίνεται στην πρόκληση της ανάλυσης μιας προσωπικότητας τόσο σύνθετης όσο ο Παζολίνι. Εκεί όμως που ετοιμάζεται κανείς να την απορρίψει ως αδύναμη, βαρετή, επιπόλαιη, αδιάφορη, συνειδητοποιεί τη μερική επιτυχία της: στο να μεταφέρει την υφή, εικαστική κι εγκεφαλική, ενός καλλιτέχνη που δεν ησύχασε ποτέ και που στάθηκε τόσο μπροστά από την εποχή του, ώστε να μη γίνει απόλυτα αποδεκτός ή κατανοητός ούτε καν από τους θαυμαστές και τους οικείους του. Αυτή η σκληρή μελαγχολία πιάνει τον θεατή από το λαιμό και δεν τον εγκαταλείπει εύκολα, αφήνοντάς τον να παιδευτεί μόνος του με την ουσία.

Προβολή της ταινίας ”FOR SAMA”, Δευτέρα 09/03/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

«For Sama» – Έτσι ήταν η ζωή στο Χαλέπι, καθώς έπαυε να υπάρχει

Μια σειρά από home movies της Γουαάντ αλ-Κατέμπ μετατρέπονται σ’ ένα από τα σκληρότερα ντοκουμέντα της εποχής μας.

Η Γουαάντ αλ-Κατέμπ ήταν ένα κορίτσι που, γύρω στο 2015, εγκατέλειψε τη ζωή της και την οικογένειά της στην επαρχία της Συρίας και πήγε στο Χαλέπι για να σπουδάσει. Είχε μια βιντεοκάμερα και της άρεσε να τραβά υλικό: τους φίλους της, την πόλη. Την επανάσταση κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Ασάντ, παράπλευρη δράση της Αραβικής Άνοιξης, στην οποία πήρε μέρος με σθένος και νεανικό ενθουσιασμό. Ώσπου άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες στο Χαλέπι. Η αλ-Κατέμπ εξακολούθησε να τραβάει υλικό. Τον νεαρό γιατρό-ακτιβιστή Χαζάμ που προσέφερε τις υπηρεσίες του με αυτοθυσία, τον οποίο ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε. Τη γέννηση της πρώτης τους κόρης, της Σάμα, που σημαίνει «ουρανός». Το αίμα και τα πτώματα, τις ρωσικές βόμβες, την ισοπέδωση του πρώτου τους σπιτιού, τη μετεγκατάστασή τους μέσα στο τελευταίο νοσοκομείο που απέμεινε στο Χαλέπι, εκείνο που δεν θα έπεφτε, ώσπου έπεσε. Τους φίλους τους που όλο και λιγοστεύουν, τα παιδιά, εξάχρονα κι επτάχρονα, που φέρνουν στο νοσοκομείο ετοιμοθάνατα τα μικρά αδέλφια τους, μια και οι γονείς έχουν ήδη εκλείψει. Και την πόλη, σε πανοραμική θέα, καθώς, μήνα με το μήνα, τα κτίρια αρχίζουν κι εξαφανίζονται.

Αυτό το υλικό, από τις πρώτες διαδηλώσεις στο Χαλέπι πριν τον εμφύλιο, ως την εκκένωσή του στο τέλος του 2016, η Γουαάντ αλ-Κατέμπ, με τη συνεργασία του βραβευμένου με Emmy Βρετανού Εντουαρντ Γουατς, μόνταρε σ’ ένα ντοκιμαντέρ μιάμισης ώρας, το οποίο προβλήθηκε, παρουσία τους, στο Φεστιβάλ Καννών ως Ειδική Προβολή, έχοντας ήδη προβληθεί και βραβευτεί στο SXSW και στα Hot Docs. Εκεί, ο αλ-Κατέμπ κι ο Γουατς έχουν φέρει και τη σκηνοθετική τους «παρέμβαση». Η δράση εκτυλίσσεται σε παιχνίδια του χρόνου, πισωγυρίσματα και flash backs, προκειμένου η αίσθηση της ξαφνικής απώλειας ανθρώπων και μιας ολόκληρης πόλης-χώρας-πολιτισμού. Κάποιος που δεν έχει παρακολουθήσει τον εμφύλιο της Συρίας, χάνει τον ιστορικό ειρμό – μικρό τίμημα, η κεντρική ιδέα δεν αλλάζει.

Εκτός από τις μονταζιακές επιλογές, η αλ-Κατέμπ επιλέγει να έχει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ένα δικό της voice-over. Είναι ένα κείμενο γραμμένο αφότου έχουν φύγει από το Χαλέπι, ένα νοερό γράμμα στη μικρή της κόρη, τη Σάμα, όπου της περιγράφει το υπόβαθρο όσων συμβαίνουν, μοιράζεται μαζί της φόβους αλλά και χαρές στην προσωπική της ζωή, μνημονεύει ανθρώπους και συμβάντα, αλλά και απολογείται που, τελικά και κατ’ ανάγκη, την απομάκρυνε από την πόλη που ήταν η πατρίδα τους. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία ασφαλώς γίνεται συναισθηματικά χειριστική, συνειδητά φορτισμένη, μελοδραματική – μικρό τίμημα, η κεντρική ιδέα δεν αλλάζει.

Η αξία του «For Sama» δεν είναι τόσο κινηματογραφική, όσο ιστορική. Είναι το πρώτο «επίσημο» ντοκουμέντο από τη Συρία που δείχνει όχι τον πόλεμο και το θάνατο μόνο, αλλά και τη ζωή ακριβώς πριν. Που μεταφέρει με ακρίβεια και πιστότητα, όχι μόνο τη βίαιη πανωλεθρία, αλλά και τα ρεαλιστικά αισθήματα των ανθρώπων όσο την έβλεπαν να συμβαίνει: την έκπληξη, τον τρόμο, την, τελικά, αναγκαστική αφομοίωση της φρίκης. Μέσα σε όλα τα απίστευτα που βλέπει κανείς στην ταινία, μια φράση της αλ-Κατέμπ στην αρχή των βομβαρδισμών δεν ξεπερνιέται ώρες μετά τη θέαση της: Πώς μπορεί ο υπόλοιπος κόσμος να το αφήνει να συμβαίνει αυτό; Γιατί η ιστορία είναι πολύ πρόσφατη, ακόμα και τρέχουσα και όλοι τη σχολιάσαμε και λίγοι ασχολήθηκαν με έναν κόσμο που ισοπεδώθηκε. Μεγάλο τίμημα και δεν αλλάζει.

Προβολή της ταινίας ”CORPUS CHRISTI”, Δευτέρα 02/03/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Corpus Christi

του Γιαν Κομασά

Η ταινία από την Πολωνία που έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας (Βραβείο Europa Cinemas Label στο τμήμα Giornate degli Autori), ταξίδεψε στα φεστιβάλ του κόσμου, έσπασε ρεκόρ εισιτηρίων στη χώρα της και βρίσκεται στη short list για την πεντάδα του Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

O εικοσάχρονος Ντάνιελ βιώνει πνευματική μεταμόρφωση κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο αναμορφωτήριο. Θέλει να γίνει ιερέας αλλά αυτό είναι αδύνατο εξαιτίας του ποινικού του μητρώου. Όταν τον στέλνουν να εργαστεί στο ξυλουργείο μιας κωμόπολης, κατά την άφιξή του προσποιείται τον ιερέα και καταλήγει να αναλάβει καθήκοντα στην τοπική ενορία. Η άφιξη του νεαρού χαρισματικού ιεροκήρυκα δίνει την ευκαιρία στην τοπική κοινωνία, που ταλανίζεται από ένα τραγικό συμβάν, να αποκαταστήσει την ισορροπία της.

Κινηματογραφώντας το μαγνητικό πρόσωπο του νεαρού πρωταγωνιστή Μπαρτοζ Μπελένια να ταλαντεύεται αβίαστα ανάμεσα στο σκοτάδι ενός «εγκληματία» και το φως ενός «αγίου», το φιλμ του Γιαν Κομασά μοιάζει να κερδίζει εξ αρχής ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην προσπάθειά του να αφηγηθεί μια ιστορία που εύκολα θα μπορούσε να ξεφύγει στην υπερβολή, την φάρσα ή τον μελοδραματισμό. Όμως το «Corpus Christi» κατορθώνει να συνθέσει μια τονική πολυφωνία σε ένα φιλμ στο οποίο η απειλή (ή έκφραση) της βίας κατορθώνει να συνυπάρχει με την πνευματικότητα, το χιούμορ με τον κυνισμό και ο ρεαλισμός με μια αδιόρατη αίσθηση του υπερβατικού.

Βασισμένο σε αληθινά στοιχεία, που όμως όπως κι ο ήρωάς του ενδύονται ξεκάθαρα την μυθοπλασία, το φιλμ, χρησιμοποιεί την παραβολή με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η θρησκεία, προκειμένου να εξετάσει την ανθρώπινη φύση και να μιλήσει φυσικά για την πίστη και την ρευστή της φύση, για τον τρόπο που η εγγύτητα στον θεό «εξαργυρώνεται», ή χρησιμοποιείται, αλλά και για τις «αμαρτίες», την «τιμωρία», το δικαίωμα στις δεύτερες ευκαιρίες, τη συγχώρεση και το πως ποτέ τα ράσα -κυριολεκτικά- δεν κάνουν τον παπά.

Έχοντας στο κέντρο του έναν ελκυστικό μα πάντα αμφίσημο χαρακτήρα, αλλά χτίζοντας με προσοχή και λεπτομέρειες τον μικρόκοσμο στον οποίο ανά πάσα στιγμή κινείται (από το αναμορφωτήριο, έως την ενορία του), η ταινία κατορθώνει να σε οδηγεί σε ένα συναισθηματικό και πνευματικό ταξίδι που δεν σου επιτρέπει ποτέ να επαναπαυθείς στην βεβαιότητα μιας προκαθορισμένης διαδρομής, ούτε προσφέρει βολικές κι εύκολες απαντήσεις. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει την τρυφερή αλλά και σκληρή ταυτόχρονα ταινία του Κομασά, τόσο απροσδόκητα γοητευτική, και τόσο προσηλωμένη στο ατελές, τσαλακωμένο, προβληματικό μέτρο του ανθρώπινου.