Author Archives: anarxikoikavalas

Προβολή της ταινίας ”MINAMATA”, Τρίτη 07/12/2021, στις 21:00, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Minamata

O σημαντικός φωτογράφος Γιουτζίν Σμιθ επιστρέφει στην ενεργό δράση όταν ένας φίλος του τού προτείνει να φωτογραφίσει για λογαριασμό του περιοδικού «Life» τις επιπτώσεις που έχει στους κατοίκους η σταθερή δηλητηρίαση των νερών από τα απόβλητα ενός χημικού εργοστασίου στη Μιναμάτα της Ιαπωνίας.

Ο Γιουτζίν Σμιθ ήταν πρωτοπόρος του φωτογραφικού δοκιμίου, ένας ευαίσθητος και αυτοκαταστροφικός δημοσιογράφος της κάμερας με καλλιτεχνική ματιά και μισανθρωπικές τάσεις. Με τις λήψεις του στο παραθαλάσσιο χωριό Minamata της Ιαπωνίας έφερε στο προσκήνιο ένα άγνωστο έγκλημα με τραγικούς πρωταγωνιστές ντόπιους που υπέκυψαν σε επώδυνα τραύματα. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν μικρά παιδιά και άνθρωποι που παραμορφώθηκαν από τη μόλυνση που προκαλούσε επί δεκαετίες ένα εργοστάσιο υδραργύρου στην περιοχή.

Βρισκόμαστε στο 1971, τη χρονιά που ο Μάρβιν Γκέι κυκλοφόρησε το ανατριχιαστικό τραγούδι του «What’s going on», με στίχους που, εκτός από τον κοινωνικό αντίκτυπο του Βιετνάμ και τις αναταράξεις στα γκέτο των μεγαλουπόλεων, θίγει και το περιβάλλον με την αναφορά στο «fish full of mercury».

Ο Σμιθ πέρασε πολλά μέχρι να κάμψει την αρχική καχυποψία του περιοδικού «Life» ‒με διεθνή απήχηση και εβδομαδιαία κυκλοφορία ακόμα τότε‒ και να το κάνει να του εμπιστευτεί μια πολυέξοδη αποστολή, και για να κερδίσει, στη συνέχεια, με την πολύτιμη βοήθεια της διερμηνέως του, τη συμπάθεια των φοβισμένων και βασανισμένων κατοίκων, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αποτυπώσει το δράμα με μια σειρά εκπληκτικών ασπρόμαυρων ενσταντανέ, εφάμιλλων με έργα τέχνης και με σημαντικό εκτόπισμα στην κοινή γνώμη.

Μετά από ηθελημένες εκδρομές σε κινηματογραφικές αποδράσεις και ακούσια, αν και σίγουρα επαγγελματικώς ζημιογόνα έκθεση στην ταμπλόιντ δημοσιογραφία, ο Τζόνι (Ντεπ) πήρε το όπλο της διασημότητάς του για καλό σκοπό, αυτόν της αφύπνισης και της ευαισθητοποίησης για ένα θέμα που δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά απασχολεί και στις μέρες μας, όπως φροντίζουν να μας υπενθυμίζουν οι εικόνες οικολογικής και ανθρώπινης καταστροφής που τρέχουν παράλληλα με τους τίτλους τέλους της ταινίας του Αμερικανού εικαστικού και σκηνοθέτη Άντριου Λέβιτας.

Για να το πετύχει, μεταμορφώνεται εξωτερικά, όπως το συνηθίζει, και αγκαλιάζει με ζέση την πόζα του καταραμένου καλλιτέχνη, φορώντας μπίτνικ μπερέ, ακούγοντας τζαζ, λέγοντας αφοριστικά τσιτάτα και, φυσικά, καπνίζοντας ασταμάτητα και πίνοντας μέχρι τελικής πτώσης. Με αυτήν τη στολή, προειδοποιεί, στέλνοντας όλα τα δυνατά σήματα, πριν λυτρωθεί. Συνεπώς, είναι σαν να προεξοφλεί τη συνέχεια και την έκβαση της ταινίας, η οποία αναδεικνύεται στις φωτογραφικές λήψεις και συμπληρώνει τη διαδρομή και παράλληλα την αποστολή της.

Προβολή της ταινίας ”TITANE”, Τρίτη 30/11/2021, στις 21:00, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Titane

Ζουλιά Ντικουρνό

Ο Χρυσός Φοίνικας του 74ου Διεθνούς Φεστιβάλ Καννών. Δίκαια πολυσυζητημένος, για όλους τους λάθους λόγους.

Eχοντας «γευτεί» με θαρραλέο τρόπο ανθρώπινη σάρκα στο κανιβαλιστικό, αν και όχι «νόστιμο» σε κάθε του μπουκιά μεγάλου μήκους ντεμπούτο της,”RAW”, επιβεβαιώνοντας τα δείγματα σωματοποίησης του τρόμου που είχαν ήδη διαφανεί από το μικρού μήκους της «Junior», η Ζουλιά Ντικουρνό έρχεται με το σαφώς πιο μεγάλο σε φιλοδοξία, προθέσεις και αντίκτυπο, «Titane» για να καθιερωθεί ως μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές γυναίκες δημιουργούς αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Στην ταινία που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο 74ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, η 37χρονη σκηνοθέτης και σεναριογράφος, μεγεθύνει τις διαστάσεις του σινεμά της, δίνει οπερατικές διαστάσεις στο (ψευδό) genre του horror από το οποίο ξεκινάει πάντα την προβληματική της (πριν χαθεί σε αχαρτογράφητα μονοπάτια…) και παραδίδει μια διάτρητη από παντού ταινία, με ισόποσες δόσεις υπερβολικής αμηχανίας και υπερβολικής γοητείας που είναι οι ίδιες, ανάλογα από το με ποια οπτική γωνία τις βλέπει κανείς.

Χωρισμένη σε δύο διακριτά μέρη, η ταινία ξεκινάει από το σημείο 1 και φτάνει στο σημείο 2 (και λίγο παραπέρα), ομολογουμένως σε μια από τις πιο απρόσμενα ανορθόδοξες διαδρομές που έχουμε δει τελευταία στο σύγχρονο σινεμά.

Στο πρώτο μέρος, η Ντικουρνό μάς συστήνει την Αλεξιά, ένα κορίτσι που όταν ήταν παιδί υποβλήθηκε σε μια εγχείρηση μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, υποχρεωμένη να ζει με ένα μέταλλο (τιτάνιο, απ’ όπου κι ο τίτλος της ταινίας) μέσα στο κεφάλι της εφ’ όρου ζωής, εξαιτίας του οποίου θα αναπτύξει και μια ανεξήγητη έλξη προς τα αυτοκίνητα. Ζωντανός θρύλος σε μια μάντρα με γρήγορα αυτοκίνητα, στην οποία η Αλεξιά αποθεώνεται ως στρίπερ από άντρες που την επιθυμούν αλλά αυτή δεν αντέχει ούτε να τους βλέπει, θα κάνει ένα βράδυ σεξ με ένα αυτοκίνητο και θα μεταμορφωθεί σε μια κατα συρροή δολοφόνο, σκοτώνοντας μια κοπέλα για την οποία θα νιώσει μια ρομαντική έλξη αλλά και μια σειρά από αθώους που θα βρεθούν στο δρόμο της.

Κυνηγημένη, μόνη, έγκυος, η Αλεξιά θα υποδυθεί τον Αντριάν, ένα αγόρι που εξαφανίστηκε εδώ και χρόνια και θα «επιστρέψει» για να συναντήσει τον πατέρα του, που τον περιμένει σαν την τελευταία του ελπίδα στη ζωή. Η Αλεξιά θα κρύψει το φύλο της, την εγκυμοσύνη της και την ταυτότητα της, κερδίζοντας χρόνο και μια ευκαιρία στο να εξιλεωθεί, να ζήσει μια «κανονική» ζωή, να νιώσει ελευθερία, αγάπη και προστασία.

Είναι αδύνατον να μην παραδεχτείς ότι ξαφνικά στο δεύτερο αυτό μέρος, το «Titane» γίνεται η πραγματικά πρωτότυπη, προκλητική, θαρραλέα ταινία που ευαγγελίζεται από την κατασκευή της  μια βιβλική ιστορία «αγάπης» πακεταρισμένη στο πιο ψυχρό, κυνικό και σχεδόν αποκρουστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσες ποτέ να σκεφτείς. Όπως, όμως, είναι αδύνατον να βρεις λογική και νόημα στο πρώτο μέρος που μοιάζει με κάτι από Ταραντίνο, μια δωρεάν επίδειξη (σκηνοθετικής) βίας που, εκτός από παρωχημένη πια, αφήνει μετέωρη την ηρωίδα του «Titane» χωρίς ποτέ να της δίνει παρελθόν, κίνητρα, αιτίες και αφορμές, μια σχηματική φιγούρα μιας οργισμένης γυναίκας που στρέφεται κατά των πάντων και ικανοποιείται σε ισχυρές δόσεις αμορτισέρ και μπουκωμένης εξάτμισης.

Διχασμένο τελικά, το «Titane» ξεκινάει από ένα φτηνό και  απενοχοποιημένο fun horror για να εξελιχθεί με ύπουλο  τρόπο σε ένα διαπροσωπικό μελόδραμα που αποδομημένο μέχρι και την τελευταία του ίνα, αρχίζει να ψελλίζει κάτι από την παραβολή που μοιάζει να θέλει να ολοκληρώσει – κάτι σαν την άμωμο σύλληψη, την υπέρτατη θυσία για το ανθρώπινο είδος και το ίδιο το τέλος ή την αρχή του κόσμου μαζί. Ενδιάμεσα η Ντικουρνό εξερευνά τις έννοιες της θηλυκότητας, του ανδρισμού, της έμφυλης ταυτότητας και της κρυφής σεξουαλικότητας μέχρι και του ομοερωτισμού, σε ένα ρευστό αλλά όχι και ξεκάθαρο μανιφέστο γύρω από τη διαφορετικότητα που φωνάζει – και κορυφώνεται ουρλιάζοντας – την ίδια στιγμή που μπερδεύει για τις «για την πρόκληση» προθέσεις του.

Το «μέταλλο» της ταινίας είναι η Αγκάτ Ρουσέλ. Σαρωτική ως Αλεξιά στις πρώτες σκηνές της ταινίας, αναδεικνύεται ισοπεδωτική ως Αντριάν, σε μια ερμηνεία επώδυνα (όχι μόνο λόγω του προσθετικού μακιγιάζ) και διαρκώς αποκαλυπτικά σωματική όπως αρμόζει στην ίδια την υφή της ταινίας – σύμβολο η ίδια μιας γυναικείας μετάλλαξης που απεκδύεται την κοινωνική ταυτότητα της για να ελευθερωθεί μέσα από την ίδια την υιοθέτηση και ταυτόχρονη ανατροπή του πατριαρχικού προτύπου.

Ποιου τελικά την ιστορία αφηγείται το «Titane», ενός παιδιού που αναζητά αποδοχή ή ενός πατέρα που αναζητά να γεμίσει με οποιοδήποτε τρόπο το κενό μιας απώλειας; Τι ιστορία τελικά αφηγείται το «Titane», μια ιστορία εξιλέωσης ή μια ιστορία αγάπης; Τι είναι τελικά το «Titane»: μια ταινία που χρησιμοποιεί την πρόκληση για να εκμαιεύσει την προσοχή του θεατή ή μια ταινία που εξαντλείται στην πρόκληση πριν προλάβει να φτάσει στον θεατή;

Ερωτήσεις, ναι. Αυτό περιμένει κανείς από κάθε (καλή) ταινία. Το «Titane» ασχολείται τόσο πολύ με την κατασκευή του (και τη διαρκή του πρόθεση να είναι «μεταλλικό», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) που όχι μόνο αγνοεί τις περισσότερες από τις ερωτήσεις που αντέχει να διατυπώσει, αλλά αδιαφορεί για το γεγονός ότι ο θεατής δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις απαντήσεις.

(Ακόμη μία) «ταινία – σοκ», για όλους τους λάθος λόγους.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ στους Γ. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗ & Ν. ΜΑΤΑΡΑΓΚΑ ”κανένας μόνος στα χέρια του κράτους” , Πανό στο Πάρκο Φαλήρου Καβάλας, 24/11/2021

 

Στις 25 Νοεμβρίου δικάζονται οι Ν. Ματαράγκας και Γ. Καλαϊτζίδης που το μοναδικό τους έγκλημα είναι η συμμετοχή στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες και ειδικότερα στον αγώνα ενάντια στις μαφίες. Δικάζονται με ένα στημένο κατηγορητήριο και χωρίς κανένα στοιχείο, μια γνώριμη πρακτική του κράτους εδώ και δεκαετίες.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΜΟΝΟΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Προβολή της ταινίας ”BACURAU”, Τρίτη 23/11/2021, στις 21:00, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Bacurau

Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου, Ζουλιάνο Ντορνέλες

Οι Βραζιλιάνοι Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου και Ζουλιάνο Ντορνέλες παίζουν με το σινεμά είδους, τα b-movies και την πολιτική σύγχυση της χώρας τους σε μια ταινία που δεν χωράει τελικά πουθενά. Κι αυτό δεν το λέμε για καλό. Βραβείο Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών του 2019.

Ένα (γαλατικό) χωριό στα βάθη της Βραζιλίας – που πιστεύει πριν από οτιδήποτε στη μητριαρχία – πέφτει θύμα των ορέξεων μιας ομάδας λευκών Αμερικάνων που το επισκέπτονται με σκοπό να σκοτώσουν τους κατοίκους του σε ένα ιδιόρρυθμο, να το πεις και χόμπι, ανθρωποκυνηγητό.

Αυτή είναι η κεντρική υπόθεση της νέας ταινίας του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου που είχε κερδίσει τις εντυπώσεις με το εξαιρετικό ντεμπούτο του, «Neighbouring Sounds» το 2012 και βρέθηκε για πρώτη φορά στο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών το 2016 με τη μόλις δεύτερη ταινία του, το «Αquarius», που είχε βρει και διανομή στην Ελλάδα.

Εδώ, στην τρίτη του ταινία συνεργάζεται στη σκηνοθεσία με τον Ζουλιάνο Ντορνέλες (υπεύθυνος για την καλλιτεχνική διεύθυνση των δύο προηγούμενων ταινιών του), καθώς η φιλοδοξία του υπερβαίνει την παραπάνω αυτοσχέδια σύνοψη και ανοίγει σε κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως τολμηρό, εξωφρενικό, αναρχικό – σε κάθε περίπτωση κάτι που αρνείται να υπακούσει σε συμβάσεις και προτιμά να κρύβει συνεχώς εκπλήξεις κάτω από την φαινομενικά γνώριμη επιφάνειά του.

Τοποθετημένο, όπως αναφέρει στην εναρκτήρια σκηνή του, «σε μερικά χρόνια από τώρα», το «Bacurau» ξεκινάει με διαθέσεις… Αποκάλυψης, Μια νεαρή γυναίκα, η Τερέζα επιστρέφει από την πόλη στο χωριό της για την κηδεία της γιαγιάς της. Στο δρόμο θα συναντήσει μια παρέλαση από ανοιχτά φέρετρα και κατακρεουργημένους νεκρούς, στο σπίτι όπου θρηνούν την ηγετική μορφή της γιαγιάς Καρμελίτα, η γιατρός του χωριού (την υποδύεται η Σόνια Μπράγκα, πρωταγωνίστρια στο «Aquarius») θα κάνει μια σκηνή βρίζοντας την χυδαία, ο διεφθαρμένος δήμαρχος κάνει τα πάντα για να μην φτάσει ποτέ εκεί πόσιμο νερό και ο δάσκαλος του χωριού ανακαλύπτει πως το χωριό τους έχει εξαφανιστεί από το Google maps.

Αυτά και άλλα πολλά παράξενα συμβαίνουν στο Μπακουράου, ένα μέρος που θυμίζει ένα άλλο Τουίν Πικς και που όλα τα απίθανα είναι πιθανά. Όταν λέμε όλα εννοούμε όλα, καθώς στον καταγάλανο βραζιλιάνικο ουρανό δεν θα αργήσει να εμφανιστεί και ένας ιπτάμενος δίσκος που μπορεί να είναι και drone (ή και το αντίθετο), οι τοπικοί γκάνγκστερ θα βγουν από τα λαγούμια τους και τη φαινομενική ησυχία του χωριού θα διακόψει ο ερχομός μιας ομάδας «κυνηγών» από την Αμερική που είναι αποφασισμένοι να φύγουν μόνο όταν θα έχει χυθεί αίμα – ανάμεσά τους και ο Ούντο Κίερ.

Αλλάζοντας συνεχώς διαθέσεις, το «Bacurau» είναι συνεχώς μετέωρο ανάμεσα στο παιχνίδι του με τα κινηματογραφικά είδη και την παραβολή που θέλει να ψελλίσει – κυρίως γιατί ποτέ δεν καταφέρνει να την κάνει να ακουστεί δυνατά. Λίγο σπαγγέτι γουέστερν, λίγο video game, μια μικρή (αναίτια) δόση από space σουρεαλισμό και μια ισχυρή από ψυχοτροπικές ουσίες, το φιλμ των Φίλιου και Ντορνέλες δεν είναι ούτε αρκετά εξωφρενικό για να παραδοθεί με ζητωκραυγές (των θεατών) στην b-movie φιλοδοξία του, ούτε αρκετά πολιτικά στέρεο για μπορέσει να σε οδηγήσει με ασφάλεια στη σύγχυση μιας χώρας που βιώνει ανυπέρβλητες κοινωνικές ανισότητες, ακροδεξιά κυβερνητική πολιτική (υπάρχει μια ομολογουμένως αστεία σκηνή – αναφορά στα ναζιστικά φίλια αισθήματα του Ζαΐρ Μπολσονάρου) και την παρεμβατική «εισβολή» της Αμερικής στην ψευδή τουριστική ευημερία της.

Όσο λειτουργικός κι αν είναι ο Ούντο Κίερ σε μια queer αναγωγή του όλου εγχειρήματος, τόσο σχηματικοί είναι οι Αμερικάνοι που ο Φίλιου θα ήθελε να είναι τα ανδρείκελα ενός προσομοιωμένου video game και όσο κι αν οι γυναίκες (από την πλευρά των Βραζιλιάνων) προσδίδουν δύναμη ως μπροστάρισσες μιας μάχης σώμα με σώμα, τόσο μένουν ανεκμετάλλευτες στις σκηνές προς το φινάλε. Εκεί όπου απλά επιβεβαιώνεις (για ακόμη μια φορά) πως μια τολμηρή ιδέα, μια εκπληκτική (συνθετική, 70s και «πειραγμένη») διεύθυνση φωτογραφίας από τον Πέντρο Σοτέρο και λίγο gore – ειδικά αν δεν είσαι ο Κουέντιν Ταραντίνο, για παράδειγμα – δεν αρκούν για να κάνουν μια ταινία πραγματικά αξιοσημείωτη. Πόσο μάλλον αυτό να είναι και ένα κάλεσμα για επείγουσα επανάσταση.