Δεν Είμαι ο Νέγρος Σου

I Am Not Your Negro

του Ραούλ Πεκ

Συνοδεύοντας τα αυθεντικά λόγια του Τζέιμς Μπάλντουιν, κορυφαίου συγγραφέα, λόγιου και ουσιαστικού ακτιβιστή της εικόνας και της ζωής των μαύρων στην Αμερική, με ανατριχιαστικά καίριες εικόνες αρχείου από το παρελθόν αλλά και το παρόν, το ντοκιμαντέρ του Ραούλ Πεκ αποκαλύπτει πως η ανάγκη για φυλετική και κοινωνική ισότητα παραμένει πιο επιτακτική από ποτέ. Υποψήφιο για Όσκαρ Ντοκιμαντέρ 2017.

Το 1979, ο Τζέιμς Μπάλντουιν έγραψε σημείωμα στον λογοτεχνικό του πράκτορα παρουσιάζοντας το επόμενο βιβλίο που σκόπευε να γράψει. Θα αφορούσε τη ζωή, το έργο και τις διαδοχικές δολοφονίες τριών από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους: του Μέντγκαρ Ίβερς, του Μάλκολμ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μέχρι τον θάνατο του Μπάλντουιν το 1987, μόλις τριάντα χειρόγραφες σελίδες είχαν ετοιμαστεί, λέξεις θεωρητικά μιας άλλης εποχής που στόχο είχαν να αναδείξουν την κληρονομιά αυτών των τριών προσωπικοτήτων και να την εντάξουν στο γενικότερο πλαίσιο της αυτονόητης (όχι για όλους) συζήτησης περί ίσης μεταχείρισης των μαύρων στην εκπαίδευση, την εργασία και όλες τις υπόλοιπες πτυχές της (ηθικής και ελεύθερης) Αμερικανικής κοινωνίας.

Αυτό που κάνει ο Ραούλ Πεκ είναι να πάρει τα ίδια τα λόγια του Μπάλντουιν, είτε από τις σημειώσεις και τα βιβλία του, είτε από τις δημόσιες εμφανίσεις του, και να τα διανθίσει με εικόνες από το παρελθόν, από την φωτογραφία της νεαρής Ντόροθι Κάουντς που λοιδορείται από ένα λευκό πλήθος στο δρόμο της για την πρώτη μέρα στο σχολείο (γεγονός που έδωσε και την αφορμή στον Μπάλντουιν να επιστρέψει από το Παρίσι όπου είχε καταφύγει προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής) μέχρι τα αποσπάσματα από Χολιγουντιανές ταινίες που παρουσιάζουν την «λευκή» οπτική απέναντι στην παρουσία των μαύρων πολιτών, αλλά και, απρόσμενα, από το παρόν, αναδεικνύοντας την διαχρονική αξία των λόγων του Μπάλντουιν και την επιτακτική ισχύ της ρητορικής του.

Ο Μπάλντουιν είναι ουσιαστικά και σεναριογράφος (κυριολεκτικά, αυτός είναι ο μόνος που λαμβάνει σεναριακού credit στο ντοκιμαντέρ) και πρωταγωνιστής του «I am not your Negro», γεμίζοντας με ενέργεια κάθε φορά που εμφανίζεται την οθόνη με την οξυδέρκεια των λεγόμενών του, το πάθος και την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, είτε απέναντι σε λευκούς παρουσιαστές που δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται πλήρως τον φαινομενικά ακτιβιστικό αλλά ουσιαστικά ουμανιστικό λόγο του (ένα μεγάλο μέρος του αρχειακού υλικού προέρχεται από το talk show του Ντικ Καβέτ), είτε απέναντι σε Πανεπιστημιακούς που αφελώς αναρωτιούνται γιατί «πρέπει όλα να ανάγονται σε φυλετική βάση», είτε μπροστά σε ένα λευκό, ακαδημαϊκό, βρετανικό ακροατήριο που τον χειροκροτεί.

Ακόμα και όταν ο Μπάλντουιν δεν βρίσκεται μπροστά από την κάμερα, τα λόγια του διατηρούν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο, ερμηνευμένα από την φωνή του Σάμιουελ Τζάκσον, που γνωρίζει πώς να τους προσδώσει την βαρύτητα που τους αρμόζει. Εξετάζοντας το δικό του μερίδιο ευθύνης για αντίδραση απέναντι στην κοινωνική αδικία, την εικόνα των Αμερικανών ηρώων που η καλλιέργησε ολόκληρη κουλτούρα της διασκέδασης, την άνοδο των μαύρων ως ένα καταναλωτικό πλέον κοινό και αναδεικνύοντας την αντίφαση σε σύγκριση με την όχι και τόσο μακρινή σκλαβιά τους, η ρητορική του Μπάλντουιν έχει όλη τη διαύγεια ενός διανοούμενου και τον ρεαλισμό ενός κοινού ανθρώπου, ικανή να επικεντρώνεται χωρίς περιστροφές στην ουσία του προβλήματος.

Αυτό όμως που κάνει την διαφορά, είναι η απρόσμενη αλλά απόλυτα λογική αναγωγή των λεγόμενων του Μπάλντουιν στο παρόν. Τα τραγικά γεγονότα στο Φέργκιουσον, οι εικόνες από την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα (οι οποίες ειρωνικά συνοδεύουν την – ακούσια συγκαταβατική – πρόταση ότι τα επόμενα σαράντα χρόνια, η Αμερική μπορεί να δει τον πρώτο της μαύρο πρόεδρο) και οι πορείες για το Black Lives Matter εντάσσονται αρμονικά στην αποτύπωση μιας ταραχώδους πραγματικότητας που δε δείχνει να έχει αλλάξει και πολύ στα χρόνια που μεσολάβησαν. Ο Πεκ παίζει με την εικόνα (χρωματίζοντας ασπρόμαυρες εικόνες ή, αντιθέτως, αποχρωματίζοντας σύγχρονες λήψεις) για να δημιουργήσει μια άχρονη αίσθηση που έχει αναμφισβήτητη δύναμη, ικανή να του συγχωρήσει μερικές άστοχες οπτικοποιήσεις των λόγων του Μπάλντουιν, όπως όταν επιλέγει να συνοδεύσει το «προσπαθούν να μας πείσουν ότι το Μπέρμιγχαμ βρίσκεται στον Άρη» με… κυριολεκτικά πλάνα από τον κόκκινο πλανήτη.

Η αφήγηση που δομεί ο Πεκ δεν περιορίζεται μόνο στην ιστορική εικονογραφία. Δανείζεται επιπλέον εικόνες από τα δελτία ειδήσεων, από τον κινηματογράφο, από την reality τηλεόραση, από όπου μπορεί να λάβει κανείς στοιχεία για να δομήσει την εικόνα που έχει καταγραφεί στη συλλογική «λευκή» μνήμη για το πώς είναι η ζωή ενός έγχρωμου πολίτη στην Αμερική κυρίως απέναντι σε μια λευκή αθωότητα και, κατ’ επέκταση, δήλωση ανωτερότητας. Από τον ερωτισμό του Σίντνεϊ Πουατιέ στο «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει το βράδυ» του Κράμερ και τον «King Kong» των Σόντσακ και Κούπερ μέχρι το «Dance, Fools, Dance» του Μπόμοντ και τον «Ελέφαντα» του Γκας Βαν Σαντ (χωρίς να αγνοεί τον Τζον Φορντ και την, ούτε λίγο ούτε πολύ, όμοια μεταχείριση των Ινδιάνων στον κινηματογράφο), ο Πεκ απομονώνει όλα όσα χρειάζονται για να υπογραμμίσει ότι το πρόβλημα ξεπερνά το προφανές, έχοντας δημιουργήσει πλέον μια στέρεα εικόνα στο συλλογικό υποσυνείδητο.

Για αυτό και το «I am not your Negro» αφορά εξίσου το τώρα όσο και το τότε. Για αυτό και αποτελεί το ίδιο μια αντισυμβατική βιογραφία του Μπάλντουιν (αν και αγνοεί – πέρα από φευγαλέες αναφορές από τα αρχεία του FBI – κρίσιμες παραμέτρους της ζωής του, όπως το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλος τον είχε φέρει σε αντιπαράθεση με τους Μαύρους Πάνθηρες) όσο και μια συναισθηματική κατάθεση του Πεκ σχετικά με τους αγώνες και την κληρονομιά των δικών του (ή μήπως όλων μας) ανθρώπων. Για αυτό και αποτελείται τόσο από ερωτήσεις, όσο και από (αυτονόητες αλλά όχι ακόμα κοινώς αποδεκτές) απαντήσεις. Ουσιαστικά αυτό που καταφέρνει ο Πεκ είναι να εντοπίσει τις ρωγμές της Δυτικής κοινωνίας και όλες τις φυλετικές, ταξικές και κοινωνικές διακρίσεις που έχουν καταφέρει να παρεισφρήσουν και, ενδεχομένως, να τονώσουν τις δομές της. Το μόνο που χρειάζεται, όπως και χρειαζόταν εδώ και τόσα χρόνια, είναι να τον ακούσουμε.

Comments Off on Προβολή του ντοκιμαντέρ ”I AM NOT YOUR NEGRO”, Δευτέρα 22/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3
Comments Off on ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 21:30 ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΚΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΒΥΡΩΝΟΣ 3

Κλέφτες Καταστημάτων

Shoplifters

του Χιροκάζου Κόρε-Εντα

Με μία ψιθυριστή, μικρή ταινία με τεράστια καρδιά, ο Ιάπωνας ουμανιστής σκηνοθέτης παρουσιάζει μία άλλη όψη των κλεμμένων στιγμών στη ζωή και στο σινεμά. Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Κανών, επίσημη υποβολή της Ιαπωνίας για τα Όσκαρ.

Ένα παγερό χειμωνιάτικο βράδυ ο Οσάμου με τον μικρό του γιο Σότα μπαίνουν στο τοπικό σούπερ μάρκετ για να ακολουθήσουν τη συνηθισμένη τους ρουτίνα. Να κλέψουν τις προμήθειες της μέρας – ήρεμα, αποφασιστικά, χορογραφημένα. Στο δρόμο για το σπίτι όμως (μία παράγκα σε φτωχική συνοικία του Τόκιο) περνούν από τις εργατικές κατοικίες, όπου στο μπαλκόνι συναντούν το ίδιο θέαμα όπως κάθε βράδυ: ένα τετράχρονο κοριτσάκι που οι γονείς του το αφήνουν μόνο του έξω στο κρύο. Ο χαμογελαστός Οσάμου παίρνει το παιδί μαζί του, προς έκπληξη της γυναίκας, της γιαγιάς και της νύφης του: αντέχουν να ταΐσουν άλλο ένα στόμα; Όταν όμως βλέπουν τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα του κοριτσιού, δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη. Η μικρή Ριν (της καίνε τα παλιά της ρούχα, την κουρεύουν, της δίνουν νέο όνομα και νέα ευκαιρία στη ζωή) γίνεται μέλος της οικογένειάς τους. Μίας οικογένειας τυχοδιωκτών, όπου κανείς δεν είναι αθώος. Όλοι εξαπατούν, κλέβουν, κερδίζουν πονηρά κι άνομα τα προς το ζην για να συμπληρώσουν το πενιχρό ημερομίσθιο του εργάτη πατέρα και της μαγείρισσας μάνας. Κανείς όμως δε θεωρεί ό,τι κάνουν «κλοπή». Ούτε στην περίπτωση του μικρού κοριτσιού. Όλα είναι θέμα επιβίωσης.

Από το «Nobody Knows» (2004) και το «Πατέρας και Γιος» (2013) μέχρι το «Οur Little Sister» (2015) και το «The Third Murder» (2017) είναι πραγματικά αφοπλιστικό πώς ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα καταφέρνει να υφαίνει τέτοιες ιστορίες κάθε φορά. Τόσο σύνθετες στην κοινωνική τους παρατήρηση και σκέψη (τι θεωρούμε καλό ή κακό, ένοχο ή αθώο) και τόσο προσιτές, ζεστές κι άμεσες στην επικοινωνία τους. Να αποτυπώνουν τόσο ειλικρινά την παραβατική διάσταση των ηρώων τους και, ταυτόχρονα, οι ζωές τους να γίνονται τόσο τρυφερά και φιλόστοργα δικές μας.

Ο Κόρε-Εντα δε φωνάζει τα μηνύματά του, τα ψιθυρίζει. Η κατανόηση, η καλοσύνη κι ανθρωπισμός του στέκονται ακλόνητα όσο πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Σχεδόν ως πολιτική στάση και δήλωση. Περισσότερο όμως σαν μία ζεστή κουβερτούλα που σε σκεπάζει καθησυχαστικά στο τέλος μίας δύσκολης, αποκαρδιωτικής μέρας: ο κόσμος είναι σκληρός κι άδικος, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς βρει το δικό του δρόμο, να δημιουργήσει τη δική του εναλλακτική οικογένεια, να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Κόρε-Εντα όμως είναι ότι κλονίζει τις χρόνια εδραιωμένες προκαταλήψεις του θεατή. Τούς ξέρουμε αυτούς τους «Κλέφτες Καταστημάτων». Τις ξέρουμε αυτές τις κουτοπόνηρες γιαγιάδες, τις καπάτσες μανάδες, του μπαμπάδες αρχηγούς της συμμορίας, τα καλοκουρδισμένα ζητιανάκια παιδιά τους. Έχουμε σαφέστατη εικόνα, άποψη και στερεότυπα για αυτούς. Κι όμως, ο ουμανιστής Ιάπωνας σκηνοθέτης, χωρίς να χαρίζεται στους ένοχους ήρωές του, χωρίς τον παραμικρό μελοδραματισμό ή αθώωση, καταφέρνει, με απαλότητα και ευαισθησία, να ροκανίσει τις πεποιθήσεις μας, να μάς κάνει να αμφιβάλλουμε.

Ανοίγοντας την πόρτα της παράγκας, ανοίγει κι ο διάλογος. Τι είναι παραβατικό, τι νόμιμο και τι ηθικό τελικά; Ποιον πετάμε στο περιθώριο, ποιον φυλακίζουμε και σε ποιον επιτρέπουμε να ζει ατιμώρητος; Πώς μπορείς να είναι κανείς ηθικός, σ’ έναν ανήθικο κόσμο;

Πάνω από όλα, ο Κόρε-Εντα εξετάζει την οικογένεια – την πρώτη μικροκοινωνία που μας μαθαίνει το καλό από το κακό, την αγάπη και το φθόνο, μάς δίνει ταυτότητα και βηματισμό στην υπόλοιπη ζωή μας. Απέναντι σε μία παγωμένη κοινωνία νόμου και τάξης, οι «Κλέφτες Καταστημάτων» του μοιάζουν χαοτικά ευτυχισμένοι, πλημμυρισμένοι από ζεστασιά κι αγάπη. Η εικόνα της γιαγιάς να κοιτάει την οικογένειά της να παίζει στη θάλασσα και να λέει ένα «ευχαριστώ», έτσι, μόνη της, στον άνεμο, θα μείνει μαζί μας για καιρό…

Με εξαιρετικές, νατουραλιστικές ερμηνείες από μικρούς και μεγάλους (με αποκορύφωση τις σπαραχτικές στιγμές της «μάνας» Αντο Σακούρα) και μία συλλογή από «κλεμμένες» μικροστιγμές (η ερωτική σκηνή είναι υποδειγματικά γυρισμένη), μία μικρή ταινία με μεγάλη καρδιά κλέβει τις εντυπώσεις, κλέβει και τη συγκίνησή μας.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”SHOPLIFTERS”, Δευτέρα 15/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

H Ουρουγουάη βρίσκεται υπό στρατιωτικό καθεστώς. Τα μέλη της ομάδας ανταρτών «Τουπαμάρος» έχουν ήδη συλληφθεί και βρίσκονται στη φυλακή. Τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου του 1973, εννιά κρατούμενοι από αυτούς θα μεταφερθούν μυστικά σε άλλη φυλακή, θα γίνουν όμηροι της χούντας και θα περάσουν 12 βασανιστικά χρόνια στη φυλακή.

Ο Μουχίκα κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρόεδρος, επέμενε να μένει στη φάρμα του και όχι στο προεδρικό μέγαρο, να δωρίζει το 90% του μισθού του σε φιλανθρωπίες, να κυκλοφορεί με ένα σκαραβαίο-σαραβαλάκι και να περιμένει στην ουρά με τους υπόλοιπους πολίτες όταν αρρώσταινε. Πρόκειται λοιπόν για μια μεγάλη και εξαιρετικά αγαπητή προσωπικότητα που θαυμάζεται όχι μόνο από τη χώρα του αλλά και από όλον τον πλανήτη. Εδώ λοιπόν σε αυτήν την ταινία, θα δούμε όσα υπέμεινε κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του , αυτός και οι σύντροφοί του (μέλη του αντάρτικου κινήματος Τουπαμάρος) κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Είναι μια ιστορία συγκλονιστική, ύμνος την ανθρώπινη δύναμη, στην ανθρώπινη θέληση.

Ένα ιστορικό δράμα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που συγκλόνισαν την Ουρουγουάη. Στην ταινία θα δούμε την ιστορία των τριών κρατουμένων από τους εννέα. Η επιλογή δεν είναι τυχαία φυσικά, αφού πρόκειται για σημαντικές προσωπικότητες της χώρας, ανάμεσά τους και ο Χοσέ Μουχίκα, κατοπινός πρόεδρος της Ουρουγουάης, γνωστός και ως «ο φτωχότερος πρόεδρος στον κόσμο».

«Los únicos derrotados son los que bajan los brazos, los que dejan de luchar»
Aυτή η φράση, την οποία του λέει κάποια στιγμή η μητέρα του στην ταινία, είναι και το κεντρικό νόημα, το «ηθικό δίδαγμα» αν θέλετε. Ότι δηλαδή, οι μοναδικοί ηττημένοι είναι αυτοί που παραιτούνται. Αυτοί που σταματούν να μάχονται.

Η σκηνοθεσία και το σενάριο είναι του Álvaro Brechner. Πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά από όλες τις απόψεις. Δεν είναι μόνο το ίδιο το story, που είναι από μόνο του πολύ δυνατό έτσι κι αλλιώς, είναι και ότι το απέδωσε μοναδικά ο Brechner και σεναριακά και σκηνοθετικά. Είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που είδα τελευταία.

Οι ερμηνείες συγκλονιστικές από τους ηθοποιούς Antonio de la Torre,Chino Darín,Alfonso Tort, που είναι να απορεί κανείς για το πόσα μπορεί να τράβηξαν για τα γυρίσματα αυτής ταινίας. Η μουσική του Federico Jusid επίσης δυνατή, άκρως συγκινητική και φυσικά ξεχωρίζει η διασκευή του πασίγνωστου τραγουδιού «The sound of silence» με τη φωνή της Silvia Pérez Cruz, που σου σηκώνει την τρίχα.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”LA NOCHE DE 12 AÑOS (A TWELVE-YEAR NIGHT)”, Δευτέρα 8/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

«Do the Right Thing» του Σπάικ Λι

Επειδή μερικά από τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου ξεκινούν και τελειώνουν με το καλοκαίρι, για κάθε μέρα του Ιουλίου θυμόμαστε τις ταινίες που δεν ξεχάστηκαν με τον ερχομό του φθινοπώρου.

«Λοιπόν, κύριοι, έτσι που το βλέπω, αν αυτός ο ζεστός καιρός συνεχίσει, θα λιώσει τους Πόλους και όλον τον κόσμο. Και τα μέρη του πλανήτη που δεν είναι ήδη καλυμμένα με νερό θα γεμίσουν αίμα…»

Στο Μπέντφορντ Στάιβεσαντ του Μπρούκλιν δεν χρειάζεται να ζήσεις τη πιο ζεστή μέρα του χρόνου για να καταλάβεις πως όλη η γειτονιά μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει.

Το λέει και ο Mister Señor Love Daddy στο ραδιόφωνο: «Έχω μια πρόγνωση για εσάς και είναι hot και το χρώμα της ημέρας είναι μαύρο». Το βλέπεις και στους δρόμους όπου τα παιδιά σπάνε τους πυροσβεστικούς κρουνούς για να δροσιστούν και να παίξουν με το νερό. Το μυρίζεις στην ένταση που επικρατεί κάθε φορά που ο Μούκι προσπαθεί να κάνει το σωστό, μπερδεμένος ανάμεσα στα χρήματα που χρειάζεται για να συντηρεί το γιο του και την ταπείνωση του να δουλεύει για έναν λευκό που αρνείται να δεχθεί πως πλέον αποτελεί μειοψηφία.

Ο καύσωνας όμως είναι αμείλικτος και κανένα ντους ψυχραιμίας δεν είναι ικανό να δροσίσει το μίσος που ρέει καυτό σαν τον ιδρώτα. Και η θερμοκρασία ανεβαίνει κάθε φορά που το «Fight the Power» των Public Enemy ακούγεται στο boombox του Radio Raheem, κάθε φορά που η αστυνομία έρχεται για να επιβάλλει την τάξη, κάθε φορά που ο Μούκι (σε μια από τις ωραιότερες σκηνές σεξ στην ιστορία του σινεμά) απλώνει παγάκια στο καυτό κορμί της Tίνα.

«Δεν είναι ποτέ πολύ ζεστά ή πολύ κρύα για να γαμήσεις», θα πει κάποια στιγμή ο Sweet Dick Willie. Και θα έχει δίκιο. Γιατί όταν ο ήλιος είναι τόσο καυτός, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον χρησιμοποιήσεις για άλλοθι.

Ο,τι θα συμβεί στο για πολλούς επικίνδυνο – εν έτει 1989 – φινάλε του «Do the Right Thing» είναι απλά ό,τι συμβαίνει όταν δεν αντέχεις πια. Όταν με κάποιο τρόπο πρέπει να αντιδράσεις σε μια ιστορική συνέχεια που κουβαλάς πάνω σου σαν ζεστό ρούχο ενώ έξω έχει καύσωνα. Όταν είσαι πια σίγουρος πως η μοναδική ελπίδα για να αλλάξει ο κόσμος είναι να γίνεις εσύ ο περιστασιακός ήρωας μιας επανάστασης που θα ολοκληρώσει την πιο καυτή μέρα ενός καλοκαιριού σαν όλα τα άλλα.

Το ότι ο Σπάικ Λι, στα 32 του χρόνια, γύρισε ένα αριστούργημα για ένα μίσος που κρατάει ακόμη γερά ακόμη και σήμερα, θα ήταν απλά ένα επίτευγμα. Το γεγονός πως το έκανε με την οργή ενός παιδιού της γειτονιάς, ρίχνοντας εκτυφλωτικό φως σε μια γωνιά του κόσμου που δεν θα περνούσες ούτε απ’ έξω, είναι ο λόγος για τον οποίο – ακόμη και μετά από πολλά κινηματογραφικά ατοπήματα – μπορεί να μείνει για πάντα στην ιστορία του σινεμά. Με ένα κεφάλαιο που αναδύει σε κάθε του φιλμικό πόρο την πυρακτωμένη ανάγκη για συνύπαρξη και ανοχή.

Και αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί παρά εκείνη την ημέρα που για πολλούς θα παραμείνει η πιο ζεστή που έζησαν ποτέ.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ” DO THE RIGHT THING ”, Δευτέρα 1/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3
Comments Off on ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 21:30 ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΥΤΟ-ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ – ΜΠΑΡ ΣΤΟ ΠΑΡΚΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΒΥΡΩΝΟΣ 3

The Last Temptation of Christ (1988)

Πρόκειται για μια εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου πολυσυζητημένου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε το 1952. Ένα βιβλίο του οποίου αν και η κυκλοφορία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και μπήκε στην Ρωμαιοκαθολική λίστα των λεγόμενων «απαγορευμένων βιβλίων», κατάφερε κι έγινε best seller. Εξ αιτίας του βιβλίου αυτού, ο βαθιά θρησκευόμενος, μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης, αφορίστηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τριάντα χρόνια αργότερα, ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Martin Scorsese, μετά από παρότρυνση της ηθοποιού Barbara Hershey που είχε διαβάσει το βιβλίο, αποφάσισε να το μεταφέρει σε ταινία.
Ο επίσης καταξιωμένος σεναριογράφος και παλιός συνεργάτης του Scorsese, Paul Schrader, ακολουθώντας όσο πιο πιστά μπορούσε το κείμενο του Καζαντζάκη, συνεργάστηκε άψογα με τον σκηνοθέτη και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία μυθοπλασίας που καταφέρνει και αναδίδει με εξαιρετικό τρόπο όλα τα νοήματα και τους συμβολισμούς που πηγάζουν μέσα από το βιβλίο του κορυφαίου Έλληνα λογοτέχνη.


Το θέμα της ταινίας (όπως και του βιβλίου) επικεντρώνεται στους πειρασμούς που περιστοίχισαν τον Ιησού (γεγονός που αναφέρεται και στις Γραφές) και στο τι θα γινόταν αν ο ίδιος λύγιζε και αποποιούταν το σκοπό για τον όποιο ήρθε στη γη, ενδίδοντας στην ανθρωπινή υπόστασή του και ζώντας ως ένας απλός άνθρωπος δημιουργώντας οικογένεια και κάνοντας παιδιά δίπλα στη γυναίκα που αγαπούσε, την Μαρία Μαγδαληνή.
Η ταινία αρχίζει με ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του Καζαντζάκη που αναφέρει: «Η κυριότερη αγωνία μου και το αποτέλεσμα που πηγάζει από τις χαρές και τις λύπες μου είναι η συνεχής και χωρίς οίκτο μάχη ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα…» και συνεχίζοντας ξεκαθαρίζει με απόλυτα σαφή και ειλικρινή τρόπο στο κοινό, ότι δεν βασίζεται ούτε σε καμία ιστορική αλήθεια, ούτε και στα Ευαγγέλια της Χριστιανικής Πίστης των οποίων τα κείμενα, ακολουθεί αναγκαστικά και εμφανώς διαφοροποιημένα, μόνο και μόνο για να πλαισιώσει την ιστορία της.
Βέβαια, το να καθιστά κάποιος ως κεντρικό πρόσωπο σε μια ταινία το υπέρτατο σύμβολο του Χριστιανισμού, τον Ιησού Χριστό, και να τον διαφοροποιεί σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να τον παρουσιάζει σαν κοινό θνητό με πάμπολλες αδυναμίες, πνευματικές και σαρκικές, δεν παύει σε καμία περίπτωση να είναι προκλητικό και παρακινδυνευμένο. Είναι ευκολονόητο πως θα κατηγορηθεί από μία μεγάλη μερίδα φανατικών θρησκόληπτων και όχι μόνο, τουλάχιστον, ως αιρετικός, αντιχριστιανικός και βλάσφημος. Από την άλλη πάλι, όταν αφήνει να εννοηθεί ότι το όλο θέμα πρόκειται για μία μυθοπλασία με θρησκευτικές αναζητήσεις μέσα από την οποία, η εστίαση στο ανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού γίνεται με σκοπό να τονιστεί το μεγαλείο της θεϊκής Του υπόστασης έτσι ώστε ο θεατής να νιώσει το μέγεθος της θυσίας Του, τότε μάλλον οι κατηγόριες που του επισυνάπτουν είναι άδικες.


Από καλλιτεχνικής άποψης η ταινία είναι άψογη. Εκπληκτική είναι η σκηνοθεσία του Martin Scorsese, ο οποίος περνάει τα μηνύματά και τους συμβολισμούς του, άλλοτε με όμορφες “θεϊκές” σκηνές και άλλοτε με πλάνα που σοκάρουν και κυριολεκτικά προκαλούν, δημιουργώντας έντονες αντιφάσεις σχετικά με το τι θέλει πραγματικά να δείξει.
Πολύ καλή είναι η φωτογραφία, το μοντάζ, τα οπτικά εφέ αλλά και η μουσική επένδυση του Peter Gabriel, που ακολουθεί με πολύ ωραίο τρόπο τις ανάλογες εκφράσεις των συναισθημάτων της κάθε σκηνής.
Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα της ταινίας σε σύγκριση με άλλες του αντίστοιχου είδους, είναι η κάπως φτωχή απεικόνιση της εποχής, γεγονός που μάλλον οφείλεται στο περιορισμένο budget που είχε στην διάθεσή του ο δημιουργός.
Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι πολύ καλές, με κορυφαία αυτή του Willem Dafoe στο ρόλο του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Για την ερμηνεία του ο Dafoe απέσπασε άριστες κριτικές και δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριξαν πως στο πρόσωπο του υπήρξε, η πιο ρεαλιστική απεικόνιση όλων των εποχών, του “κινηματογραφικού Ιησού Χριστού”.
Στο πλευρό του ο Harvey Kaitel, υποδύεται τον Ιούδα έχοντας έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία αφού παρουσιάζεται ως ο μόνος άνθρωπος που πραγματικά καταλαβαίνει τη σημαντικότητα του Ιησού και Τον προτρέπει να αναλάβει τον ρόλο του, ξεδιαλύνοντας μάλιστα το απατηλό του τελευταίου πειρασμού και αποκαλώντας Τον προδότη(!).
Στον ρόλο της Μαγδαληνής η πολύ καλή Barbara Hershey, ενώ στον σύντομο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου βλέπουμε τον χαρισματικό David Bowie.


Τα διάφορα προβλήματα και οι επικρίσεις για το εγχείρημα του Scorsese, ξεκίνησαν πολύ νωρίς, πριν καν αρχίσουν τα γυρίσματα της ταινίας. Αρχικά το 1983, ως εταιρία παραγωγής είχε αναλάβει η Paramount Pictures, αλλά μερικές βδομάδες πριν τα προγραμματισμένα γυρίσματα στο Μαρόκο, αποχώρησε φοβούμενη τις αντιδράσεις που θα επακολουθούσαν. Μετά από αυτό ο σκηνοθέτης απευθύνθηκε στην Universal Studios, της οποίας οι υπεύθυνοι δέχθηκαν να αναλάβουν την παραγωγή, αλλά ανάγκασαν τον  Scorsese να κάνει υποχωρήσεις σχετικά με το κόστος, θέτοντας ως μάξιμουμ τα 7.000.000 δολάρια, καθώς ήταν σχεδόν σίγουροι ότι η ταινία δεν θα σημείωνε εμπορική επιτυχία -όπως άλλωστε κι έγινε αφού οι εισπράξεις παγκοσμίως με το ζόρι ξεπέρασαν τα 8 εκατομμύρια δολάρια.
Το «The Last Temptation of Christ» έκανε πρεμιέρα στις Αμερικανικές αίθουσες στις 12 Αυγούστου του 1988, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο από την Εκκλησία αλλά και από σωρεία πιστών που την κατέκριναν για κατάφωρη έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Φυσικά υπήρχαν και οι πιο “ανοικτόμυαλοι” ή μη ανήκοντες στην Παπική ή Ορθόδοξη μερίδα ή σε κάποια άλλη θρησκεία γενικότερα, που την αντιμετώπισαν ως άλλη μία ταινία που πραγματεύεται τη ζωή κάποιου ιστορικού προσώπου.
Τον Οκτώβριο του ’88, κατά την διάρκεια της προβολής της σε Γαλλικό κινηματογράφο, ομάδα “πιστών” έριξε βόμβες μολότοφ μέσα στην αίθουσα με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό πολλών θεατών.
Στην Αθήνα, έξω από τον κινηματογράφο ”Ιντεάλ” ομάδα από ορκισμένους χριστιανούς με σημαίες, λάβαρα και σταυρούς, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών εμποδίζοντας την προβολή της και απειλώντας να πυρπολήσουν την αίθουσα.
Σε αρκετές χώρες του κόσμου, όπως στην Τουρκία, στο Μεξικό, στη Χιλή και στην Αργεντινή, η ταινία απαγορεύτηκε για αρκετά χρόνια, ενώ η απαγόρευσή της συνεχίζεται μέχρι και σήμερα στη Χιλή, στη Φιλιππίνες και στη Σιγκαπούρη.
Στην χώρα μας, δεν έχει προβληθεί ποτέ από κανένα τηλεοπτικό κανάλι (παρά τις προσπάθειες που έχει κάνει κατά καιρούς το Star Channel) και απουσιάζει απ’ όλα τα video clubs. DVD της ταινίας κυκλοφόρησε πριν από καιρό, με μια Αθηναϊκή εφημερίδα.


Την βραδιά της απονομής των βραβείων Όσκαρ του 1989, η ταινία βρέθηκε υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ ήταν και υποψήφια για δύο Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερης Μουσικής για τον Peter Gabriel και Καλύτερου Ηθοποιού Β’ Ρόλου για την Barbara Hershey). Διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας όπου ο Martin Scorsese, απέσπασε το Βραβείο κριτικών “Bastone Bianco”. 
Ο Harvey Kaitel βρέθηκε υποψήφιος για Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου στον διαγωνισμό Razzie (Χρυσά Βατόμουρα)*.
Σήμερα η ταινία, σύμφωνα με τις κινηματογραφικές ιστοσελίδες IMDb και Rotten Tomatoes, βρίσκεται σε υψηλή θέση στις προτιμήσεις των θεατών και η δημοτικότητά της ανεβαίνει συνεχώς. Όπως και να ‘χει, είναι μια ανατρεπτική ταινία που αξίζει να την δει κάποιος για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.




Comments Off on Προβολή της ταινίας ”THE LAST TEMPTATION OF CHRIST”, Δευτέρα 22/4/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Καπερναούμ

Capernaum

της Ναντίν Λαμπακί

Η χειριστική, στα όρια του exploitation, ματιά της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπακι για τα παιδιά και τις γυναίκες που ξέχασε ο Θεός. Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών, υποψηφιότητα για Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

To γεγονός πως η Ναντίν Λαμπακί αποδεικνύει στην τρίτη της ταινία (θυμηθείτε το «Caramel» και το «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες») πως μπορεί ως σκηνοθέτης να χειριστεί ικανά μια δύσκολη παραγωγή τόσο σε μέγεθος όσο και απαιτήσεις εξαιτίας των ερασιτεχνών ηθοποιών της, δεν κάνει απαραίτητα την ταινία της κάτι περισσότερο από μια «εύκολη» ματιά πάνω στην ανθρώπινη δυστυχία όπως αυτή απλώνεται πάνω από τη σύγχρονη Βηρυτό, εκεί όπου θα συναντηθούν οι ιστορίες του Ζεν και της Ραχήλ.

Ο 12χρονος (ή έτσι υπολογίζουν όλοι αφού ακόμη και οι γονείς του δεν γνωρίζουν την ηλικία του) Ζεν μεγαλώνει με την πολυμελή οικογένειά του στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Βηρυτού. Είναι με κάποιο τρόπο ο άντρας του σπιτιού, αφού δουλεύει, κλέβει φαγητό για λογαριασμό όλων και είναι αυτός που φροντίζει τα αδέρφια του. Περισσότερος δεμένος με τη συνομήλικη αδερφή του, θα φύγει από το σπίτι, όταν οι γονείς του θα την «πουλήσουν» σε έναν ενήλικα για να την παντρευτεί, ανταλλάσσοντας έτσι διαρκές ενοίκιο για το διαμέρισμα στο οποίο μένουν. Στη διαδρομή του μέσα στην πόλη θα συναντήσει την Ραχήλ, μια γυναίκα από την Αιθιοπία που δουλεύει καθαρίστρια σε ένα λούνα – παρκ και μεγαλώνει κρυφά το παιδί της. Με τα χαρτιά της να έχουν λήξει, η Ραχήλ προσπαθεί να βρει λύση, ενώ εμπιστεύεται στον Ζεν τη φροντίδα του μωρού της.

Φυσικά και αυτή η σύνοψη είναι μόνο το περίγραμμα μιας ταινίας που δεν φοβάται να καταδείξει τα απανωτά χτυπήματα της μοίρας που θα συμβούν σε ένα αθώο παιδί, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να καταγγείλει τους ενήλικες μιας ολόκληρης κοινωνίας (έτσι κι αλλιώς η ταινία εκτυλίσσεται γύρω από την εκδίκαση της αγωγής του Ζεν εναντίον των γονιών του με την κατηγορία ότι «τον έφεραν στη ζωή») και μαζί τον κόσμο όλο, παίζοντας χωρίς ενοχή ταυτόχρονα και με την αίσθηση σοκ προς τον Δυτικό θεατή ο οποίος – δυστυχώς – μοιάζει να περιμένει διαρκώς μια τέτοια ταινία για να μάθει τι συμβαίνει έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

Και αν μια ταινία καθαρής καταγγελίας δεν έχει πλέον πολλά στο να βασιστεί, εκτός από την κινηματογράφηση της, η Λαμπακί επιλέγει όλους τους λάθος τρόπους για να γυρίσει την ιστορία του Ζεν – και δεν εννοεί κανείς μόνο την πομπώδη μουσική που τερματίζει τον μελοδραματισμό ακόμη και στις λίγες στιγμές που η κάμερα προσπαθεί να δηλώσει αποστασιοποιημένη, ούτε φυσικά τα ιντερλούδια αργής κίνησης που καταλήγουν με τη βοήθεια κάμερας σε drone σε εντυπωσιακά εναέρια πλάνα που παραπέμπουν σε διαφημιστική ταινία.

Απόλυτα χειριστική, με μελετημένη κάθε επόμενη σκηνή που θα κάνει το μέσο θεατή να αγανακτήσει για τη μοίρα αυτού του παιδιού, με ισόποσες δόσεις χιούμορ και πόνου, τρυφερότητας και βίας, η Λαμπακί θα ήθελε να κάνει την «Πόλη του Θεού», αλλά στην πραγματικότητα κάνει ένα ξεχειλωμένο «Slumdog Millionaire» και με έναν τρόπο (που ακούγεται όσο άσχημα διαβάζεται) ένα σχεδόν οσκαρικό crowd pleaser, εκμεταλλευόμενη – είμαστε σίγουροι – καταστάσεις που όντως συμβαίνουν στο Λίβανο, όπως και σε όλη τη Μέση Ανατολή, αλλά ευτυχώς όχι κινηματογραφημένες σαν να επρόκειτο για τις ανάγκες ενός πολυτελούς coffee table book.

Η τόλμη της Ναντίν Λαμπακί να καταπιαστεί με μια φέτα αληθινής ζωής καταποντίζεται από την ολοφάνερη διάθεσή της να είναι καταγγελτική, αλλά όχι και επιθετική στο θεατή. Στην ταινία της υπάρχουν (ολιγόλεπτες) στιγμές νεορεαλιστικής αυθεντικότητας (που βασίζονται κυρίως στις ερμηνείες των ερασιτεχνών ηθοποιών της) και μικρές δόσεις ανατρεπτικού χιούμορ, κόντρα στην βαρύτητα όσων δείχνει, αλλά το φλερτ της με τον μελοδραματισμό είναι τόσο έντονο που πολύ γρήγορα η «Καπερναούμ» καταλήγει σε ένα στα όρια του exploitation και μαζί αφελούς μωσαϊκού από μικρές και μεγάλες δυστυχίες – για τα μάτια σας μόνο.

Η έκδηλη αναφορά στη βιβλική ιστορία του Χριστού που επισκέφθηκε την ομότιτλη πόλη για να σηκώσει τον παράλυτο από το κρεβάτι του και έτσι να πείσει για την ταυτότητά του όσους τον αμφισβητούσαν, μένει εδώ χωρίς αντικείμενο, καθώς όσο και να προσπαθήσεις είναι αδύνατον να βρεις το παραμικρό θαύμα σε αυτήν την ταινία.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”CAPERNAUM”, Δευτέρα 15/4/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Υπόθεση: Ο Montoya Santana, ένας νεαρός από το Ανατολικό Λος Άντζελες, σχηματίζει μια νεανική συμμορία με δυο φίλους του. Σύντομα όμως θα βρεθούν στο αναμορφωτήριο, όπου ο Santana δολοφονεί έναν άλλο τρόφιμο που προηγουμένως τον είχε βιάσει, με αποτέλεσμα να επεκταθεί η ποινή του και μετά την ενηλικίωσή του. Στη φυλακή σταδιακά γίνεται αρχηγός μιας ισχυρής συμμορίας, που λειτουργεί τόσο εντός, όσο κι εκτός της φυλακής.

Το American Me είναι συνδυασμός δράματος φυλακής, ταινίας με θέμα τη μαφία και βιογραφίας, αφού ο βασικός χαρακτήρας, ο Montoya Santana, είναι εμπνευσμένος από τον Rodolfo Cadena, υπαρκτό πρόσωπο που διετέλεσε αρχηγός μιας από τις πιο ισχυρές συμμορίες εντός φυλακής και αποτέλεσε το βασικό σχήμα της Μεξικάνικης Μαφίας. Η ταινία, που είναι σκηνοθετημένη από τον ηθοποιό Edward James Olmos, που πολλοί θα θυμάστε από την τηλεοπτική σειρά Miami Vice, έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την ταινία Blood In, Blood Out (aka Bound by Honor) που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Αλλά ενώ η τελευταία έβγαζε μια ρομαντική διάθεση που άμβλυνε αρκετά τις καταστάσεις, το American Me είναι βάναυσο, σκληρό και πεσιμιστικό. Ο Olmos χρησιμοποιεί μια ρεαλιστική προσέγγιση στο θέμα, αφού η ταινία είναι χρησιμοποιεί πραγματικούς χώρους της Folsom Prison, ενώ σε βοηθητικούς ρόλους συμμετέχουν πραγματικοί κρατούμενοι. Η προσωπική οπτική του Olmos είναι ιδιαίτερα τραχιά αφού η εξιστόρηση των γεγονότων γίνεται με τη χρήση γραφικής εν μέρει βίας και αυθεντικών διαλόγων που ενισχύει το ρεαλιστικό στοιχείο του American Me. Παρουσιάζοντας σε πρώτο επίπεδο μια τραγωδία όπου οι χαρακτήρες βρίσκονται μπλεγμένοι σε έναν αέναο κύκλο βίας που αναπαράγεται συνεχώς, χωρίς να υπάρχει καμιά ελπίδα, και σε δεύτερο επίπεδο μια κριτική ματιά απέναντι στον φτωχό τρόπο ζωής και στην έλλειψη μόρφωσης των κατοίκων του Ανατολικού Λος Άντζελες, που βρίσκουν μοναδική διέξοδο από την ανέχεια τις συμμορίες, o Olmos ενισχύει τον ρεαλισμό της ταινίας με μια απαισιόδοξη ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα λειτουργεί πολύ καλά κάνοντας τον θεατή να νιώσει τον πνιγηρό κύκλο βίας στον οποίο είναι εγκλωβισμένος ο βασικός χαρακτήρας. Γενικά η ταινία γίνεται αρκετά δυσάρεστη, εμμένοντας στην απόγνωση και την ανικανότητα του Santana να ξεφύγει από τη μοίρα του, με τον Olmos να μην αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Ακόμη και μια από τις μοναδικές ευχάριστες στιγμές της ταινίας, όταν ο Santana αφήνεται ελεύθερος μετά από χρόνια στη φυλακή και κάνει σεξ για πρώτη φορά με γυναίκα, ο Olmos δεν δημιουργεί ψευδαισθήσεις, μοντάροντας την παραπάνω σκηνή με μια σκηνή ομαδικού βιασμού μέσα στην φυλακή.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”AMERICAN ME”, Δευτέρα 8/4/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας
Comments Off on ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ CINE ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΤΙΣ 21:30 ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

Ο Χορός της Πραγματικότητας

La danza de la realidad

του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι

Στην πρώτη του ταινία μετά από 23 χρόνια, ο Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι ανοίγει ακόμη περισσότερο το ερμητικά «ανοιχτό» σύμπαν του για να παραδώσει την πιο προσωπική του ταινία, αντικαθιστώντας εδώ με περισσή νοσταλγία τον ωμό και πιο αποτελεσματικό σουρεαλισμό των ταινιών που κάποτε τον έκαναν ένα ζωντανό θρύλο του πιο παράξενου σινεμά που είχες δει ποτέ.

Ενα αγόρι γεννιέται το 1929 στην Τοπκαπίλα, μια μικρή παραλιακή πόλη στην άκρη της Χιλιανής ερήμου. Μεγαλώνοντας μέσα σε μια ξεριζωμένη οικογένεια, το αγόρι θα γνωρίσει από νωρίς τη γοητευτική γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και θα επιλέξει να ζήσει ακριβώς εκεί. Το αγόρι το λένε Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι και, προχωρώντας, θα γίνει σπουδαίος σκηνοθέτης.

Δεν είναι μόνο το αλά Νινο Ρότα σκορ που υπογράφει ο γιος του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, ούτε οι επαναλαμβανόμενες εικόνες του τσίρκου που κάνουν το πρώτο μέρος του «Χορού της Πραγματικότητας» να μοιάζει σαν το φελινικό απόσταγμα ενός ημερολογίου που ο Χιλιανός σκηνοθέτης θέλει οπωσδήποτε να μετατρέψει σε εικόνες, τοποθετώντας τον εαυτό του τότε (ως παιδί) και τώρα (ως μια φωνή από το μέλλον) σε μια αλλόκοτη ιστορία ενηλικίωσης – αιτία, αφορμή και άλλοθι για την «ενηλικίωσή» του ως ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς σκηνοθέτες που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στον πλανήτη σινεμά.

Φτιαγμένο από εμμονές, εκκεντρικότητες και άφθονη φρίκη, το σύμπαν του «Χορού της Πραγματικότητας» δεν απέχει πολύ από τις ταινίες – μνημεία που κρατούν το όνομα του Γιοντορόφσκι στην κορυφή μιας πυραμίδας που θα αναφέρεται πάντοτε όταν σε οποιαδήποτε συζήτηση περί σουρεαλισμού στο σινεμά κάποιος θα τοποθετήσει ψηλά τις τρεις πιο διάσημες στιγμές του: το «El Topo», το «The Holy Mountain» και το «Santa Sangre» – την επιθετική κληρονομιά του Γιοντορόφσκι σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «cult» σινεμά.

Η παιδική ηλικία του Γιοντορόφσκι αποτελείται από μια σειρά παραμορφωμένων αναμνήσεων: ένας κομμουνιστής πατέρας θύμα του αντισημιτισμού, μια μητέρα με κάτι περισσότερο από πλούσιο μπούστο που μιλάει μόνο σαν να τραγουδάει όπερα, ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια σαν αυτά που η Ντόροθι φορούσε πριν συναντήσει τον Μάγο του Οζ, νάνοι και ακρωτηριασμένοι επαίτες που ετοιμάζουν τη δική τους επανάσταση, μια ζωή μοιρασμένη ανάμεσα στην στοργή μιας μητέρας που βλέπει στο γιο της την ενσάρκωση του πατέρα της και ενός πατέρα που δεν θα διστάσει να οδηγήσει τον γιο του σε μια επίσκεψη στον οδοντίατρο χωρίς αναισθητικό προκειμένου να τον κάνει άντρα.

Περισσότερος σε ένα χορό με το όνειρο, το φαντασιακό, το γκροτέσκο και την μεγενθυμένη μνήμη ενός παιδιού παρά βυθισμένος σε μια πραγματικότητα που έτσι κι αλλιώς ο ίδιος ομολογεί ότι απομακρύνεται από τη δική του ζωή στο δεύτερο πιο σκοτεινό και πολιτικό μέρος, ο Γιοντορόφσκι προδίδει πως τα χρόνια πέρασαν και η ορμή του κάμφθηκε από τις υπερπροσπάθειες του να κάνει σινεμά με τους δικούς του όρους – αν και προς τιμήν του ότι κατάφερε να ολοκληρώσει τον «Χορό» με χρηματοδότηση από crowd funding.

Για πολλή ώρα ο «Χορός της Πραγματικότητας» γοητεύει με την ελαφρότητα, την τρέλα του και τον τρόπο με τον οποίο ο Γιοντορόφσκι δουλεύει πάνω στο b-movie σώζοντας με περισσή αυθαιρεσία τα φτηνά ειδικά εφέ και την ψηφιακή φωτογραφία δημιουργώντας παραισθησιογόνες εικόνες από μια «πειραγμένη» ενηλικίωση. Για ακόμη περισσότερη, όμως, μοιάζει απλά με μια συρραφή ιδεών, μια απότομη στροφή στην πολιτική κριτική στο δεύτερο μέρος με αποκορύφωμα τη σκηνή με το βασανισμό του γυμνού πατέρα λίγο πριν το φινάλε και συνολικά με ένα εγχείρημα που φέρει έντονα τα σημάδια του αποπροσανατολισμού από μια πραγματικά καίρια εξιστόρηση της ενηλικίωσης της Χιλής ή έστω του βίαιου τρόπου με τον οποίο ένα παιδί αποφασίζει να στραφεί στο όνειρο προκειμένου να αντέξει την πραγματικότητα.

Πολύχρωμο, λυρικό, σε στιγμές «σοφό» όταν ο ίδιος ο Γιοντορόφσκι εμφανίζεται για να σώσει τον «εαυτό» του και ενορχηστρωμένο με ευπρόσδεκτη ελαφρότητα πάνω στον καμβά της μνήμης όπως αυτή θα μένει πάντα μετέωρη μέσα στα κενά του χρόνου και τα παιχνίδια του ανθρώπινου μυαλού, το πιο προσωπικό φιλμ του Χιλιανού θρύλου στέλνει προς πάσα κατεύθυνση την ιδιαιτερότητά του ως μια συνέχεια των μεγάλων ταινιών της φιλμογραφίας του.

Δυστυχώς, ταυτόχρονα και αδιάκοπα μέσα στα 130 περίπου λεπτά του δεν παύει να σου υπενθυμίζει συνέχεια πως κάπου ανάμεσα στην «ευκολία» και την αναπαραγωγή οικείων τεχνικών από τη μεγάλη βιβλιοθήκη των παρωχημένων πλέον ωμοτήτων του δημιουργού του, η μοναδική επίδραση που μοιάζει να έχει στον θεατή αυτός ο «Χορός της Πραγματικότητας» είναι να αναζητήσει τις αυθεντικές βιωματικές ταινίες του Γιοντορόφσκι και ίσως να καταλάβει και ένα – δυο πράγματα για το πώς ένα παιδί όταν μεγαλώνει γίνεται ο Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι.

Comments Off on Προβολή της ταινίας ”LA DANZA DE LA REALIDAD (Ο χορός της πραγματικότητας)”, Δευτέρα 25/3/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας