Προβολή της ταινίας ΄΄Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα΄΄, Τρίτη 13/12/2022, στις 21:00, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα

Paris, 13th District

του Ζακ Οντιάρ

Ο Ζακ Οντιάρ καταθέτει μία ασπρόμαυρη ωδή στον έρωτα, την ευτυχία κι όλα όσα όλοι οι άνθρωποι ονειρευόμαστε – σε όποιο διαμέρισμα του Παρισιού, ή της Αθήνας κι αν κατοικούμε. Όχι απόλυτα άρτια ταινία, αλλά τόσο σαγηνευτικά όμορφη, τόσο περίεργα οικεία, τόσο σέξι.

Παρίσι, 13ο διαμέρισμα. Η Εμιλί, μία 25χρονη Κινέζα δεύτερης γενιάς, δεν έχει χρόνο για την άρρωστη με αλτσχάιμερ γιαγιά της – ζει τα νιάτα της έντονα. Πεισματάρα, αυθάδης, διεκδικητική, ασχολείται με περιστασιακές δουλειές κι ακόμα πιο περιστασιακούς έρωτες. Μέχρι που μπαίνει στο διαμέρισμά της ο νέος της συγκάτοικος, ο Καμίλ – ένας νεαρός καθηγητής που εκείνη ερωτεύεται, εκείνος όχι. Δε θέλει σχέση, μόνο one night stands. Μέχρι που στο γραφείο του μπαίνει η Νορά, μία 30χρονη φοιτήτρια που παράτησε τις σπουδές της εξαιτίας της ομοιότητάς της με την porn star Αμπερ – και η παρεξήγηση μετατράπηκε σε viral bullying.

Νέοι άνθρωποι, με ιστορίες που μπλέκονται, με ζωές που διασταυρώνονται, με κορμιά που αγγίζονται. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι εδώ ο Ζακ Οντιάρ («Ο Προφήτης», «Οι Αδελφοί Σίστερς»«Σώμα με Σώμα») δεν έχει πολιτική ατζέντα. Αλλά μήπως ο έρωτας, οι διαπροσωπικές σχέσεις, η αναζήτηση της χαράς και το δικαίωμα στην ευτυχία είναι η πιο σημαντική επαναστατική πράξη τελικά;

Παρίσι, ερωτική πόλη. Ο Οντιάρ όμως δεν φωτίζει το τουριστικό, ρομαντικό Παρίσι. Η κάμερά του πλανιέται ανάμεσα στα κτίρια «Olympiades» (ο οποίος είναι και ο γαλλικός τίτλος της ταινίας), το συγκρότημα εργατικών κατοικιών στο 13ο διαμέρισμα, μία συνοικία που δεν καταγράφουν οι ταξιδιωτικοί κατάλογοι. Κι όμως. Με διευθυντή φωτογραφίας τον Πολ Γκιλόμ, ο φακός βουτά από τον νυχτερινό ουρανό, περνάει από ταράτσα σε ταράτσα, γλιστρά ανάμεσα σε μεσοτοιχίες και εκατοντάδες φωτισμένα παράθυρα – ήδη ερωτευμένος. Από την πρώτη σεκάνς. Ο Οντιάρ αποτυπώνει σε λαμπερό, λάγνο ασπρόμαυρο την ομορφιά της νύχτας, της νιότης, μιας ολόκληρης ζωής που έχουν οι ήρωες μπροστά τους.

Ιδιαίτερα αισθησιακός, σαρκικός, καλαίσθητα φιλήδονος, χαϊδεύει τα κορμιά των ηρώων του, καδράρει τα χείλη και τα πρόσωπά τους, φωτίζει το βλέμμα τους. Η πρόθεσή του είναι ξεκάθαρη: το επίκεντρο των κάδρων του δε θα έχει η ανέχεια, η ταξική πάλη, η δυσκολία της καθημερινότητας (αν και όλα βρίσκονται εκεί, μπροστά μας), αλλά το πόσο ίσοι είμαστε όλοι απέναντι στην ευαλωτότητα του έρωτα, στην ανασφάλεια της απόρριψης, στην περιέργεια της σεξουαλικότητας, στον τρόμο μην μείνουμε τελικά μόνοι.

Ο Οντιάρ αγαπά τους ήρωες, ακόμα κι αν τους παρουσιάζει τρωτούς, αφελείς ή και κακομαθημένους. Τους κοιτά ζεστά, δεν τους τιμωρεί, πρώτη φορά επιλέγει να χαρίσει μια κάθαρση γεμάτη φως, κι όχι σκοτάδι.

Ταυτόχρονα όμως, δεν καταφέρνει να δέσει όλες τις άκρες της ιστορίας σε μία γερή σεναριακή βάση. Να υπάρχει -έστω συναισθηματική- λογική στην εξέλιξη των ηρώων. Δεν πιστεύεις απόλυτα την κορύφωση της πλοκής, η ταινία ξεφεύγει από τον άξονά της. Όμως έχεις δει κάτι σαγηνευτικά όμορφο, περίεργα οικείο, αποπλανητικά σέξι.

Σαν έναν έρωτα που δεν είχε το τέλος που θα ήθελες, αλλά θα θυμάσαι για πάντα στιγμές του.