Αντιρρησίας Συνείδησης

Hacksaw Ridge

του Μελ Γκίμπσον

Θεαματικές σκηνές δράσεις, στιγμές που προσφέρουν πηγαία συγκίνηση και μια δυνατή προσωπική ιστορία που αποδεικνύει πως η επιμονή στις ηθικές αξίες μπορεί να σώσει – κυριολεκτικά – ζωές επιβεβαιώνουν χωρίς αμφιβολία πως ο Μελ Γκίμπσον ακόμα γνωρίζει πώς να προσφέρει γνήσια, απολαυστική κινηματογραφική ψυχαγωγία.

Ο Ντος κατά την διάρκεια της μάχης Οκινάουα, μίας από τις πιο αιματηρές του Β’ παγκοσμίου πολέμου, έσωσε πάνω από 75 άντρες χωρίς να ανοίξει πυρ ή έστω να φέρει όπλο. Ήταν ο μόνος Αμερικανός στρατιώτης του Β παγκοσμίου πολέμου που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των μαχών και πρόσφερε τα μέγιστα χωρίς να φέρει οπλικό εξοπλισμό αφού είχε την πεποίθηση ότι ακόμα και ο πόλεμος δεν δικαιολογεί τους σκοτωμούς. Πρόσφερε ιατρικές υπηρεσίες στον στρατό μεταφέροντας τους τραυματισμένους από τις γραμμές του εχθρού ενώ βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με πυρά και τραυματίστηκε σοβαρά από χειροβομβίδα.

Είναι πολύ εύκολο να απορρίψει κανείς με την πρώτη τον «Αντιρρησία Συνείδησης» κολλώντας του τον χαρακτηρισμό «αμερικανιά». Η ταινία και έχει την καλογυαλισμένη όψη ενός χολιγουντιανού έπους και υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία τις ηθικές αξίες του πρωταγωνιστή της και χαιρετάει την πίστη στο αμερικανικό έθνος, όπως και το καθήκον του κάθε πολίτη να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Ταυτόχρονα, όμως, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός την αδικεί αμέσως καθώς ακαριαία ισοπεδώνει όλα της τα προτερήματα, προτιμώντας να παραμείνει μόνο στην επιφάνεια. Γιατί απλά ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» είναι μια ταινία φτιαγμένη με τους κανόνες του παλιού Χόλιγουντ και, ακόμα κι αν ο πατριωτισμός της μπορεί κατά στιγμές να γίνεται κόκκινο πανί για τον μέσο Ευρωπαίο θεατή, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς την μαεστρία με την οποία είναι από την αρχή φτιαγμένη καθώς και το πόσο αποτελεσματική είναι στην άντληση του συναισθήματος από τον θεατή.

Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνά κανείς το σκηνοθετικό παρελθόν του Μελ Γκίμπσον. Ο Γκίμπσον είναι ένας σκηνοθέτης που αγαπά την τραχύτητα, που κινηματογραφεί την ίδια την ενέργεια, που πολλές φορές γκρεμίζεται κάτω από τις υπέρμετρες φιλοδοξίες του. Ο Μελ Γκίμπσον μπορεί να είναι ο σκηνοθέτης του «Apocalypto» αλλά είναι και ο σκηνοθέτης του «Braveheart», ένας δημιουργός που αγκαλιάζει τη βία στην εικονογραφία του και που στόχο έχει να κάνει τον θεατή του μέρος της δράσης και να τον βυθίσει στο επίκεντρο μιας συναισθηματικής δίνης, είτε αυτή αφορά την αγωνία και την συγκίνηση είτε, αντιθέτως, φλερτάρει με την αηδία και την αποστροφή.

Ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» έρχεται δέκα χρόνια μετά το «Apocalypto» και δώδεκα μετά τα «Πάθη του Χριστού», μόνο που εδώ η φρίκη της ιστορίας δεν αφορά το παρελθόν της κεντρικής Αμερικής ή το σκοτεινό κομμάτι της «πιο σημαντικής ιστορίας που ειπώθηκε ποτέ» αλλά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ιστορία του πρώτου αντιρρησία συνείδησης στην ιστορία της Αμερικής που τιμήθηκε με το μετάλλιο της τιμής για την σωτηρία πάνω από 75 αντρών κατά την διάρκεια της μάχης της Οκινάουα, μίας από τις πιο αιματηρές του Β’ παγκοσμίου πολέμου, χωρίς να ανοίξει πυρ ή έστω να φέρει όπλο.

Το πρώτο μισό της ταινίας, ακολουθεί τις δυσκολίες που συνάντησε ο Ντος στην προσπάθειά του να παραμείνει σταθερός στις αρχές του (για εκείνον, ο θάνατος στον πόλεμο ήταν εξίσου φόνος και υποστήριζε πως το σώμα του αντιδρά στο όπλο σαν να ήταν αλλεργικό απέναντί του) σε συνάρτηση με τους γονείς του, την αρραβωνιαστικιά του και στην συνέχεια με τους συφάνταρούς του. Το δεύτερο μισό αντιθέτως είναι εκείνο που βουτά στην κόλαση του πολέμου, που δανείζεται στοιχεία από την «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» και που θυμίζει σε όλους τι εστί ο παλιός, καλός σκηνοθέτης Μελ Γκίμπσον.

Γιατί ο Γκίμπσον δε χάνει ποτέ τον προσανατολισμό του μέσα στην φασαρία του πολέμου, ούτε σταματάει στιγμή να δίνει σημασία στην τοπογραφία της μάχης. Κάθε στιγμή, είναι απόλυτα κατανοητό το τι γίνεται, είναι απόλυτα σαφές σε ποιο σημείο κινούνται οι αντίπαλες στρατιωτικές δυνάμεις, είναι εμφανές ποιος προχωρά και ποιος οπισθοδρομεί. Η αφήγηση της μάχης έχει ροή, έχει αρχή, μέση και τέλος και οι ακρωτηριασμένοι στρατιώτες ή τα φλεγόμενα πτώματα δεν είναι απλά παράγοντες του σοκ αλλά οργανικά στοιχεία της εξιστόρησης. Στον «Αντιρρησία Συνείδησης» ο Μελ Γκίμπσον βρίσκεται στα καλύτερά του, σπρώχνει την ένταση στα άκρα και διατηρεί την προσοχή του κοινού μέχρι το τέλος όχι κάνοντας φτηνά κόλπα εντυπωσιασμού, απλά λέγοντας με τον ιδανικό τρόπο την ιστορία του, προσφέροντάς της μια επική διάσταση και αναγνωρίζοντας χωρίς υποκρισία την σκοτεινή πλευρά της.

Δύο στοιχεία αποδεικνύονται ιδιαίτερα καθοριστικά για την επιτυχία του εγχειρήματος. Από την μία πλευρά, ο Αντριου Γκάρφιλντ αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο ικανός είναι στην δημιουργία συμπαθητικών προσωπικοτήτων στο σινεμά. Το χαμόγελο του Ντος και η γενικότερη ευγενή του αύρα προσφέρουν μερικά πολυπόθητα διαλείμματα στις καταιγιστικές σκηνές του πολέμου, ακόμα και όταν γύρω τα πάντα φλέγονται σαν να βρισκόμαστε σε μια επίγεια κόλαση. Επιπλέον, η έμφαση στην εξερεύνηση του χαρακτήρα του και η συνεχής αναζήτηση της «σωτηρίας» και της «επιβίωσης» προσφέρουν έναν ηθικό κορμό που ξεπερνά τον υπέρμετρο (κατά στιγμές) πατριωτισμό και το γεγονός ότι, ουσιαστικά, οι Ιάπωνες αποτελούν έναν απλό απρόσωπο κακό στην αφήγηση.

Το δεύτερο στοιχείο που κάνει την διαφορά είναι το ίδιο το προσωπικό όραμα του Γκίμπσον. Ο «Αντιρρησίας συνείδησης» μπορεί να μοιάζει με «αμερικανιά» είναι όμως φτιαγμένος έξω από τον μηχανισμό του Χόλιγουντ (οι Χιούγκο Γουίβινγκ, Τερέσα Πάλμερ και Σαμ Γουόρθινγκτον είναι μόνο λίγοι από τους άπειρους Αυστραλούς συντελεστές του καστ) με βάση μόνο το τι έχει στο μυαλό του ο Γκίμπσον ως απαραίτητο για την αποτύπωση της ιστορίας στο πανί. Η ταινία είναι ένα παθιασμένο, προσωπικό όραμα ενός σκηνοθέτη που ξέρει να παίζει στη μεγάλη κατηγορία ακόμα και αν η κατηγορία αυτή τον έχει κατατάξει στους ανεπιθύμητους. Για αυτό και η ταινία είναι δείγμα ενός καλογυαλισμένου σινεμά που σέβεται τον θεατή και κάνει συνεχώς την καρδιά να χτυπάει δυνατά. Φυσικά και ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» δεν είναι τέλειος. Εξάλλου, πέρα από τον χαρακτήρα του Ντος, οι υπόλοιποι ήρωες είναι μάλλον σχηματικά ανεπτυγμένοι και το πρώτο μισό της ιστορίας φλερτάρει επικίνδυνα με το μελόδραμα. Σαν σύνολο όμως η αφήγηση είναι εντυπωσιακά ειλικρινής και αυτό συγχωρεί στην ταινία σχεδόν τα πάντα.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”HACKSAW RIDGE (Αντιρρησίας Συνείδησης)”, Δευτέρα 12/11/2018, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Bad Boy Bubby (1993, Rolf de Heer)

Ηθοποιοί: Nicholas Hope, Claire Benito, Ralph Cotterill, Syd Brisbane, Carmel Johnson

Υπόθεση: Ο Bubby είναι ένας 35χρονος άντρας, που η ασταθής, αυταρχική και θρησκόληπτη μητέρα του κρατά σκλαβωμένο μέσα στο σπίτι τους. Ο Bubby δεν έχει δει ποτέ το φως του ήλιου, αφού η μητέρα του τον έχει πείσει ότι ο εξωτερικός αέρας είναι δηλητηριώδης. Ο Bubby, που συναισθηματικά και πνευματικά βρίσκεται ακόμη στην παιδική ηλικία, μοιράζεται τα πάντα με την μητέρα του, η οποία τον κακοποιεί σωματικά και σεξουαλικά. Όταν τελικά καταφέρνει να φύγει από το σπίτι του, καταλήγει στους δρόμους, αντιμετωπίζει τη βιαιότητα του έξω κόσμου, επιδιώκοντας την προσωπική του λύτρωση.

 

Το Bad Boy Bubby είναι μια κατάμαυρη ιλαροτραγωδία, σκηνοθετημένη από τον Αυστραλό Rolf de Heer, η οποία εξαιτίας της αμφιλεγόμενης θεματικής της βάσης και μερικών ιδιαίτερων ενοχλητικών σκηνών δεν κατάφερε να βρει διανομή σε αρκετές χώρες. Το Bad Boy Bubby είναι ταυτόχρονα εξωφρενικό, ξεκαρδιστικό, προσβλητικό, βάναυσο, σκοτεινό, ωμό, ακατέργαστο, βέβηλο και δύσπεπτο, μια αρκετά προκλητική ταινία που καταφέρνει να συνδυάσει την ασχήμια με την ομορφιά και την απόλυτη διαφθορά με την πνευματική υπέρβαση. Από την κριτική των φανατικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, της οργανωμένης θρησκείας μέχρι και την επίθεση στον τρόπο λειτουργίας της βιομηχανίας του θεάματος και την εκμετάλλευση των γυναικών, το Bad Boy Bubby είναι τολμηρό, βλάσφημο, σκληρό και αστείο. Η συγκεκριμένη ταινία είναι αρκετά σκληρή και προκλητική και ενδέχεται να προσβάλει αρκετούς θεατές, οι οποίοι στο πρώτο 20λεπτο βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα απίστευτο μπαράζ σκληρότητας, κακοποίησης, αιμομιξίας, παρακμής και βίας απέναντι σε ζώα, μέσα σε ένα παρακμιακό, γκροτέσκο περιβάλλον που μυρίζει σήψη και αποσάθρωση. Η περιήγηση του Buddy στον έξω κόσμο, έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνει, αποκτά τη διάσταση μιας υπαρξιακής οδύσσειας μέσα στη βία, την ανέχεια, την υποτίμηση, η οποία θα οδηγήσει στην αναζήτηση της προσωπικής λύτρωσης μέσα από πατροκτονικές τάσεις. Από το σκοτεινό, κλειστοφοβικό κλίμα του εσωτερικού του σπιτιού του, σταδιακά ο σκηνοθέτης αλλάζει τους τόνους προς το φωτεινότερο, με αποτέλεσμα η έκθεση του Buddy στον έξω κόσμο να διακρίνεται από μια εξωτική πολυχρωμία. Τα αισθήματα παίζουν ανάμεσα στη μελαγχολία, τη συγκίνηση και την πεσιμιστική διάθεση, με τον de Heer να εμμένει στο προκλητικό, κυνικό, σκληρό του ύφος, αφήνοντας όμως να φανεί ένας πιο ανθρώπινος πυρήνας στο κέντρο της ιστορίας. Αν και οι συνθήκες που περιγράφει η ταινία, απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν ρεαλιστικές, το Bad Boy Buddy έχει μια συναισθηματική αλήθεια και μια πρωτόγονη ειλικρίνεια. Ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής της επιτυχίας, η ταινία το οφείλει στην εκπληκτική ερμηνεία του Nicholas Hope, στον ρόλο του κοινωνικά απροσάρμοστου Buddy, ο οποίος καταφέρνει να παρουσιάσει τέλεια το μείγμα αθωότητας και απειλής του χαρακτήρα. To Bad Boy Buddy είναι μια έντονη, ανατρεπτική κινηματογραφική εμπειρία που προκαλεί τον θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”BAD BOY BUBBY”, Δευτέρα 05/11/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

 

Comments Off on ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ CINE ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΣΤΙΣ 21:30

“Έρωτας και Επανάσταση”: Γαλλική ταινία για το Κράτος των Εξαρχείων με… guest star τον “Ρουβίκωνα”

Πάρα πολλές είναι οι προβολές στο Youtube της Γαλλικής ταινίας “Έρωτας και Επανάσταση”(L’Amour et La Revolution) των Maud & Yannis Youlountas.

Η ταινία καταγράφει με ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ματιά την σημερινή κατάσταση του Ελληνικού Αναρχικού Κινήματος κάνοντας (υποχρεωτικά) focus στην Πλατεία Εξαρχείων και στο… αυτόνομο “Κράτους του Εξαρχιστάν”.

Παρουσιάζει ιστορίες μεταναστών, τις δράσεις των ομάδων αλληλεγγύης σε Αθήνα και νησιά, αλλά και ενέργειες ακτιβισμού που έχουν να κάνουν με το Αεροδρόμιο Καστελίου, τους πλειστηριασμούς στη Θεσσαλονίκη κ.λ.π.

Από μια τέτοια ταινία προφανώς δεν θα μπορούσε να έλειπε και ο “Ρουβίκωνας” -μετά το 54ο λεπτό της ταινίας. Ιδρυτικό στέλεχος του οποίου για δεύτερη φορά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (η πρώτη ήταν πριν από λίγες μέρες στο Ισπανόφωνο TeleSur) επιλέγει να υπερασπιστεί δημόσια και on camera τις δράσεις και τις ενέργειες του.

Επιστρέφοντας στο φίλμ “Έρωτας και Επανάσταση” παρότι επιχειρεί να εξιδανικεύσει πρακτικές που κινούνται πέρα από τα όρια της νομιμότητας, αποτελεί μια εξαιρετική καταγραφή του “παράλληλου κόσμου” των Εξωκοινοβουλευτικών Αριστερών – Αναρχικών Κινημάτων στην Ελλάδα του 2018.

Αλλά και της καθημαγμένης Ελλάδας της παρατεταμένης λιτότητας με την λάθος συνταγή, την οποία έλαχε να… ισοπεδώσει η χειρότερη Κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης, αυτή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Νομίζουμε πως αξίζει να την δείτε-ακόμη και όσοι θεωρείτε πως όλος αυτός ο κόσμος βρίσκεται ιδεολογικά απέναντι σας.

 

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”L’AMOUR ET LA REVOLUTION (έρωτας και επανάσταση)”, Δευτέρα 29/10/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Το «The Insult» του Ζιάντ Ντουεϊρί είναι ένα πολιτικό δράμα που δεν ξέρει τι σημαίνει λεπτότητα, ή μέτρο

Σε μια γειτονιά της Βηρυτού, ένα συνεργείο του δήμου, διορθώνει κατασκευαστικά λάθη στους δρόμους, τρύπες στο οδόστρωμα. Κάτω από το μπαλκόνι του Τόνι και της εγκύου γυναίκας του Σιρίν, ο εργοδηγός Γιασέρ θα βραχεί από τα νερά του μπαλκονιού τους και θα του ζητήσει να προσέχει και δίχως την άδειά του θα δοκιμάσει να διορθώσει την υδρορροή τους. Μόνο που στην διάρκεια αυτής της σύντομης διαδικασίας, οι δυο άντρες θα έρθουν σε αντιπαράθεση και μια προσβλητική κουβέντα του Γιασέρ προς τον Τόνι, θα γίνει η αρχή μιας αντιπαράθεσης που γρήγορα θα ξεφύγει από τον έλεγχό τους.

Η ουσία της βεβαίως βρίσκεται όχι στην ίδια την πράξη ή τα λόγια που ειπώθηκαν –και στη συνέχεια στις πράξεις που θα ακολουθήσουν- μα στην ίδια τους την ταυτότητα, στο γεγονός ότι ο Τόνι είναι χριστιανός Λιβανέζος κι ο Γιασέρ Παλαιστίνιος και στο πως ο πρώτος δεν κρύβει ιδιαίτερα την εχθρότητά του απέναντι στους Παλαιστινίους.

Και με αφορμή μερικές μόνο λέξεις, το φιλμ του Νταουεϊρί θα δοκιμάσει να μιλήσει για κάτι πολύ μεγαλύτερο για το εκρηκτικό φυλετικό και θρησκευτικό καζάνι που βράζει στην Λιβανέζικη κοινωνία αλλά κι ολόκληρη την μέση ανατολή. Μονο που ο τρόπος που θα επιλέξει να το κάνει, αρχικά σαν να αντιγράφει –μάλλον χοντροκομμένα- τις ηθικές διελκυστίνδες του σινεμά του Ασγκάρ Φαραντί και στη συνέχεια δανειζόμενος τα φτηνά κόλπα μια τηλεοπτικής δικαστικής σειράς, δείχνει τετριμμένος και υπερβολικά βαρύγδουπος.

Οι προσθέσεις μπορεί να είναι καλές και η ιδέα πως κανείς δεν έχει μονοπώλιο στην ιδιότητα του μάρτυρα εν δυνάμει αξιοσημείωτη, μα το «The Insult» είναι προφανές σε όλα όσα έχει να πει, όπως το «ο φανατισμός είναι κακός» ή «δεν είναι ντροπή να ζητάς συγνώμη» και η κινηματογραφική του γλώσσα είναι βουτηγμένη στην υπερβολή και το μελόδραμα.

Comments Off on ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ”THE INSULT”, ΔΕΥΤΕΡΑ 22/10/2018, ΣΤΙΣ 21:30, ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

Πρώτη προβολή στις 15/10/2018 ένα ντοκιμαντέρ για την εαμική αντίσταση! Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας 21:30

Με αφετηρία τις μαρτυρίες ανθρώπων που έλαβαν μέρος στην Αντίσταση, το ντοκιμαντέρ Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών επιχειρεί να ρίξει φως σε γνωστές και άγνωστες ιστορίες του αγώνα τους, όπως αυτές διαδραματίστηκαν μέσα στις συνοικίες της Αθήνας.
Από την περίοδο του λιμού του ’41-’42, τα συσσίτια των λαϊκών επιτροπών και της Εθνικής Αλληλεγγύης, τις μεγαλειώδεις πορείες ενάντια στην επιστράτευση και την κάθοδο των Βουλγάρων, τις μάχες του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στις συνοικίες, την ίδρυση του ΕΑΜ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, τις παράνομες προκηρύξεις και τα συνθήματα της ΕΠΟΝ στους τοίχους μέχρι την απελευθέρωση της Αθήνας οι πρωταγωνιστές συνθέτουν ένα μωσαϊκό εμπειριών, αγώνων και προσδοκιών για το πώς επέλεξαν να συγκρουστούν με την ηττοπάθεια και τη συνεργασία με τον ναζισμό-φασισμό.

Comments Off on ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ” ΟΙ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ”, ΔΕΥΤΕΡΑ 15/10/2018, ΣΤΙΣ 21:30, ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

 

Comments Off on ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ CINE ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΤΙΣ 21:30 ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

 


Το Sound of noise είναι μια Σουηδική ‘εγκληματική κωμωδία’ του 2010 από τον Ola Simonsson και τον Johannes Stjärne Nilsson. Είναι η ιστορία μιας ομάδας μουσικών που κάνουν τρομοκρατική επίθεση σε μια πόλη, εκτελώντας μουσική σε αντικείμενα στα διάφορα ιδρύματα της πόλης. Η ταινία αποτελεί συνέχεια της ταινίας Μιούζικαλ για ένα Διαμέρισμα και Έξι Τραγουδιστές του 2001, η οποία έγινε από τους ίδιους ανθρώπους και ακολούθησε την ίδια ιδέα. Ο τίτλος προέρχεται από το Ιταλικό φουτουριστικό μανιφέστο του 1913 Luigi Russolo «Η Τέχνη των Θορύβων

Ο αστυνομικός Amadeus Warnebring γεννήθηκε σε μια μουσική οικογένεια με μακρά ιστορία διάσημων μουσικών. Κατά ειρωνικό τρόπο, μισεί τη μουσική. Η ζωή του ρίχνεται σε χάος όταν μια μπάντα τρελών μουσικών αποφασίζει να εκτελέσει μια μουσική αποκάλυψη χρησιμοποιώντας την πόλη ως την ορχήστρα τους … Αδικαιολόγητα, ο Warnebring ξεκινά την πρώτη του μουσική έρευνα.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ‘SOUND OF NOISE’, Δευτέρα 13/8/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

 

Το Νησί των Σκύλων

Isle of Dogs

του Γουές Αντερσον

Το νέο stop-motion animation του Γουές Αντερσον – ένα απολαυστικό, πανέμορφο και καυστικά πολιτικό σχόλιο πάνω στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τα κατοικίδια της ζωής μας. Αργυρή Αρκτος Σκηνοθεσίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Η πρώτη stop motion ταινία του Γουές Αντερσον είχε ως βασικό ήρωα μια αλεπού και η δεύτερη την πιο αξιαγάπητη αγέλη σκύλων που είδαμε ποτέ στο σινεμά, σε ένα φιλμ που είναι τόσο γεμάτο από ομορφιά αλλά και σκληρότητα, υπέροχους χαρακτήρες, απολαυστικές λεπτομέρειες αλλά και πολιτικό μήνυμα. Η ιστορία του ξεκινά πίσω στην εποχή των σαμουράι με έναν πρόλογο που μιλά για το προαιώνιο μίσος της δυναστείας των Κομπαγιάσι για τους σκύλους, πριν μεταφερθεί είκοσι χρόνια στο μέλλον, στην πόλη του Μεγκασίτι, στην οποία μια επιδημία γρίπης των σκύλων έχει «αναγκάσει» τον δήμαρχο Κομπαγιάσι να εξορίσει όλα τα σκυλιά σε ένα γειτονικό νησί-σκουπιδότοπο.

Και είναι εκεί όπου ο μακρινός ανιψιός του, Ατάρι Κομπαγιάσι, θα προσγειωθεί ψάχνοντας τον αγαπημένο σκύλο-σωματοφύλακά του Βούλες, ο οποίος ήταν ο πρώτος που εκδιώχθηκε από την πόλη στο νησί. Με την βοήθεια μιας αγέλης σκυλιών που όλα ήταν κάποτε κατοικίδια εκτός από τον αδέσποτο Αρχηγό, θα διασχίσει το μήκος αυτού του τόπου εξορίας μέχρις ότου να ανακαλύψει τι συνέβη στον σκύλο του, σε ένα ταξίδι που είναι προφανώς κυριολεκτικό όσο και μεταφορικό, γεμάτο περιπέτεια και επίπεδα αυτογνωσίας.

Τοποθετημένο σε μια ρετροφουτουριστική Ιαπωνία για λόγους που έχουν να κάνουν μόνο με την αγάπη του Αντερσον και της ομάδας των συνεργατών του (οι Ρόμαν Κόπολα Τζέισον Συόρτσμαν και Κουνίτσι Νομούρα που έγραψαν μαζί του το σενάριο) για το γιαπωνέζικο σινεμά, από τον Κουροσάουα έως τον Μιγιαζάκι, τις φουτουριστικές ταινίες και φυσικά τα σκυλιά, το «Isle of Dogs» είναι ένα σκυλο-μεζεδάκι για τα μάτια, μια σειρά από υπέροχα ταμπλό βιβάν γεμάτα από τόσες πολλές λεπτομέρειες που σε κάνουν να αδημονείς για την στιγμή που θα το ξαναδείς, ή για εκείνη που θα το μελετήσεις προσεκτικά πατώντας ξανά και ξανά το pause.

Μα είναι η ιστορία του, γεμάτη αξιολάτρευτα ιδιαίτερους ήρωές και βασισμένη σε μια γνώριμη μα εντελώς απολαυστική διαδρομή φιλίας και θριάμβου του μικρού, του αδύνατου, του παραμελημένου που σε κάνει να ταυτιστείς και να αγαπήσεις το φιλμ ακόμη περισσότερο. Γιατί το «Isle of Dogs» ακόμη κι αν έχει ως πιο θετικούς από τους ανθρώπινους ήρωές του, τον 12χρον Ατάρι και μια Αμερικανίδα μαθήτρια ενός ιαπωνικού σχολείου δεν είναι προφανώς μια ταινία για παιδιά.

Πίσω από την εξιστόρηση αυτού του ταξιδιού προς την αμοιβαία εμπιστοσύνη, την βαθιά φιλία και την αγάπη, υπάρχει μια κάθε άλλο παρά κρυμμένη πολιτική παραβολή για τους κινδύνους της απόλυτης εξουσίας, τον φασισμό, την ρητορική της εθνικής καθαρότητας, την καταπίεση της διαφορετικότητας, ακόμη και το μεταναστευτικό.

Ομως ακόμη κι αν μιλά για τόσα πολλά και τόσα σοβαρά, ίσως η μόνη στιγμή που το φιλμ στραβοπατά είναι το ίσως λίγο πιο βιαστικό και «τακτοποιημένο» τέλος του, αφού στην διάρκειά του κατορθώνει με αριστοτεχνική λεπτότητα να ισορροπήσει την τρυφερότητα με μερικές αληθινά σκοτεινές, ακόμη και βίαιες σκηνές και να δώσει σχεδόν σε όλους τους χαρακτήρες του, σκύλων αλλά κι ανθρώπων την πολυπλοκότητα, τα επίπεδα, τα χαρακτηριστικά που θα τους κάνουν ξεχωριστούς.

Γεμάτο αξιομνημόνευτες στιγμές, δίχως να φοβάται τα συναισθήματα, το χιούμορ, την συγκίνηση αλλά και την θλίψη ή την μελαγχολία, το «Isle of Dogs» διερωτάται «whatever happened to man’s best friend?», αλλά στην ουσία δεν ρωτά τι συνέβη ή τι απέγιναν οι σκύλοι, μα τι στ΄ αλήθεια συνέβη στον σύγχρονο άνθρωπο. Κι όχι δεν χρειάζεται να κοιτάξεις στην Ιαπωνία του μέλλοντος για να βρεις την ερώτηση καίρια κι επείγουσα.

 

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”ISLE OF DOGS”, Δευτέρα 6/8/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Cold Skin trailer: Λάβκραφτ-τέρατα και Ιρλανδοί μετεωρολόγοι στην ταινία τρόμου του Xavier Gens

Μια δεκαετία πριν, μπήκε δυναμικά στη σκηνή των πιο πολλά υποσχόμενων νέων σκηνοθετών τρόμου με το Frontière(s) (Νο 7 στις Καλύτερες Γαλλικές Ταινίες Τρόμου του Horrorant), όμως τα επόμενο μεγάλο βήμα δεν ήρθε ποτέ με τα HitmanThe Divide και τη συμμετοχή του στο The ABCs of Death, να τον αφήνουν στάσιμο.

Τα τελευταία χρόνια όμως, ο Xavier Gens φαίνεται ότι έβαλε το κεφάλι κάτω και επιστρέφει δυναμικά, όχι με μία, όχι με δύο αλλά με τρεις ταινίες, με την πρώτη το The Crucifixion να έχει ήδη κυκλοφορήσει εδώ και λίγους μήνες, και τη τρίτη, το Budapest να είναι κάτι τελείως διαφορετικό, μια κωμωδία που θα δούμε το καλοκαίρι.

Εμείς θα ασχοληθούμε με τη δεύτερη, το Cold Skin, ένα θρίλερ επιβίωσης που μας πάει στο βόρειο Ατλαντικό, στα όρια του αρκτικού κύκλου, σε ένα απομονωμένο μικρό νησάκι όπου καταφτάνει ο Ιρλανδός Friend για να αντικαταστήσει τον τωρινό παρατηρητή καιρού, και να μείνει εκεί για έναν ολόκληρο χρόνο.
Όταν φτάνει εκεί όμως, το μόνο που βρίσκει είναι έναν ημίτρελο φαροφύλακα που τον ενημερώνει ότι ο μετεωρολόγος πέθανε λόγω ασθενείας.
Όταν όμως πέφτει το σκοτάδι, τα τρομακτικά πλάσματα που βγαίνουν από το νερό αποκαλύπτουν τη πραγματική αιτία θανάτου του…

Η ταινία βασίζεται στο ομότιτλο παρθενικό βιβλίο του Καταλανού Albert Sánchez Piñol, με τουςJesús Olmo (28 Weeks Later) και Eron Sheean (The Divide) να έχουν αναλάβει τη διασκευή και τους David Oakes (The White Queen), Ray Stevenson (Thor: Ragnarok), Aura Garrido(El Cuerpo) και John Benfield (Cassandra’s Dream) στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Παρότι δεν πρόκειται για διασκευή κάποιου από τα γραπτά του H.P. Lovecraft, το βιβλίο και κατ’ επέκταση η ταινία είναι βαθιά επηρεασμένη από τη νοσηρή του φαντασία, κάτι που άλλωστε δεν έχουν καμία διάθεση να κρύψουν.

Το Cold Skin έκανε πρεμιέρα το φθινόπωρο στα φεστιβάλ L’Étrange και Sitges, και συνεχίζει μέχρι και σήμερα τη φεστιβαλική του πορεία, χωρίς να έχει ακόμα ημερομηνία ευρείας διανομής.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ‘COLD SKIN’, Δευτέρα 30/7/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Berlinale 2015: «What Happened, Miss Simone?» αναρωτιέται το ντοκιμαντέρ για την ταραγμένη ζωή της ντίβας της τζαζ

Μοναδική, ευφυής, αξεπέραστη, ντίβα. Διαταραγμένη, διπολική, εθισμένη, κακοποιημένη σύζυγος και βίαιη μητέρα. Πολιτική ακτιβίστρια, σύμβολο black power, ή απλώς οργισμένη. Τι συνέβη Κα Σιμόν;

Η Νίνα Σιμόν ανεβαίνει στη σκηνή επιφυλλακτικά. Το πλήθος χειροκροτεί κι εκείνη κάνει μία κλισέ χορευτική υπόκλιση, όμως το πρόσωπό της είναι σχεδόν ενοχλημένο, εχθρικό. Βρίσκεται στα μεσήλικά της χρόνια, έχει επιστρέψει στις live εμφανίσεις μετά από πολυετή απουσία. Κάθεται στο πιάνο και μουρμουρίζει ένα καλησπέρα μέσα από τα δόντια. Το κοινό ξεσπά σε χειροκροτήματα και κραυγές κι εκείνη, επιτέλους, χαμογελά. Τα δάχτυλά της αρχίζουν να γλιστράνε με επιδεξιότητα στα πλήκτρα, η φωνή της βγαίνει καπνισμένη, βασανισμένη και σημαντική. Ομως όταν μία γυναίκα σηκώνεται από την καρέκλα της, η Σιμόν διακόπτει απότομα το τραγούδι με βρισιές και απειλές, απαιτώντας από την άτυχη θεατή να ξανακάτσει αμέσως στη θέση της. Τα μάτια της είναι γεμάτα οργή. Σε λίγα μόνο λεπτά, ολόκληρη η ντίβα αποκαλύπτεται: η ευφυής πιανίστας και η ανασφαλής performer. Η τζαζ μουσικός με τον μοναδικό ήχο και η οργισμένη καλλιτέχνης που πίστευε ότι δεν τη σεβόταν κανείς. Η σταρ και η γυναίκα.

Το ντοκιμαντέρ της Λιζ Γκάρμπους («Love, Marilyn», «Bobby Fischer Against the World») θα επιχειρήσει να τη δείξει ολόκληρη. Λουσμένη στο φως του ταλέντου της και χαμένη στο τρομαχτικό σκοτάδι του διπολισμού της. Δε θα την ηρωποιήσει, δε θα την εξιδανικεύσει, αλλά θα είναι φανερό σε κάθε ένα πλάνο πόσο πολύ την αγαπά. Δε θα πάρει θέση, όσο θα κάνει την ερώτηση του τίτλου (το οποίο είναι απόσπασμα από το ποίημα της Μάγια Ανγκέλου για τη Νίνα Σιμόν, «The Singer Will Not Sing»): «Τι συνέβη, κυρία Σιμόν;»

Mέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό (φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας, των καλοκαιριών της εφηβείας στα jazz clubs του Ατλάντικ Σίτι) η Γκάρμπους μας συστήνει την μικρή Γιουνίς Γουέιμον από τη Βόρειο Καρολάινα – την πιτσιρίκα που οι γονείς και οι δασκάλες της είχαν ξεχωρίσει ως μουσικό ταλέντο στο πιάνο και την προόριζαν για να γίνει η πρώτη μαύρη πιανίστα που θα έπαιζε στο Carnegie Hall. Μέσα από ηχητικά αποσπάσματα συνεντεύξων που είχε δώσει η Σιμόν λίγο πριν πεθάνει (έφυγε το 2003 από καρκίνο) μάς ξαναγεί σ’ αυτή την απαιτητική, μοναχική, ιδιαίτερη παιδική ηλικία: όταν τελείωνε το σχολείο κι αντί να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά στο γκέτο, εκείνη διέσχιζε στην άλλη πλευρά, την πλευρά των λευκών, για να κάνει μαθήματα. Οταν όμως έδωσε εξετάσεις στο νεοϋρκέζικο Ωδείο, την έκοψαν, φυσικά λόγω των φυλετικών διακρίσεων της κλασσικής παιδείας στη δεκαετία του 50.

Νιώθοντας ότι οι γονείς της δεν μπορούν να τη συντηρούν πλέον, η 17χρονη Γιουνίς πιάνει δουλειά τα βράδια σε τζαζ κλαμπ του Ατλάντικ Σίτι. Κρυφά, για να μην τους ντροπιάσει (καθώς εκτιμούσαν μόνο την κλασική μουσική κι όχι τα μπλουζ και τη τζαζ). Για αυτό κι αλλάζει το όνομά της – «Νίνα» γιατί έτσι τη φώναζε ο τότε φίλος της και «Σιμόν» από τη Σιμόν Σινιορέ, τη γαλλίδα ηθοποιό που αγαπούσε. Στα κλαμπς της ζητούν να τραγουδήσει, εκεί πρωτοακούν τη φωνή της, έρχεται το συμβόλαιο για δίσκο, γίνεται διάσημη με το «I Loves you, Porgy», γνωρίζει τον άντρα της – έναν πρώην μπάτσο της Νέας Υόρκης, ο οποίος παρατά τα πάντα για να γίνει ο μάνατζέρ της και όλα απογειώνονται. Γίνεται σταρ.

Ψύχραιμες, σκληρές, αγαπησιάρικες, συμπονετικές, πικραμένες μαρτυρίες της μοναχοκόρης της, Λίζα Σιμόν Κέλι, αλλά και του καλύτερού της φίλου και κιθαρίστα της, Αλ Σάκμαν, μάς παρουσιάζουν αυτό το γάμο, αυτή τη σχέση που μπορούσε να αποτυπώσει όλα όσα σκοτείνιαζαν το άστρο της Σιμόν και την καθόρισαν για το υπόλοιπο της ζωής της: υποστήριξη στην ντίβα, κακοποίηση στη σύζυγο. «Η μητέρα μου δεν άξιζε στιγμή τη βία που υπέστη για χρόνια. Ομως, το έβλεπα, το ζούσα: ήταν σαν να την επιζητούσε. Σαν να κοιτούσε τον ταύρο στα μάτια, κρατώντας το κόκκινο πανί και προσκαλώντας τον στην κουζίνα της…» ομολογεί η Σιμόν Κέλι. «Ολοι βλέπατε την Νίνα Σιμόν – την γεμάτη ταπεραμέντο περσόνα που πιστεύατε ότι υιοθετούσε στη σκηνή. Δεν ήταν όμως έτσι μόνο στη σκηνή. Ηταν έτσι 24 ώρες το 24ωρο. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα…»

Το πιο μεγάλο επίτευγμα της Γκάρμπους είναι η πρόσβαση στα χειρόγραφα ημερολόγια της Σιμόν, τα οποία κρατούσε σε όλη της τη ζωή και έγραφε τα συναισθήματά της με λεπτομέρεια κι ωμή ευθύτητα. Η Γκάρμπους βγάζει στην μεγάλη οθόνη, μικρές σκαναρισμένες φράσεις που δείχνουν διάφανα την αλήθεια. «Σε αγαπώ άντρα μου, σ’ ευχαριστώ που μπήκες στη ζωή μου». «Σε σιχαίνομαι, με βλέπεις σαν άλογο κούρσας που πρέπει να σου κερδίσει χρήματα». «Μου αρέσει το ξύλο. Μου αρέσει το σεξ μετά το ξύλο». «Συγγνώμη μητέρα. Επαιξα στο Carnegie Hall αλλά όχι κλασική μουσική – αυτή την ποπ που σιχαίνεσαι…»

Κανείς στα 60ς δεν μπορούσε να διαγνώσει μία διπολική προσωπικότητα – ειδικά σε μία τόσο τεράστια προσωπικότητα όπως αυτή μίας jazz/blues ντίβας. Η εξήγηση ήταν απλώς «παραξενιά», «ταπαρεμέντο», «κακή διαχείριση των οικονομικών», «σκληρή μητέρα». Η εκτόνωση που μοιάζει να της έδωσε σκοπό και να την κράτησε στη ζωή ήταν η ανάμιξή της με το μαύρο κίνημα (το «Mississippi Goddam» ήταν ό,τι πιο ριζοσπαστικό τόλμησε μαύρη τραγουδίστρια να απευθύνει στο ευρύ ραδιοφωνικό κοινό τότε), τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τους Black Panthers του Μάλκομ Χ (στον Κινγκ είχε πει χαρακτηριστικά: «εγώ είμαι ΥΠΕΡ της βίας»). Η Σιμόν το 1965 μετατράπηκε σε ιέρεια των διαδηλώσεων και του κινήματος, κάτι που της στοίχησε το λευκό της κοινό, συμβόλαια, συναυλίες, χρήματα και το γάμο της.

 

Βλέπουμε το διαζύγιο, την πτώση στην αφάνεια και την φτώχεια, την κατάθλιψη. Την επέμβαση των λευκών φίλων μουσικών της που την τράβηξαν σωματικά και κυριολεκτικά από το βάλτο της, έστησαν ξανά την καριέρα της και της πρόσφεραν ιατρική νευρολογική περίθαλψη. «Η μητέρα μου όμως έχανε τη φωνή της και την ευελιξία στο παίξιμό της λόγω των ψυχοφάρμακων» ομολογεί γλυκόπικρα η Σιμόν Κέλι.

Κι έτσι τη συναντάμε ξανά. Στη σκηνή προς τα τέλη της ζωή της. Ακόμα μεγαλειώδη. Ακόμα ανασφαλή. Ακόμα οργισμένη. Μπροστά από μικρόφωνα δημοσιογράφων που τη ρωτούν ό,τι και η Μάγια Αγγέλου: «Ο κόσμος σας αγαπούσε. Τι σας συνέβη κυρία Σιμόν;» O,τι ακολουθεί είναι η καλύτερη εκτέλεση του πικρά ειρωνικού «My Baby Just Cares For Me». Και τότε μόνο καταλαβαίνεις ότι ό,τι προηγήθηκε ήταν η πιο ευκρινής εκτέλεση του «Don’t Let me Be Misunderstood»…

 

 

Comments Off on Προβολή του ντοκιμαντέρ ”WHAT HAPPENED, MISS SIMONE?”, Δευτέρα 23/7/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3