Featured post

Προβολή της ταινίας ”THE GENTLEMEN”, Τρίτη 14/07/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Εάν «Ο Ιρλανδός» ήταν το αποχαιρετιστήριο magnum opus του Μάρτιν Σκορσέζε στο γκανγκστερικό είδος, τότε ο Γκάι Ρίτσι με το «The Gentlemen» προσπαθεί να οργανώσει το δικό του… πάρτι απολογισμού στο genre που τον έκανε διάσημο 20 χρόνια πριν, γεμάτο πισωμαχαιρώματα, ποτά και φυσικά πολλά ναρκωτικά.

Από την πρώτη κιόλας σκηνή της νέας ταινίας του Ρίτσι ο Μίκι Πίρσον, ένας Μάθιου ΜακΚόναχεϊ ντυμένος στη τρίχα, μπαίνει σε μια παμπ, παραγγέλνει ένα αυγό τουρσί και την αγαπημένη του μπύρα σε pint, της οποίας το όνομα είναι «Gritchie», και κάθεται στο αγαπημένο του τραπέζι λέγοντας πως «στη ζούγκλα ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει ένα λιοντάρι δεν είναι να το παίζει βασιλιάς αλλά να δείχνει πως είναι Ο Βασιλιάς», καθώς οι πρώτες νότες από το «Cumberland Gap» του Ντέιβιντ Ρόλινγκς αρχίζουν να παίζουν στο jukebox.

Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Γκάι Ρίτσι, ο Βρετανός Κουέντιν Ταραντίνο όπως τον είχαν χαρακτηρίσει στα πρώτα του βήματα, επιλέγει να δείξει πως με το «The Gentlemen» ο «βασιλιάς» του είδους επιστρέφει στις ρίζες του, παίζει ξανά με τους δικούς του όρους στο δικό του γήπεδο σε ένα σύμπαν γεμάτο από καλοντυμένους μαφιόζους, cockney μικροκλέφτες και χασικλήδες γόνους καλών οικογενειών όπου οι βρισιές είναι το μοναδικές εκφράσεις στο λεξιλόγιό τους και η φούντα το μόνο χρήμα.

Με μια πρώτη ματιά η ιστορία μοιάζει αρκετά απλή – για έναν Αμερικανό έμπορο ναρκωτικών (Μάθιου ΜακΚόναχι) που έχει χτίσει την αυτοκρατορία του στο Λονδίνο, και πλέον θέλει να παραδώσει τα ηνία και να επιστρέψει στην πατρίδα του – σαν αυτή που θα άκουγες κάποιο βράδυ από ένα μισομεθυσμένο θαμώνα μέσα σε μια γεμάτη από κάπνα παμπ, ο οποίος την γεμίζει από υπερβολές και αρκετές δόσεις φαντασίας για να την κάνει ενδιαφέρουσα. Κι εσύ, ενώ ξέρεις πως τα περισσότερα από αυτά είναι τρίχες, απολαμβάνεις κάθε λέξη και περιγραφή της. Και εδώ ο αφηγητής αυτός είναι ο Φλέτσερ (ένας πραγματικά υπέροχος Χιού Γκραντ), ιδιωτικός ντετέκτιβ που δουλεύει για τα ταμπλόιντ, ο οποίος εξιστορεί όσα έχουν συμβεί στο δεξί χέρι του Πίρσον, τον Ρέι (Τσάρλι Χάναμ), σε μορφή σεναρίου ταινίας, για να τον εκβιάσει.

Ναι, στυλιστικά τουλάχιστον όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσε να πει κανείς πως ορίζουν μια ταινία του Ρίτσι είναι εδώ: το γρήγορο μοντάζ, τα ενορχηστρωμένα του πλάνα υπό την υπόκρουση ενός πορωτικού soundtrack, οι διάφορες πλοκές, γεμάτες από πολύχρωμους χαρακτήρες, που ενώνονται μεταξύ τους. Γρήγορα η ταινία αρχίζει να δείχνει σαν τις παλιές κλασσικές 90s ταινίες του ίδιου του Ρίτσι, μόνο που αυτή τη φορά το τσιγαριλίκι που έχει στρίψει ο ίδιος δείχνει τόσο γνώριμο, κι ενώ έχει όλα τα γνωστά καλά συστατικά, δεν είναι τόσο δυνατό έτσι ώστε να σε τριπάρει μέσα στον κόσμο που προσπαθεί να χτίσει.

Μπορεί με τις τελευταίες του ταινίες το στυλ του Ρίτσι να δείχνει λίγο πιο εκλεπτυσμένο, αλλά εδώ το χιούμορ του παραμένει το ίδιο «ανώριμο» λες και δεν μεγάλωσε ούτε μια μέρα από την πρώτη του ταινία, στηρίζοντας το σε πολλές βρισιές και γεμίζοντάς το από ρατσιστικά μέχρι και ομοφοβικά αστεία τα οποία, αν και κάποια βρίσκουν το στόχο τους, κυρίως λόγω της προσδοκίας αυτοί οι ήρωες να μην έχουν ιερό και όσιο, τα περισσότερα από αυτά σε αφήνουν παγερά αδιάφορο.

Ευτυχώς το ίδιο δεν θα μπορούσε όμως να πει κάποιος και για τις ερμηνείες. Ο Ρίτσι έχει μαζέψει ένα πραγματικά αξιοζήλευτο ανδρικό καστ οι οποίοι όλοι τους λάμπουν, αν και ίσως κάποιοι λίγο παραπάνω από τους υπόλοιπους όπως ο Γκραντ και ο Κόλιν Φάρελ σε έναν μικρό ρόλο του Κόουτς ο οποίος, μέσα στην καρικατούρα των κλασσικών χαρακτήρων των ταινιών, είναι ένας από τους καλύτερους και πιο αστείους εκεί μέσα, ενώ είναι ευχάριστο να βλέπεις την Μισέλ Ντόκερι να αφήνει τους τοίχους του «Πύργου του Ντάουντον» και να γίνεται βασίλισσα του εγκλήματος δίπλα στον Πίρσον του ΜακΚόναχεϊ.

Το «The Gentlemen» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «επιστροφή στη φόρμα» για τον Γκάι Ρίτσι, παρόλο που δείχνει σαν να έχει χάσει κάπως την φρεσκάδα και τον δυναμισμό του. Δεν παύει όμως να είναι ίσως μια από τις πιο διασκεδαστικές ταινίες που έχουμε δει από τον ίδιο τα τελευταία χρόνια, η οποία σίγουρα θα παρασύρει το κοινό της πίσω στα παλιά και γνώριμα του λημέρια. Γιατί, όπως λέει και ο χαρακτήρας της Ντόκερι, «fuckery is a foot.»

Featured post

ΑΚΑΝΘΙΝΟ ΙΟΥΛΗΣ 2020 ΒΦΛ Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

  Την παραμονή της πρωτοχρονιάς, 135 εργαζόμενοι της χρεοκοπημένης Βιομηχανίας Φωσφορικών

Λιπασμάτων Καβάλας (ELFE) συμφερόντων Λαυρεντιάδη, εμποδίζονται να εισέλθουν στο χώρο
της δουλειάς τους, εκβιαζόμενοι από τη διοίκηση του εργοστασίου. Το σκηνικό γνωστό.
Δημιουργία παρένθετων εταιριών με σκοπό την μετατροπή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας
αορίστου χρόνου σε ορισμένου, κόντρα στη συμφωνία του εξωδικαστικού ιδιωτικού
συμφωνητικού. Εταιρίες σεκιούριτι σε ρόλο δεσμοφύλακα για τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές
και εργαζόμενοι όμηροι του κεφαλαίου, μπαλάκι του πολιτικού συστήματος, θιασώτες της
εξυγίανσης ενός περιβαλλοντολογικού και εργασιακού καρκίνου που δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.
Ο λόγος όμως που ο υπόδικος μεγαλοβιομήχανος της ΒΦΛ έχει βαλθεί κατά συγκεκριμένων
εργαζομένων της λιπασματοβιομηχανίας, είναι διότι εμποδίζεται το παιχνίδι των παρένθετων
εταιριών με σκοπό το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και η διαγραφή χρεών του εργοστασίου. Από όλες
τις εταιρίες του ομίλου Λαυρεντιάδη, αυτή τη στιγμή η ELFE αποτελεί την πιο χρεωμένη, και δεν
μπορεί να κλείσει όσο υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές διεκδικήσεις των εργαζομένων για τα
δεδουλευμένα τους. Έτσι, η “Λιπάσματα Καβάλας” είναι η νέα παρένθετη εταιρία, στην οποία ο
Λαυρεντιάδης επιχειρεί να μεταφέρει τα δικαιώματα της ELFE, ώστε να μπορέσει να αφήσει
απλήρωτα τα χρέη προς την ΔΕΠΑ και το ελληνικό δημόσιο.
Εμπόδιο στο τσίρκο Λαυρεντιάδη αποτελεί και η προηγούμενη τριμερής συμφωνία*, επί
κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Πετυχαίνει μεν ένα προσωρινό εξωδικαστικό συμβιβασμό εμποδίζοντας την
απόλυση των εργαζομένων, αλλά δε δίνει ουσιαστική λύση στο πρόβλημα, καθώς η κάλυψη των
εργαζομένων είναι προσωρινή και τα ουσιαστικά λειτουργικά προβλήματα του εργοστασίου σε
σχέση με το περιβάλλον, προσπερνιούνται επιδεκτικά κάτω από το νέφος των άφιλτρων φουγάρων
της χημικής βιομηχανίας. Έτσι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, πετυχαίνει την προσωρινή αναστολή των
κινητοποιήσεων των απολυμένων εργαζομένων, το συμπεθέριασμα με τον όμιλο Λαυρεντιάδη
(κάτω από ελαφρές επιπλήξεις) και τη μετάθεση του προβλήματος ”ΒΦΛ” στην επόμενη
κυβέρνηση.
Με τη σειρά της, η ΝΔ παίρνει τη σκυτάλη της κοροϊδίας και μέσω μιας νέας τριμερούς
συνάντησης επιχειρεί να κερδίσει χρόνο, ξεκινώντας ένα δήθεν διάλογο μεταξύ των εργαζομένων
και της εταιρίας. Όπως ήταν αναμενόμενο για μια φιλελεύθερη κυβέρνηση που στο παρελθόν έχει
δείξει πολλές φορές τις διαθέσεις της απέναντι στις εργατικές διεκδικήσεις και τη συμπάθεια της
στους βιομήχανους, η ΝΔ επιλέγει την ξεκάθαρη στήριξη του Λαυρεντιάδη. Μια επιλογή που
στρέφεται ενάντια στις διεκδικήσεις των οφειλών της λιπασματοβιομηχανίας στο ίδιο το ελληνικό
δημόσιο.
Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, η διοίκηση του εργοστασίου εκμεταλλευόμενη το lock-down των
επιχειρήσεων λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού και καταπατώντας (για άλλη
μια φορά) τις αποφάσεις του εξωδικαστικού συμβιβασμού, επιχειρεί να αναστείλει της συμβάσεις
εργασίας μόνο των “προβληματικών” εργαζομένων. Φυσικά, είναι προφανές πως οι διοικούντες
επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις ευνοϊκές, για αυτούς, εργασιακές έκτακτες μεταρρυθμίσεις λόγω
της πανδημίας, που στην ουσία δίνουν το δικαίωμα στον εργοδότη να αλλάξει ή να τροποποιήσει
άνευ όρων τις συμβάσεις εργασίας, με μειώσεις αποδοχών, απολύσεις και ελαστικά ωάρια. Οι
κινήσεις του ομίλου Λαυρεντιάδη για άλλη μια φορά βαλτώνουν και οι αναστολές των συμβάσεων
των εργαζομένων ακυρώνονται.
Πολλές φορές ακούμε από τοπικούς εξουσιαστές, δημοσιογράφους, φορείς, συλλόγους, απλούς
πολίτες, μέχρι και από τους ίδιους τους εργαζόμενους, την επιθυμία της αντικατάστασης του
Λαυρεντιάδη από κάποιον “υγιή” βιομήχανο ή επιχειρηματικό όμιλο. Κατά πόσο όμως μπορεί να
είναι ρεαλιστική μια τέτοια αντικατάσταση;

     Ποιος άραγε θα επένδυε σε ένα μη παραγωγική χημικό εργοστάσιο που χρωστά εκατομμύρια από

εδώ και από εκεί;
Ποιος θα αναλάμβανε μια εταιρία που βρίσκεται σε καθεστώς δήθεν εξυγίανσης και ενδιαφέρεται
περισσότερο για τα κέρδη παρά για την υγεία των εργαζομένων και των πολιτών;
Ποιος θα αναλάμβανε μια βιομηχανία μπλεγμένη σε ένα σύμπλεγμα παρένθετων εταιριών με
υπόδικα στελέχη για τους οποίους εκκρεμούν ποινικές διώξεις για ξέπλυμα, απάτη και σύσταση
εγκληματικής οργάνωσης και με μόνο σκοπό τον συνεχή δανεισμό και το ξέπλυμα μαύρου
χρήματος;
Ποιος θα αναλάμβανε μια περιβαλλοντολογική βόμβα χωρίς σχέδια εκτάκτου ανάγκης (ΕΣΕΤ),
καταπατώντας παράλληλα τις συνθήκες SEVEZO, έχοντας ανειδίκευτο προσωπικό ορισμένου
χρόνου στο πόδι και τους εκπαιδευμένους εργαζόμενους στον πάγο;
Ποιος θα αγόραζε ένα εργοστάσιο με γηρασμένες εγκαταστάσεις, που λειτουργεί εδώ και χρόνια
μέσω μιας μόνιμης φθοράς, ασυντήρητο, με ελλιπείς μονάδες ελέγχου, χωρίς προστασία και φίλτρα
για το περιβάλλον, χωρίς ασφάλεια για την ζωή των ίδιων των εργαζομένων;
Η απάντηση φυσικά είναι κανείς… ή μάλλον θα μπορούσε να είναι κάποιος πρεζέμπορας
εφοπλιστής, κάποιος μεγαλοεργολάβος της ποδοσφαιρικής βιομηχανίας που θα ήθελε να ξεπλύνει
και αυτός με τη σειρά του μερικά δισεκατομμυριάκια…

Ο σημαντικότερος λόγος όμως για εμάς, που κανένας από τους υπεύθυνους ή ακόμα και από τους
περιβαλλοντολογικά ευαίσθητους δεν τόλμησε να προσεγγίσει, είναι αυτός της μόλυνσης του
περιβάλλοντος, Ενώ όλος ο κόσμος κόπτεται για το μέλλον των εταιριών, για την επιβίωση των
εργαζομένων και όλες οι νομοθετικές, δικαστικές, πολιτειακές παρεμβάσεις (κρατικές ή μη)
γίνονται αποκλειστικά για τους βιοποριστικούς λόγους των παρένθετων εταιριών του Λαυρεντιάδη
αλλά και των εργαζομένων, κανείς από τους διοικούντες αυτής της πόλης όσο και οι πολιτικοί
ιστάμενοι τους, ποτέ δεν ανέλαβαν την ευθύνη αυτής της περιβαλλοντολογικής βόμβας. Ποτέ,
ακόμα και σήμερα, μετά από μια περίοδο απαγορεύσεων, καραντίνας και προστίμων για τον
περιορισμό της πανδημίας, κανένας δεν αναρωτήθηκε, κανένας δεν αποπειράθηκε να δει τι γίνεται
με τον κόσμο που πνίγεται κάθε Σαββατοκύριακο στο Χαλκερό Καβάλας. Ποτέ δε μπήκαν στη
διαδικασία να φέρουν εις πέρας μια ιατρική έρευνα για το επίπεδο και την ποσότητα της μόλυνσης
που εισπνέουν καθημερινά οι δημότες της Καβάλας. Ποτέ δεν πραγματοποίησαν ελέγχους τόσο
εντός όσο και εκτός του εργοστασίου για να μπορέσουν να μετρήσουν την ρύπανση και να
αναβαθμίσουν αναλόγως τις εγκαταστάσεις τους, ή αντιθέτως πραγματοποίησαν απολύτως
στημένους ελέγχους, όταν το εργοστάσιο σκοπίμως υπολειτουργούσε. Ποτέ και κανένα πολιτικό
στέλεχος ή τοπικός εξουσιαστής δεν επιχείρησε να αντιταχθεί σε μια ψηφοθηρική δεξαμενή,
πελατειακά γαλουχημένη. Ποτέ κανένας δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τα δικαιώματα των
εργαζομένων, ούτε καν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που στο σύνολο τους, ιδιαίτερα αυτοί που
υπάγονται στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατεβάζουν αμάσητο ότι τους δίνουν.
Όλοι στο παρελθόν αναρωτηθήκαμε πως θα μπορούσαμε να σταματήσουμε αυτή τη χημική
χαβούζα, διατηρώντας παράλληλα αυτόν τον οικονομικό πνεύμονα, έστω και αν αυτός σάπιζε με
τον καιρό. Άλλωστε, οι κυβερνήσεις διαχρονικά διαφήμιζαν το εργοστάσιο ως επένδυση και μόνιμη
πηγή εργασίας, αποφεύγοντας να δημιουργήσουν νέες προοπτικές στον πρωτογενή/ δευτερογενή
τομέα της περιοχής, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις εργασιακές ανάγκες του τόπου.
Ήρθε η στιγμή λοιπόν να βάλουμε την υγεία μας πάνω από τα κέρδη τους, καθώς το επιχείρημα της
εργασιακής απασχόλησης χάνεται μέσα στην ομίχλη και τη δυσωδία που αναδύεται καθημερινά
από τα σάπια φουγάρα της ΒΦΛ. Δε μπορούμε να μιλάμε για οικονομικό πνεύμονα, όταν επικρατεί
εργασιακός μεσαίωνας με εκβιαστικές συμβάσεις, καταπατήσεις δικαιωμάτων και συμφωνιών.
Όταν εργαζόμενοι με συμβάσεις αορίστου χρόνου μένουν κάθε τρεις και λίγο κλειδωμένοι έξω από
τη δουλειά τους, ενώ αυτοί οι ορισμένου χρόνου δε μπορούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους
μέσα από σωματεία και συλλογικές διεκδικήσεις. Όταν άπειροι εργάτες δουλεύουν σε μια

 επικίνδυνη χημική βιομηχανία χωρίς γυμνάσια, ασκήσεις εκτάκτου ανάγκης και βασικές παροχές

ασφαλείας. Με παράνομες υπερωρίες, χαμηλούς μισθούς, εκβιασμούς και απολύσεις για όποιον
αντιδρά.
Η κατάσταση πλέον είναι οριακή και δε χωράνε επιφανειακές συμφωνίες, πρόχειρες υποχωρήσεις
και ανεφάρμοστοι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί. Δε μπορούμε να εθελοτυφλούμε για ένα
μεροκάματο, στρουθοκαμηλίζοντας μπροστά στους περιβαλλοντολογικούς και εργασιακούς
κινδύνους που εγκυμονούν. Δε γίνεται να περιμένουμε να φτάσουμε στο σημείο να συναγωνίζεται
η ΒΦΛ την MOTOR OIL σε εργατικά ατυχήματα και την ΛΑΡΚΟ σε θανάτους για να
καταλάβουμε την σοβαρότητα της κατάστασης. Ούτε πρόκειται να περιμένουμε χολιγουντιανές
εκρήξεις των εγκαταστάσεων και περαιτέρω περιβαλλοντολογικές μολύνσεις για να ξυπνήσουν οι
Καβαλιώτες. Δεν πρόκειται να δεχθούμε αυτή την εκκωφαντική απραξία, αυτή την συστηματική
αδιαφορία που δείχνουν όλοι πολιτικοί και διοικητικοί ιστάμενοι ενώ η ομίχλη από τα φουγάρα της
χημικής λιπασματοβιομηχανίας πνίγει τους συμπολίτες μας.
Στεκόμαστε αλληλέγγυοι στο δίκαιο αγώνα των εργαζομένων, στις εργατικές διεκδικήσεις. Όχι
όμως για να έρθει ένας άλλος λήσταρχος ναρκέμπορας βιομήχανος και απλά να αλλάξει χέρια η
εργοδοτική ομηρία και η εκμετάλλευση. Συμμεριζόμαστε την ανησυχία των εργαζομένων για το
εργασιακό τους μέλλον, μα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε άλλη μια φορά τους κινδύνους που
εγκυμονούν για τις ζωές όλων, τόσο από τις εγκαταστάσεις όσο και από την προβληματική
λειτουργία του εργοστασίου.
Η επαναστατική μας ολότητα δε μας αφήνει να κλείσουμε τα μάτια στην τεράστια οικολογική και
περιβαλλοντολογική καταστροφή που εξελίσσεται εις βάρος μας και ιδιαίτερα εις βάρος του τόπου
μας. Η λεηλασία της φύσης και ο εξευτελισμός της ποιότητας της ζωής θα πρέπει να σταματήσει
τώρα. Πόσο μάλλον, σε μια περίοδο όπου η πανδημία μας έδειξε πως ο καπιταλισμός είναι ικανός
να κάνει ότι χρειαστεί για να αναρριχηθεί πάνω σε κουφάρια ανθρώπων και κατεστραμμένα τοπία.
Για αυτό με βάση τα παραπάνω, ζητούμε το κλείσιμο της βιομηχανίας φωσφορικών λιπασμάτων
πολύ σχολαστικά και στέλνουμε στον διάολο τον κάθε Λαυρεντιάδη με ευλάβεια, κρατώντας
αποστάσεις από τον κάθε υπεύθυνο που παίζει πολιτικά παιχνίδια στις πλάτες των εργαζομένων και
στα πνευμόνια των Καβαλιωτών.
ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

*προηγούμενη τριμερής συμφωνία (κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, εργαζόμενοι σωματείου ELFE και
διοίκηση της λιπασματοβιομηχανίας).
Featured post

Προβολή της ταινίας ”QUEEN AND SLIM”, Τρίτη 07/07/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Queen And Slim

Mία αφροαμερικανίδα γυναίκα και ένας αφροαμερικάνος άντρας μετά από ένα αξέχαστο πρώτο ραντεβού στο Ohio, εμπλέκονται σε μια μικροσυμπλοκή. Η κατάσταση ξεφεύγει και τα γεγονότα γίνονται πολύ τραγικά, όταν ο άντρας σκοτώνει έναν αστυνομικό, ευρισκόμενος σε αυτοάμυνα. Φοβούμενοι για τις ζωές τους, ο άντρας και η γυναίκα αποφασίζουν να το σκάσουν. Ωστόσο, το γεγονός έχει αποτυπωθεί σε ένα βιντεάκι, το οποίο γίνεται viral και έρχεται μια σειρά από καταστάσεις που θα επηρεάσουν τις ζωές τους.

Πραγματικά είναι μερικές ταινίες που δεν περιμένεις να σε εντυπωσιάσουν και φυσικά δεν έχουν ακουστεί όσο θα έπρεπε στην Ελλάδα. Και ενώ υπάρχει μεν σημαντικό κοινό που βλέπει ανεξάρτητες ταινίες και τις στηρίζει, εστιάζουμε περισσότερο σε πιο “εμπορικές” ταινίες.

Η ταινία Queen And Slim είναι γυρισμένη με απλό τρόπο και ταυτόχρονα ανατρεπτικό τρόπο, με τον σκηνοθέτη να εστιάζει σε μερικά επίκαιρα θέματα μέσα από τον χώρο της φυλακής, σε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.

Δεν μιλάμε για κάτι “συνηθισμένο” για τον μη μυημένο θεατή, ωστόσο είναι γυρισμένη με απλό τρόπο και ταυτόχρονα εντυπωσιακό τρόπο, χωρίς υπερβολές. Λείπουν πολύ τέτοιες ταινίες, πόσο μάλλον από τις αίθουσες στην χώρα μας.

Πραγματικά αποδεικνύεται ότι σε πολλές ταινίες δεν χρειάζονται φανφάρες απλά να δίνεις την δική σου ταυτότητα, με το Queen And Slim να καταφέρνει πολλά πράγματα μέσα από τις εικόνες και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Η ταινία Queen And Slim εστιάζει στον άνθρωπο και τα προβλήματα του, σε μια ταινία χωρίς μεμψιμοιρίες και σκεπτικισμό, ενώ το σημαντικότερο είναι πως το κάνει με περιορισμένα κλισέ και δίνει μια άλλη οπτική σε θέματα που είναι αν μη τι άλλο πολύ σημαντικά.

Καταρχήν, με βάση την θεματολογία της ταινίας και το γενικότερο στόρι με βάση και τα μηνύματα που θέλει να περάσει, θα ήταν πολύ εύκολο να επιλέξει τον εύκολο δρόμο, ωστόσο (με μερικά ψεγάδια) δίνει μια διαφορετική ματιά.

Υπάρχουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πινελιές στον χαρακτήρα αλλά και τον περίγυρο του, πολυποίκιλες αναφορές σε θέματα ευρύτερης προσέγγισης και γενικότερα μια αντισυμβατική σκηνοθεσία που σε κάνει να ταυτίζεσαι με όσα γίνονται.

Η ταινία Queen And Slim ποτέ δεν προβοκάρει όπως μπορεί να έκανε κάποια αντίστοιχη, ούτε επιλέγει τον εύκολο δρόμο, ενώ δεν έχει και πολλές ενδιαφέρουσες καταστάσεις και κάτι το οποίο πάντα σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, τα οποία φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε.

Ακόμα και σε λίγες σκηνές που μοιάζει στατική (δεν επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα) είναι πρωτότυπη με τον τρόπο της, ενδιαφέρουσα και μάλιστα προσφέρει κάτι στον θεατή χωρίς να είναι δήθεν, αλλά προτάσσει μια νέα μορφή που δεν έχουμε ξαναδει και ένα road movie που σε συνεπαίρνει στο διάβα του.

To Queen And Slim είναι μια προσεγμένη και απλή παραγωγή και γενικότερα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στον τρόπο που κυλάει στο σύνολο της η ταινία, ενώ όσο περνάει η ώρα εξελίσσεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Συνοψίζοντας, μιλάμε σίγουρα για μια αξιοπρόσεκτη ταινία, η οποία κακά τα ψέματα είναι μια προσπάθεια που χρειαζόμαστε για να δώσει μια άλλη οπτική, χωρίς φανφάρες και κουραστικές αναλύσεις, μέσα από μια άκρως ενδιαφέρουσα ματιά. Ένα ακόμα “διαμαντάκι” που δυστυχώς δεν είχε την ανάλογη προσοχή.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”LA GOMERA (ΟΙ ΣΦΥΡΙΧΤΕΣ)”, Τρίτη 30/06/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Οι Σφυριχτές

La Gomera

του Κορνέλιου Πορομπόιου

Όχι μακριά από το πνεύμα του «Αστυνομία, Ταυτότητα», ο Ρουμάνος Κορνέλιο Πορουμπόιου κάνει ένα κωμικό νουάρ που, αν ήταν αμερικανικό, θα ήταν κι εμπορικό.

Ο Κρίστι μαθαίνει να σφυρίζει, καλύτερα κι από τη Λορίν Μπακόλ στο «To Have and Have Not». Ο δάσκαλός του, στο εξωτικό νησάκι των Καναρίων, του δίνει ξεκάθαρες οδηγίες κι επιμένει στην εξάσκηση: βάζεις στο στόμα το δάχτυλό σου, σαν γαντζάκι, άκρη-άκρη, σαν να κρατάς σκανδάλη. Η φορά πρέπει να είναι πλάγια, σαν η σφαίρα να πρόκειται να βγει από το αντίστροφο αυτί. Σουφρώνεις τα χείλη. Φυσάς.

Ο Κρίστι είναι ένας βρώμικος αστυνομικός από το Βουκουρέστι, που ζει με το βάρος της καταπιεστικής μητέρας του και μπόλικων χιλιάδων ευρώ κρυμμένων στο στρώμα. Προκειμένου να «ξεπλύνει» τον μαφιόζο που τον προστατεύει και πληρώνει, ο Κρίστι πρέπει να μάθει τη silbo, τη γλώσσα των ιθαγενών των Καναρίων, έναν κώδικα σφυριγμάτων, γιατί αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος, τουλάχιστον για το χαριτωμένο εύρημα της ταινίας, ώστε ο Κρίστι και τα πρωτοπαλίκαρα του Ζολτ να συνεννοούνται χωρίς να τους καταλάβει η αστυνομία. Το κόλπο θα περιπλέξει, φυσικά, η ύπαρξη της Γκίλντα (όνομα και πράγμα, η Κατρινέλ Μάρλον σε πείθει ότι δεν υπάρχει ομορφότερη γυναίκα από εκείνη στη γη), μια femme fatale χωρίς φραγμούς και χωρίς καλοσύνη.

Ο Κορνέλιου Πορουμπόιου, ο ένας από τους κεντρικούς εκπροσώπους εκείνου που χαρακτηρίζαμε ως ρουμανικό νέο κύμα, επιστρέφει στο σύμπαν του Νόμου και της απάτης του «Αστυνομία, Ταυτότητα», έχοντας, ωστόσο, ωριμάσει σκηνοθετικά κι επιχειρώντας ένα αυθεντικό νουάρ κι υπονομεύοντάς το με κυνικό χιούμορ, με μια κωμικότητα διατυπωμένη με σοβαρή έκφραση. Η φωτογραφία του ξεδιψά στα Κανάρια, χτίζοντας τις αντιθέσεις της μέρας και της νύχτας, της λάμψης και της σκοτεινιάς, σ’ έναν όμορφο, εξωτικό προορισμό. Η ψυχή της ταινίας χτυπά στην κινηματογραφική παράδοση του είδους, όπου τίποτε δεν είναι όπως αρχικά φαίνεται κι όλα είναι κατά βάθος σάπια. Ο Βλαντ Ιβάνοφ ως Κρίστι έχει τη σωστή όψη και τη σωστή ερμηνεία του λιγομίλητου μπάτσου που θα πέσει θύμα των επιλογών του και μιας ωραίας γυναίκας. Όλα είναι σωστά κι όλα έχουν μια δόση χάρης.

Από την άλλη πλευρά, δεν έχουν και τίποτε παραπάνω. Το φιλμ του Πορουμπόιου είναι ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς ένα άλλο επίπεδο ερμηνείας ή βάθους. Είναι ένα mainstream ρουμανικό «polar», που είναι πολύ πιθανό να γοητεύσει το γαλλικό κοινό γιατί μιμείται το δικό του κλασικό σινεμά. Είναι, όμως και παγιδευμένο στη δική του ταυτότητα. Μια εμπορική ταινία χωρίς ελκυστικά στοιχεία για ένα διεθνές ταξίδι. Πράγμα απολύτως θεμιτό για τον Ρουμάνο σκηνοθέτη, που προφανώς είχε όρεξη να παίξει με τους κανόνες του σινεμά, έστω κι αν η ταινία αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου.

Featured post

Προβολή του ντοκιμαντέρ ”MAKE THE ECONOMY SCREAM”, Τρίτη 23/06/2020, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Απόλυτα συνεπής στις δημοσιογραφικές, ιδεολογικές και δημιουργικές αρχές που ακολουθεί εδώ και σχεδόν μία οκταετία στο χώρο του ντοκιμαντέρ, ο Άρης Χατζηστεφάνου («Debtocracy», «Catastroika», «This is not a Coup») παρουσιάζει ένα φιλμ που χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από το κοινό. Ο δραστήριος δημοσιογράφος/ντοκιμαντερίστας απομακρύνεται αυτήν τη φορά από την Ευρώπη για να αναλύσει το πολυσυζητημένο φαινόμενο «Βενεζουέλα», επισκεπτόμενος την αμφιλεγόμενη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Παίρνοντας αποστάσεις από το καθεστώς Μαδούρο (και ακόμη μεγαλύτερες από τους δεξιούς πολιτικούς του αντιπάλους), μιλά με οικονομολόγους, δημοσιογράφους και αξιωματούχους διεθνών οργανισμών που σπανίως βλέπουμε στους τηλεοπτικούς δέκτες.

Σίγουρα όμως τα πλέον ενδια­φέροντα στοιχεία του ντοκιμαντέρ, εκτός από την εναλλακτική ερευνητική οπτική του (αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν την «ολλανδική ασθένεια»;), είναι η ποιότητα παραγωγής που προσφέρει σε σχέση με τον no budget προϋπολογισμό του, ο γρήγορος ρυθμός με τον οποίο ξεπερνά τον αφηγηματικό σκόπελο του voice over και μερικά εξαιρετικά πανοραμικά πλάνα που μιλούν από μόνα τους· όπως αυτό των δύο κόσμων του Καράκας.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”RESISTANCE”, Τρίτη 16/06/2020, στις 21:30, στην κατάληψη Βύρωνος 3

Resistance

του Τζόναθαν Γιακούμποβιτς

Μια ταινία εποχής βασισμένη σε αληθινά στοιχεία από τη ζωή του Γάλλου μίμου, Μαρσέλ Μαρσό, με τον Τζέσι Αϊζενμπεργκ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μια αληθινή ιστορία ηρωισμού στην οποία μια ομάδα κορίτσια και αγόρια πρόσκοποι, δημιούργησαν ένα δίκτυο που κατέληξε να σώσει τις ζωές περίπου δέκα χιλιάδων ορφανών των οποίων οι γονείς είχαν σκοτωθεί από τους Ναζί κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο κέντρο της ταινίας βρίσκουμε έναν Εβραίο ηθοποιό, του οποίου η απεγνωσμένη ανάγκη να βοηθήσει τα παιδιά τον οδήγησε στον κόσμο της παντομίμας και τον μεταμόρφωσαν σε έναν αληθινό θρύλο της μιμητικής τέχνης τον Μαρσέλ Μαρσό.

 

Featured post

ΚΑΘΕ ΤΡΙΤΗ ΘΕΡΙΝΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΒΥΡΩΝΟΣ 3 ΣΤΙΣ 21:30

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ
THE HAPPENING
του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν

Με το “Συμβάν”, ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν επιστρέφει στις ρίζες του, δημιουργώντας μια ανατριχιαστική και αμείλικτη ταινία τρόμου – μια ιστορία καταστροφής όπου η φύση έρχεται σε θανάσιμη σύγκρουση με την ανθρωπότητα. Η κεντρική ιστορία είναι φαινομενικά απλή: ένας άντρας, μια γυναίκα κι ένα παιδί που προσπαθούν να ξεφύγουν από μια άγνωστη και αόρατη απειλή. Παράλληλα όμως παρουσιάζει με τόλμη ένα σενάριο επικής αποκάλυψης, η οποία δεν προέρχεται άμεσα από τις ενέργειες ανθρώπων αλλά από το φυσικό κόσμο. Η ταινία θέτει το εξής ερώτημα: τι συμβαίνει όταν κάτι πάει στραβά με το βασικότερο ανθρώπινο ένστικτο, το ένστικτο της επιβίωσης; Εξερευνά επίσης το πως η αγάπη κι η τρυφερότητα ίσως να μας βοηθήσουν να επιβιώσουμε από πιο σκοτεινές και επικίνδυνες καταστάσεις.
Η ιδέα της ταινίας ήρθε στον Σιάμαλαν ενώ οδηγούσε στην εξοχή, στο Νιου Τζέρσι, παρακολουθώντας την πλούσια βλάστηση έξω από το παρμπρίζ του. “Ήμουν στο δρόμο για Νέα Υόρκη,” θυμάται ο σκηνοθέτης, “ήταν μια όμορφη μέρα και τα δέντρα έφταναν μέχρι την άκρη της λεωφόρου. Ξαφνικά, σκέφτηκα “Τι θα γινόταν αν μια μέρα η φύση στρεφόταν εναντίον μας;”. Το ίδιο κιόλας λεπτό σχηματίστηκε στο μυαλό μου ολόκληρη η δομή της ιστορίας, ενώ μπορούσα να δω ξεκάθαρα τους χαρακτήρες. Ήταν ένα απίστευτο συναίσθημα διότι οι ταινίες είναι πάντα πολύ πιο προσιτές όταν το κυρίαρχο στοιχείο τους είναι η δομή.” Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της έμπνευσης, πριν από τη γραφή του σεναρίου, ο Σιάμαλαν είχε ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος στο μυαλό του για την ταινία αυτή. “Ήξερα πως ήθελα να γυρίσω μια ταινία που θα ήταν δυναμική και θα μετέδιδε στο θεατή την αίσθηση της τεταμένης ατμόσφαιρας.”
Αν και το πρώτο draft του σεναρίου ήταν ήδη ιδιαίτερα έντονο, η “Twentieth Century Fox” πρότεινε στον Σιάμαλαν να πάει την ιστορία ακόμα πιο πέρα, δίνοντάς του τη δυνατότητα να γυρίσει την ταινία ως ακατάλληλη για ανήλικους κάτω των 17 που δεν συνοδεύονται από κηδεμόνα. Ο Σιάμαλαν μπορούσε πλέον να φτάσει σε ένα επίπεδο έντασης και τρόμου, στο οποίο δεν είχε πλησιάσει ποτέ μέχρι σήμερα. Ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για εκείνον και είχε πλέον το κίνητρο, αλλά και την ελευθερία, ώστε να αποδεσμεύσει τη φαντασία του και να φτάσει σε νέα άκρα. “Όταν το σκέφτηκα, κατέληξα στο ότι αυτός ήταν ο σωστός τρόπος για να γυριστεί η ταινία αυτή, μιας και πρόκειται για μια ιστορία που αφορά τα ταμπού. Αν δηλαδή προσπαθούσες να γυρίσεις τον “Εξορκιστή” ως μια ταινία κατάλληλη για όλους, θα ήταν πολύ δύσκολο να φανταστώ το αποτέλεσμα” λέει ο Σιάμαλαν.
Ο Σιάμαλαν είχε στο μυαλό του τη δημιουργία μιας σύγχρονης εκδοχής των θρίλερ που είχαν ως κεντρικό θέμα την παράνοια του Ψυχρού Πολέμου, τα οποία άνθισαν την εποχή των 50’s και 60’s. Τα θρίλερ αυτά ψυχαγωγούσαν και καλλιεργούσαν το φόβο με την αίσθηση επικείμενης καταστροφής, ενώ παράλληλα αμφισβητούσαν τη λογική πίσω από την κατεύθυνση της σύγχρονης κοινωνίας. Από τα εκδικητικά “Πουλιά” του Χίτσκοκ, μέχρι το πυρηνικό δημιούργημα “Γκοτζίλα” και τους “Ανθρώπους του Τρόμου” του Ντον Σίγκελ, πολλές από τις κλασικές αυτές ιστορίες τρόμου παρουσίαζαν στο κοινό το όραμα ενός νέου κόσμου, όπου η γη εξακολουθεί να υπάρχει αλλά το ανθρώπινο είδος μπορεί να μην τα καταφέρει.
Ο Σιάμαλαν ήξερε πως, όπως με τις ταινίες αυτές, η κινητήρια δύναμη πίσω από “Το Συμβάν” θα ήταν ένα έντονο συναίσθημα αβεβαιότητας και φόβου. Πήγε όμως ένα βήμα πιο πέρα, επινοώντας το πιο αφάνταστο είδος καταστροφής για την ανθρωπότητα. “Νομίζω πως αυτό που τρομάζει ιδιαίτερα στο “Συμβάν”, είναι πως οι άνθρωποι έχουν μια εντελώς αντίθετη συμπεριφορά από αυτήν που έχουν συνήθως” εξηγεί ο σκηνοθέτης. “Η ανεξήγητη συμπεριφορά είναι πάντα τρομακτική, ενώ στην ιστορία βλέπουμε και πολλές συμπεριφορές που θεωρούνται ταμπού. Εν τέλει, ποιο είναι το ένα πράγμα που διατηρεί το ανθρώπινο είδος ζωντανό – το ένστικτο της αποφυγής επιβλαβών πραγμάτων, της προστασίας του εαυτού μας αλλά και των άλλων. Τι θα συμβεί αν χαθεί το ένστικτο αυτό; Θα έρθουν τα πάνω κάτω πάρα πολύ γρήγορα.”

“Το Συμβάν” ήταν μια ευκαιρία για τον Σιάμαλαν να απομακρυνθεί από το στερεότυπο που τον ακολουθεί σε όλες τις ταινίες του: το ανατρεπτικό φινάλε. Έβλεπε πάντα την ταινία αυτή ως μια ιστορία που ξετυλίγεται μέσα σε 36 ώρες, η πλοκή εκτοξεύεται αμέσως από τα πρώτα στάδια της καταστροφής σε μια καταιγιστική κλιμάκωση, χωρίς καμιά παράκαμψη, και το κοινό μένει με κομμένη την ανάσα. “”Το Συμβάν” είναι ουσιαστικά μια ιστορία για μια οικογένεια που προσπαθεί να επιβιώσει, ενώ στην προσπάθεια αυτή μαθαίνουν να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι που μου τράβηξε περισσότερο το ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή” αναφέρει ο Σιάμαλαν. “Ο στόχος μου ήταν να γυρίσω μια γρήγορη ταινία όπου ο θεατής θα βγαίνει από την αίθουσα νιώθοντας μια δόση παράνοιας για όσα συμβαίνουν στον κόσμο και δεν τα είχε σκεφτεί ποτέ μέχρι σήμερα.”
https://youtu.be/bCyLcrYDAgQ
Featured post

no ticket cinema, ”Δολοφονικά Αμαξίδια (Kills on Wheels)” του Ατίλα Τιλ, στο πάρκο της κατάληψης Βύρωνος 3, Καβάλα, 2 Ιούνη 2020 στις 21:30

Δολοφονικά Αμαξίδια

Kills on Wheels

του Ατίλα Τιλ

Ταινία ενηλικίωσης, γκανγκστερικό θρίλερ και υπερηρωικό animation, όλα χωρούν στα θαρραλέα αμαξίδια από την Ουγγαρία που κέρδισαν τον Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Ρουπάζοφ είναι ο πρώην πυροσβέστης που μια γενναία επιχείρηση καθήλωσε σε αναπηρικό αμαξίδιο. Αλλά ο Ρουπάζοφ είναι αποφασισμένος να σταθεί στα δυο του πόδια, πάση θυσία. Τουλάχιστον, έτσι όπως η ιστορία του ξετυλίγεται στο κόμικ των έφηβων Ζόλικα και Μπάρμπα που επίσης πάσχουν από κινητικά προβλήματα. Μέχρι τη στιγμή που ο Ρουπάζοφ, που φέρει μικρές ομοιότητες και με τον πατέρα του Ζόλικα, θα εμφανιστεί στον «πραγματικό» κόσμο και θα παρασύρει τα δυο αγόρια σ’ έναν αγώνα ταχύτητας με τη ζωή, με όχημα τα αμαξίδια.

Σ’ αυτόν τον αγώνα, ο Ρουπάζοφ θα διδάξει στ’ αγόρια τα μυστικά της ωριμότητας. Θα τους βάλει να οδηγούν αυτοκίνητο. Θα τους βγάλει στα κλαμπ να πιουν και να ξεφαντώσουν. Θα τους πείσει ότι η ζωή υπάρχει για να τη ζεις πατώντας στα δυο σου πόδια, έστω και καθιστός. Ακόμα σημαντικότερο, θα τους μάθει ότι μπορείς πολύ εύκολα να διαπράττεις τα τρομερότερα εγκλήματα, από ληστεία μέχρι φόνο και να τη σκαπουλάρεις με άνεση: γιατί κανείς, ποτέ, δε θα υποψιαστεί τον ανάπηρο στο καροτσάκι!

Ο Ούγγρος Ατίλα Τιλ, τη στιγμή ακριβώς που η χώρα του χαρακτηρίζεται από την άνοδο του ρατσισμού, παρουσιάζει μια ταινία που δε μιλά για τον ρατσισμό, απλώς τον αποκλείει, οριστικά, στην πράξη. Οι δυο πρωταγωνιστές του είναι μη επαγγελματίες ηθοποιοί, οι ίδιοι με τα κινητικά προβλήματα των ηρώων τους και, πράγματι, στέκονται θαυμάσια απέναντι στον Ζάμπολτς Θουρόζι του «White God». Οι τρεις τους συνθέτουν ένα αταίριαστο γκρουπ έτοιμο για περιπέτεια, σ’ ένα φιλμ που διατρέχει τα είδη, από το βαλκανικό γουέστερν στο γκανγκστερικό θρίλερ κι από την εφηβική κομεντί στο υπερηρωικό animation.

Κρατώντας σταθερή την κάμερά του (στο ύψος ενός ανθρώπου που κάθεται, για την ακρίβεια), μπροστά στους ήρωές του επίμονα από την αρχή, κάνει πρώτα τον θεατή να νιώσει άβολα με τη σωματική παραμόρφωση ή αδυναμία, για να το υπερβεί αμέσως με τη μέθοδο της εξοικείωσης και του χιούμορ. Η πλοκή είναι προβλέψιμη, αλλά οτιδήποτε άλλο δεν είναι. Με μια θεαματική σκηνή φόνου στο μέσο του, το φιλμ του Ατίλα Τιλ είναι ελαφρύ και διασκεδαστικό, χειριζόμενο ανθρώπους και ήθη που έχουν μάθει να ζουν στο σκοτάδι της διάκρισης. Και δεν το κάνει βαρυσήμαντα, αλλά με την πιο αφοπλιστική διάθεση για κινηματογραφικό και κοινωνικό παιχνίδι.

Featured post

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ 1η ΜΑΗ 2020 ΚΑΒΑΛΑ


01/Ο5/2020 : Περίπου 20 άτομα συγκεντρωθήκαμε στην πλατεία Καπνεργάτη για την εργατική πρωτομαγιά, παρά τις απαγορεύσεις λόγω κορωναϊού. Τοποθετήσαμε πανό, μοιράσαμε εφημερίδες άπατρις και το ακάνθινο (άτακτο έντυπο του αυτόνομου στεκιού Καβάλας).Στο σημείο της συγκέντρωσης, σε απόσταση λίγων μέτρων, υπήρχαν ασφαλίτες, οι οποίοι παρέμειναν στην πλατεία μέχρι το τέλος της συγκέντρωσης.
Κάποια από τα συνθήματα που ακούστηκαν:
Τ’ αφεντικά μας λένε να κάνουμε θυσίες, εμείς θα απαντήσουμε με άγριες απεργίες
Δε θέλουμε στρατό, ούτε αστυνομία, θέλουμε δημόσια και δωρεάν υγεία

Featured post

Συλλογή Αγαθών για Ευπαθείς ομάδες Σάββατο 2 Μαΐου, 14:00 με 16:00, κατάληψη Βύρωνος 3

Συλλογή Αγαθών για Ευπαθείς ομάδες 
στην κατάληψη Βύρωνος 3 
Βασικά Αγαθά που χρειάζονται:
Πλαστικά Γάντια 
Αντισηπτικά 
Μάσκες (για ΒΙΟΜΕ ) 
– 
Παπούτσια σε καλή κατάσταση 
Επόμενη ημέρα για συλλογή αγαθών Σάββατο 2 Μαΐου  14:00 με 16:00 στην κατάληψη Βύρωνος 3 Καβάλα 
Featured post

Συλλογή αγαθών για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες

Σήμερα 25/4 /2020 πραγματοποιήθηκε , συλλογή αγαθών για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες ,στην Κατάληψη Βύρωνος 3.

Aναλυτικά : ρούχα , τρόφιμα και παπούτσια, δόθηκαν  σε οικ. μετανάστες από το Μπαγκλαντές που διαμένουν Καβάλα.
3 κούτες με φάρμακα , αντισηπτικά και γάντια , καθώς επίσης τρόφιμα και παπούτσια , στάλθηκαν Θεσ/νικη, στην κατάληψη Terra Incognita  που στηρίζει ΒΙΟΜΕ και άλλες δομές αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας .
Τέλος ρούχα , παπούτσια , αντισηπτικά , τροφές, φάρμακα και γάζες στη δομή μεταναστών κ προσφύγων στην πόλη της Καβάλας

Στηρίζουμε τους αποκλεισμένους-ες και τους αόρατους-ες Χτίζουμε δομές και διαδικασίες κοινωνικής και ταξικής αλληλεγγύης

 

Κάθε Τρίτη και Σάββατο 14:00 με 17:00 συλλέγουμε αγαθά για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες στην Κατάληψη Βύρωνος 3 Καβάλα
Featured post

Προβολή της ταινίας ”PASOLINI”, Δευτέρα 16/03/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Παζολίνι

Pasolini

του Εϊμπελ Φεράρα

Παρότι η αρχική εντύπωση ήταν ότι ο Παζολίνι κι ο Φεράρα θα προκαλέσουν έναν εκρηκτικό συνδυασμό στην οθόνη, το επιλεκτικό biopic δίνει έμφαση όχι στη δύναμη των γεγονότων αλλά στο πνεύμα του δημιουργού.

Ένας σκηνοθέτης γεμάτος εσωτερικές συγκρούσεις, με πολύκροτο πολιτικό λόγο, σεξουαλική ζωή που προκάλεσε έντονες, ως και μοιραίες αντιδράσεις στην (όχι πολύ μακρινή) εποχή της, μια προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις, ένας πολυπρισματικός καλλιτέχνης και λόγιος που συγκέντρωσε πάνω του όλη τη σοφία και τη σύγχυση του ’60 και του ’70. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι αποτελεί το αντικείμενο της νέας ταινίας του Εϊμπελ Φεράρα, του σκηνοθέτη που ακόμα και στις χειρότερες ταινίες του, ανάμεσά τους το «Welcome to New York», ποτέ δεν τράβηξε το βλέμμα από το βίαιο πάθος, το βρώμικο σκοτάδι, την ένταση, την παρακμή, το θάνατο. Κι όμως, το «Pasolini» του Φεράρα είναι η πιο εσωστρεφής, ανώδυνη, απαλή ταινία του, παρότι το θέμα της προσφέρεται για αμέτρητες προεκτάσεις.

Η ταινία συναντά τον Παζολίνι λίγο μετά τα γυρίσματα του «Σαλό» – είναι ήδη διάσημος, αναγνωρισμένος ως ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους του σύγχρονου πνεύματος. Το φιλμ ξεκινά με σκηνές από συνεντεύξεις που δίνει ο Παζολίνι σε διαφορετικά μέσα. Εκεί φροντίζει να δηλώσει ότι τώρα, περισσότερο από ποτέ, η δράση και η τέχνη του είναι πολιτική. Και καλά που το λέει, γιατί η ταινία δεν ασχολείται λεπτό μ’ αυτήν, την τόσο σημαντική πλευρά του. Ο Παζολίνι ετοιμάζει δυο νέα έργα, τα γράφει, τα μοιράζεται, τ’ αναθεωρεί. Τα δυο αυτά έργα ζωντανεύουν στην οθόνη, το καθένα του καλύπτοντας μέρος του προφίλ του Παζολίνι και οδηγούν την ταινία.

Οι αποσπασματικές σκηνές που συνδέουν την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία αγγίζουν, ως alter ego του, τα στοιχεία της ζωής και του έργου του Παζολίνι μόνο επιδερμικά. Το φιλμ ούτε προσφέρει νέες πληροφορίες γι’ αυτόν, ούτε εμβαθύνει. Η αιχμηρή πολιτική δράση δεν επισκέπτεται καμιά σκηνή της, το σεξ, τα ψωνιστήρια, ο λανθάνων μαζοχισμός περιγράφονται, αλλά χωρίς πάθος και χωρίς κόστος.

Όσο οι γλώσσες του φιλμ μπερδεύονται, μάλλον αμήχανα, ανάμεσα στα αγγλικά και τα ιταλικά, ο Γουίλαμ Νταφόε στον κεντρικό ρόλο γνωρίζει απόλυτα τι θέλει να κάνει και το κάνει αριστοτεχνικά. Κι εκεί είναι που αποκαλύπτεται και η επιθυμία του Φεράρα. Όχι στο να σκηνοθετήσει μια ανώδυνη, χωρίς αντίκτυπο βιογραφία του Παζολίνι. Αλλά στο να παγιδεύσει κάτι από το πνεύμα του και την εποχή του, τα ταξίδια του μυαλού του και τη μελαγχολία ενός διαρκούς αγώνα, σε μια ταινία που δεν έχει, ίσως, νόημα, αλλά έχει αίσθηση και αισθητική. Στην εξαιρετική σκηνογραφία και τα κοστούμια της, στη λυρική φωτογραφία που κινείται από τη σέπια του ’70 στις νύχτες των ενοχών, σε μια αφαιρετική διατύπωση ενός αγγίγματος μιας μεγαλοφυΐας.

Ο «Παζολίνι» του Φεράρα είναι μια ταινία μάλλον ελλειπτική, μια και στην προσπάθειά της να αποδώσει το όλο, δεν επικεντρώνεται σε τίποτα. Ούτε κι ανταποκρίνεται στην πρόκληση της ανάλυσης μιας προσωπικότητας τόσο σύνθετης όσο ο Παζολίνι. Εκεί όμως που ετοιμάζεται κανείς να την απορρίψει ως αδύναμη, βαρετή, επιπόλαιη, αδιάφορη, συνειδητοποιεί τη μερική επιτυχία της: στο να μεταφέρει την υφή, εικαστική κι εγκεφαλική, ενός καλλιτέχνη που δεν ησύχασε ποτέ και που στάθηκε τόσο μπροστά από την εποχή του, ώστε να μη γίνει απόλυτα αποδεκτός ή κατανοητός ούτε καν από τους θαυμαστές και τους οικείους του. Αυτή η σκληρή μελαγχολία πιάνει τον θεατή από το λαιμό και δεν τον εγκαταλείπει εύκολα, αφήνοντάς τον να παιδευτεί μόνος του με την ουσία.

Featured post

ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ IRDI K.

Τον Ιούλη του 2019 ο σύντροφος μας Irdi K., αλβανικής καταγωγής, επιχείρησε να ανανεώσει την άδεια παραμονής του, κάτι που υποχρεούται να κάνει ανά πενταετία για να μπορεί να παραμένει στον ελλαδικό χώρο. Όπως έμαθε, ωστόσο, η ανανέωση αυτή δεν μπορεί να γίνει, λόγω του ότι αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, αφού είχε συλληφθεί στην πορεία της 6ης Δεκέμβρη του 2014 και του είχαν αποδοθεί ως κατηγορίες μια σειρά από πλημμελήματα.
Μετά από μια σειρά αναβολών, το δικαστήριο έλαβε χώρα και ο σύντροφος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 27 μήνες. Στα πλαίσια του δικαστηρίου ανέλαβε την ευθύνη της πολιτικής του ταυτότητας ως αναρχικός αλλά όχι αυτή των κατηγοριών που του προσάπτονταν. Πολύ αργότερα έμαθε πως η απόφαση του δικαστηρίου δεν έχει καν καθαρογραφεί και , επομένως, δεν μπορεί καν να οριστεί το εφετείο.
‘’Εδώ και κάποιους μήνες, λοιπόν, βιώνω μια ακόμη έκφανση της εκδικητικότητας του κράτους, το οποίο σε συνεργασία με τους μπάτσους και το δικαστικό σώμα προσπαθούν να επέμβουν στη ζωή μου και να με ξεριζώσουν, πετώντας με μακριά. Αρνούμαι να τους αφήσω να με αποδυναμώσουν, αρνούμαι να απομακρυνθώ από τα κοντινά και συντροφικά μου πρόσωπα, τις επιλογές μου και τα κεκτημένα μου. Αρνούμαι να υποταχθώ σε αυτή τη δυστοπία που προσπαθούν να μου επιβάλλουν. Μπορεί η καταστολή να προσπαθεί διαρκώς να βρει καινούριους τρόπους να μας περιορίσει και να μας κλονίσει, αλλά υπάρχουν ένα σωρό παράμετροι που δεν υπολογίζει. Έχουμε το θράσος, έχουμε το σθένος και το πείσμα και δεν πάμε πουθενά. Σε αυτόν τον πόλεμο, δεν αναδιπλωνόμαστε και δεν κάνουμε βήμα πίσω.’’
Την Πέμπτη 12 Μάρτη εκδικάζεται η υπόθεση του στα Διοικητικά Δικαστήρια Θεσσαλονίκης με την ίδια πρόεδρο που έχει ήδη απορρίψει μια φορά το αίτημα του.
ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ IRDI K.
Ο ΙRDI Κ. ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ, ΔΕ ΠΑΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ
ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΔΕΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΣΥΝΟΡΑ Ή ΧΑΡΤΙΑ
Featured post

Προβολή της ταινίας ”FOR SAMA”, Δευτέρα 09/03/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

«For Sama» – Έτσι ήταν η ζωή στο Χαλέπι, καθώς έπαυε να υπάρχει

Μια σειρά από home movies της Γουαάντ αλ-Κατέμπ μετατρέπονται σ’ ένα από τα σκληρότερα ντοκουμέντα της εποχής μας.

Η Γουαάντ αλ-Κατέμπ ήταν ένα κορίτσι που, γύρω στο 2015, εγκατέλειψε τη ζωή της και την οικογένειά της στην επαρχία της Συρίας και πήγε στο Χαλέπι για να σπουδάσει. Είχε μια βιντεοκάμερα και της άρεσε να τραβά υλικό: τους φίλους της, την πόλη. Την επανάσταση κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Ασάντ, παράπλευρη δράση της Αραβικής Άνοιξης, στην οποία πήρε μέρος με σθένος και νεανικό ενθουσιασμό. Ώσπου άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες στο Χαλέπι. Η αλ-Κατέμπ εξακολούθησε να τραβάει υλικό. Τον νεαρό γιατρό-ακτιβιστή Χαζάμ που προσέφερε τις υπηρεσίες του με αυτοθυσία, τον οποίο ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε. Τη γέννηση της πρώτης τους κόρης, της Σάμα, που σημαίνει «ουρανός». Το αίμα και τα πτώματα, τις ρωσικές βόμβες, την ισοπέδωση του πρώτου τους σπιτιού, τη μετεγκατάστασή τους μέσα στο τελευταίο νοσοκομείο που απέμεινε στο Χαλέπι, εκείνο που δεν θα έπεφτε, ώσπου έπεσε. Τους φίλους τους που όλο και λιγοστεύουν, τα παιδιά, εξάχρονα κι επτάχρονα, που φέρνουν στο νοσοκομείο ετοιμοθάνατα τα μικρά αδέλφια τους, μια και οι γονείς έχουν ήδη εκλείψει. Και την πόλη, σε πανοραμική θέα, καθώς, μήνα με το μήνα, τα κτίρια αρχίζουν κι εξαφανίζονται.

Αυτό το υλικό, από τις πρώτες διαδηλώσεις στο Χαλέπι πριν τον εμφύλιο, ως την εκκένωσή του στο τέλος του 2016, η Γουαάντ αλ-Κατέμπ, με τη συνεργασία του βραβευμένου με Emmy Βρετανού Εντουαρντ Γουατς, μόνταρε σ’ ένα ντοκιμαντέρ μιάμισης ώρας, το οποίο προβλήθηκε, παρουσία τους, στο Φεστιβάλ Καννών ως Ειδική Προβολή, έχοντας ήδη προβληθεί και βραβευτεί στο SXSW και στα Hot Docs. Εκεί, ο αλ-Κατέμπ κι ο Γουατς έχουν φέρει και τη σκηνοθετική τους «παρέμβαση». Η δράση εκτυλίσσεται σε παιχνίδια του χρόνου, πισωγυρίσματα και flash backs, προκειμένου η αίσθηση της ξαφνικής απώλειας ανθρώπων και μιας ολόκληρης πόλης-χώρας-πολιτισμού. Κάποιος που δεν έχει παρακολουθήσει τον εμφύλιο της Συρίας, χάνει τον ιστορικό ειρμό – μικρό τίμημα, η κεντρική ιδέα δεν αλλάζει.

Εκτός από τις μονταζιακές επιλογές, η αλ-Κατέμπ επιλέγει να έχει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ένα δικό της voice-over. Είναι ένα κείμενο γραμμένο αφότου έχουν φύγει από το Χαλέπι, ένα νοερό γράμμα στη μικρή της κόρη, τη Σάμα, όπου της περιγράφει το υπόβαθρο όσων συμβαίνουν, μοιράζεται μαζί της φόβους αλλά και χαρές στην προσωπική της ζωή, μνημονεύει ανθρώπους και συμβάντα, αλλά και απολογείται που, τελικά και κατ’ ανάγκη, την απομάκρυνε από την πόλη που ήταν η πατρίδα τους. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία ασφαλώς γίνεται συναισθηματικά χειριστική, συνειδητά φορτισμένη, μελοδραματική – μικρό τίμημα, η κεντρική ιδέα δεν αλλάζει.

Η αξία του «For Sama» δεν είναι τόσο κινηματογραφική, όσο ιστορική. Είναι το πρώτο «επίσημο» ντοκουμέντο από τη Συρία που δείχνει όχι τον πόλεμο και το θάνατο μόνο, αλλά και τη ζωή ακριβώς πριν. Που μεταφέρει με ακρίβεια και πιστότητα, όχι μόνο τη βίαιη πανωλεθρία, αλλά και τα ρεαλιστικά αισθήματα των ανθρώπων όσο την έβλεπαν να συμβαίνει: την έκπληξη, τον τρόμο, την, τελικά, αναγκαστική αφομοίωση της φρίκης. Μέσα σε όλα τα απίστευτα που βλέπει κανείς στην ταινία, μια φράση της αλ-Κατέμπ στην αρχή των βομβαρδισμών δεν ξεπερνιέται ώρες μετά τη θέαση της: Πώς μπορεί ο υπόλοιπος κόσμος να το αφήνει να συμβαίνει αυτό; Γιατί η ιστορία είναι πολύ πρόσφατη, ακόμα και τρέχουσα και όλοι τη σχολιάσαμε και λίγοι ασχολήθηκαν με έναν κόσμο που ισοπεδώθηκε. Μεγάλο τίμημα και δεν αλλάζει.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”CORPUS CHRISTI”, Δευτέρα 02/03/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Corpus Christi

του Γιαν Κομασά

Η ταινία από την Πολωνία που έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας (Βραβείο Europa Cinemas Label στο τμήμα Giornate degli Autori), ταξίδεψε στα φεστιβάλ του κόσμου, έσπασε ρεκόρ εισιτηρίων στη χώρα της και βρίσκεται στη short list για την πεντάδα του Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

O εικοσάχρονος Ντάνιελ βιώνει πνευματική μεταμόρφωση κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο αναμορφωτήριο. Θέλει να γίνει ιερέας αλλά αυτό είναι αδύνατο εξαιτίας του ποινικού του μητρώου. Όταν τον στέλνουν να εργαστεί στο ξυλουργείο μιας κωμόπολης, κατά την άφιξή του προσποιείται τον ιερέα και καταλήγει να αναλάβει καθήκοντα στην τοπική ενορία. Η άφιξη του νεαρού χαρισματικού ιεροκήρυκα δίνει την ευκαιρία στην τοπική κοινωνία, που ταλανίζεται από ένα τραγικό συμβάν, να αποκαταστήσει την ισορροπία της.

Κινηματογραφώντας το μαγνητικό πρόσωπο του νεαρού πρωταγωνιστή Μπαρτοζ Μπελένια να ταλαντεύεται αβίαστα ανάμεσα στο σκοτάδι ενός «εγκληματία» και το φως ενός «αγίου», το φιλμ του Γιαν Κομασά μοιάζει να κερδίζει εξ αρχής ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην προσπάθειά του να αφηγηθεί μια ιστορία που εύκολα θα μπορούσε να ξεφύγει στην υπερβολή, την φάρσα ή τον μελοδραματισμό. Όμως το «Corpus Christi» κατορθώνει να συνθέσει μια τονική πολυφωνία σε ένα φιλμ στο οποίο η απειλή (ή έκφραση) της βίας κατορθώνει να συνυπάρχει με την πνευματικότητα, το χιούμορ με τον κυνισμό και ο ρεαλισμός με μια αδιόρατη αίσθηση του υπερβατικού.

Βασισμένο σε αληθινά στοιχεία, που όμως όπως κι ο ήρωάς του ενδύονται ξεκάθαρα την μυθοπλασία, το φιλμ, χρησιμοποιεί την παραβολή με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η θρησκεία, προκειμένου να εξετάσει την ανθρώπινη φύση και να μιλήσει φυσικά για την πίστη και την ρευστή της φύση, για τον τρόπο που η εγγύτητα στον θεό «εξαργυρώνεται», ή χρησιμοποιείται, αλλά και για τις «αμαρτίες», την «τιμωρία», το δικαίωμα στις δεύτερες ευκαιρίες, τη συγχώρεση και το πως ποτέ τα ράσα -κυριολεκτικά- δεν κάνουν τον παπά.

Έχοντας στο κέντρο του έναν ελκυστικό μα πάντα αμφίσημο χαρακτήρα, αλλά χτίζοντας με προσοχή και λεπτομέρειες τον μικρόκοσμο στον οποίο ανά πάσα στιγμή κινείται (από το αναμορφωτήριο, έως την ενορία του), η ταινία κατορθώνει να σε οδηγεί σε ένα συναισθηματικό και πνευματικό ταξίδι που δεν σου επιτρέπει ποτέ να επαναπαυθείς στην βεβαιότητα μιας προκαθορισμένης διαδρομής, ούτε προσφέρει βολικές κι εύκολες απαντήσεις. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει την τρυφερή αλλά και σκληρή ταυτόχρονα ταινία του Κομασά, τόσο απροσδόκητα γοητευτική, και τόσο προσηλωμένη στο ατελές, τσαλακωμένο, προβληματικό μέτρο του ανθρώπινου.

Featured post

Προβολή της ταινίας ” CLIMAX ”, Δευτέρα 24/02/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Climax

του Γκασπάρ Νοέ

Φανταστείτε ένα «Step Up» που διαδραματίζεται στον έβδομο κύκλο της κόλασης και θα πάρετε μια καλή ιδέα για την πιο απολαυστική και σίγουρα την καλύτερη ταινία που γύρισε ο Γκασπάρ Νοέ εδώ και χρόνια.

Οι χορευτές, τα βινύλια, μια σανγκρία, τα κορίτσια, ένα παιδί, μια σημαία, μια σανγκρία, ένας διάδρομος, ένας καθρέφτης, ένα δάσος, μια σανγκρία, τα γέλια, το χιόνι, οι κραυγές, μια σανγκρία, οι χορευτές, μια γιορτή, ο Dj Daddy, μια σανγκρία, τα κορίτσια, μια σημαία, ένας διάδρομος, ένα μαχαίρι, ένας καθρέφτης, το αίμα…

Ναι το «Climax» δεν είναι μια από εκείνες τις ταινίες που αντέχουν σε βαθυστόχαστες αναλύσεις, ή που περιμένουν να τις πάρεις απολύτως στα σοβαρά. Ναι το φιλμ έχει όλες τις εξυπνάδες που περιμένεις από τις τελευταίες ταινίες του Νοέ (τα credits του τέλους στην αρχή του φιλμ, τους τίτλους της αρχής σχεδόν 45 λεπτά μετά το ξεκίνημα της ταινίας, μεγαλόστομα τσιτάτα σε μεσότιτλους), χαρακτήρες από τσιγαρόχαρτο και μια πλοκή που χωρά σε δυο αράδες.

Όμως η εμπειρία του να βλέπεις το «Climax» σου θυμίζει τι είναι αυτό που κάνει το σινεμά τόσο συναρπαστικό, είναι μια βουτιά στην πιο βαθιά πλευρά της πισίνας των αισθήσεων, είναι μια απόλαυση -κατά στιγμές ενοχλητική- από το πρώτο λεπτό έως σχεδόν το τελευταίο. Η καρδιά του φιλμ χτυπά στην πίστα του χορού, στον ρυθμό της μουσικής που δεν σταματά ποτέ, στις κινήσεις των σωμάτων που είναι τόσο εντυπωσιακές και τόσο συναρπαστικά σκηνοθετημένες από τον Νοέ που σε φέρνουν σε μεγαλύτερο high από την σαγκρία με το LSD της ιστορίας.

Και φυσικά η ευφορία, η χαρά, το «φτιάξιμο», θα έχει μια άσχημη κατάληξη στο δεύτερο μέρος της ταινίας όταν η επήρεια των ναρκωτικών θα φέρει την παράνοια, τον τρόμο, την βία. Κι αυτό το κομμάτι της ταινίας, αν και πιο αδύνατο από το πρώτο, πάλλεται επίσης με την ίδια ενέργεια και δύναμη κι ακόμη κι αν η παραβολή της ταινίας για την κοινωνική συνοχή, την ζωώδη φύση του ανθρώπου, για την βέβαιη πτώση από τον παράδεισο, δεν είναι τίποτα λιγότερο από διάφανη, δεν παύει να είναι αποτελεσματική. Γιατί ποιος χρειάζεται «μυαλό» όταν ξέρει να χρησιμοποιεί τα πόδια και το σώμα με τέτοιο τρόπο;

Νευρώδες όσο το κορμί ενός χορευτή, ιδρωμένο και γεμάτο ένταση το «Climax» είναι σινεμά που σε κάνει να χτυπάς το πόδι στο πάτωμα ή να φέρνεις τα χέρια στο πρόσωπο, κλείνοντας τα μάτια σου, αλλά είναι σινεμά που δεν σε αφήνει με τίποτα αδιάφορο. Είναι μαζί ένα θρίλερ που ξέρει να χτίζει το σασπένς κυριολεκτικά από το τίποτα και ίσως η καλύτερη ταινία για τον χορό που έγινε ποτέ, είναι πυρετικό και σχεδόν παραισθησιογόνο. Είναι σαν ένα τριπ που το κάνεις με τα μάτια, σαν μια νύχτα στο πιο γαμάτο κλαμπ που την περνάς χορεύοντας ως το πρωί, ξεχνώντας τον εαυτό σου.

Featured post

ΣΑΒΒΑΤΟ 22/2/2020, παρέμβαση στο Ξενοδοχείο LUCY, Καβάλα, Energy&Hubs Kavala 2020

Σάββατο 22/02/2020, 10:30 το πρωί με τρυκάκια και συνθήματα κάναμε παρέμβαση στο φόρουμ Energy&Hubs Kavala 2020
μπήκαμε μέσα στην αίθουσα την ώρα που είχε ξεκινήσει το φόρουμ της ντροπής …με δυνατό παλμό και τα εξής συνθήματα:
ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΠΛΩΝ ΜΙΖΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΑΣ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ
ΠΟΛΕΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΡΟΕΣ ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ
ΜΕ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΖΕΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ ΑΓΩΓΟΥΣ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ΖΕΣΤΑΘΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥΣ
ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ TIERRA Y LIBERTAD
TERRA INCOGNITA
UTOPIA AD
ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ
video: https://www.youtube.com/watch?v=brgj-YLKMDE
Featured post

Προβολή της ταινίας ”LES GARCONS SAUVAGES (Τα Άγρια Αγόρια)”, Δευτέρα 10/02/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Τα Άγρια Αγόρια

Les Garçons Sauvages

του Μπερτράν Μαντικό

Tο αταξινόμητο, τολμηρό, ποιητικό ντεμπούτο του Γάλλου Μπερτράν Μαντικό. Ένα εικαστικό κομψοτέχνημα, αλλά και μια από τις πιο ρηξικέλευθες (αισθητικά και πολιτικά) κινηματογραφικές προτάσεις των τελευταίων χρόνων.

Γράφεται πολύ συχνά για διάφορες πρώτες σκηνοθετικές δουλειές ότι είναι πολλά υποσχόμενα ή και θεαματικά ακόμα ντεμπούτα, που δημιουργούν προσδοκίες για το μέλλον, καμία όμως ταινία της πρόσφατης μνήμης δεν έφερε τόσο σαρωτικά στο προσκήνιο έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη όσο τα «Aγρια Αγόρια» του Γάλλου Μπερτράν Μαντικό, ένα αισθητικό και πανσεξουαλικό παραλήρημα που κατέκτησε δικαίως την περίοπτη πρώτη θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς των ακριβοθώρητων Cahiers du Cinema κι αποτελoύσε μέχρι σήμερα ένα καλά κρυμμένο μυστικό για την ελληνική διανομή, το οποίο κέρδισε (επιτέλους) δικαιωματικά την …αποκάλυψη.

Κι αν ο Μαντικό είχε δείξει τα πρώτα (αισθητικά και θεματολογικά) δείγματα γραφής με μια πλειάδα μικρού μήκους ταινιών, στις οποίες μια πανσπερμία διακειμενικών queer αναφορών κι ένα αταξινόμητο gender fluidity συνέθεταν ένα ολότελα προσωπικό και πρωτότυπο καλλιτεχνικό όραμα, στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ο Γάλλος σκηνοθέτης πηγαίνει ακόμα ένα βήμα παραπέρα, κηρύσσοντας μια (κινηματογραφικά τουλάχιστον) πολυπόθητη σεξουαλική επανάσταση. Κι όπως κάθε ταινία που (συ)στήνει ab ovo ένα ακραιφνώς ιδιοσυγκρασιακό κινηματογραφικό σύμπαν, τα «Άγρια Αγόρια» απαιτούν τη βύθιση του θεατή σ’ αυτά χωρίς στεγανά και προκαταλήψεις.

Μετά από μια ονειρική in medias res εισαγωγή στην οποία σε ένα τροπικό νησί ένα ερμαφρόδιτο αγόρι με ένα γυναικείο στήθος δέχεται την επίθεση από έναν σκύλο με ανθρώπινο πρόσωπο (όσοι δεν έχουν σταματήσει την ανάγνωση σ’ αυτό το σημείο πρέπει να ξέρουν ότι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά σε όσα ακολουθούν), η ταινία μας μεταφέρει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπου τα «Άγρια Αγόρια» του τίτλου είναι μια ομάδα έφηβων αγοριών, γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών και συμμαθητές σε ιδιωτικό σχολείο. Κατά τη διάρκεια μιας αυτοσχέδιας παράστασης του «Μάκβεθ» για τη φιλόλογο τους, οι νεαροί, φορώντας προσωπεία, που παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία, καταλαμβάνονται από μια ένθεη και διονυσιακή μανία, η οποία μετουσιώνεται στη μορφή ενός κρυστάλλινου κρανίου με το όνομα Τρέβορ, και αφού βιάσουν την καθηγήτρια τους τη σκοτώνουν.

Στη δίκη στην οποία ο δικαστής παρουσιάζεται σαν υπερμεγέθης τιμωρός και οι φύλακες είναι ημίγυμνες ερμαφρόδιτες φιγούρες, οι νεαροί κρίνονται ένοχοι και η τιμωρία τους δεν είναι η φυλάκιση, αλλά ο σωφρονισμός επέρχεται με ένα ταξίδι με αρχηγό έναν Ολλανδό καπετάνιο, μια εντελώς butch μορφή βγαλμένη από το Tom Of Finland, o οποίος αναλαμβάνει να φέρνει στον ίσιο δρόμο παραβατικά αγόρια. Ταΐζοντας τους ένα εξωτικό φρούτο που παραπέμπει σε τριχωτό ακτινίδιο (κι ευνόητα σε κάτι πολύ πιο πονηρό), ο καπετάνιος σκληραγωγεί τους νεαρούς στη διάρκεια του ταξιδιού, και τους υποβάλλει σε καταναγκαστικές εργασίες, ενώ τους δένει στο καράβι για να ασκεί απόλυτο σωματικό έλεγχο πάνω τους. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και μια σαδομαζοχιστικά ερωτική ατμόσφαιρα, δείχνοντάς τους μεταξύ άλλων, και το εξωπραγματικά υπερμέγεθες πέος του.

Ο προορισμός του ταξιδιού είναι ένα τροπικό νησί στη μέση του πουθενά, στο οποία βασιλεύει μια οργιαστική και τελείως sui generis χλωρίδα, με φαλλόμορφα φυτά που (στην κυριολεξία) εκσπερματώνουν τους χορταστικούς χυμούς τους. Σ’ αυτόν τον ερωτικό Παράδεισο, οι νεαροί θα γνωρίσουν κοσμογονικές αλλαγές, όχι μόνο στην κοσμοθεωρία τους, αλλά και στο ίδιο τους το σώμα. Κι ενώ θα αποκαλυφθεί ότι ακόμα και ο ίδιος ο Καπετάνιος βρίσκεται στα μισά της σωματικής αλλαγής με ένα γυναικείο στήθος στο στέρνο του, τα αγόρια θα αποβάλλουν τα γεννητικά τους όργανα και θα γίνουν σταδιακά κορίτσια, υπό την επίβλεψη της επιστήμονα Σεβερίν (μοναδικά και στα όρια του camp ερμηνευμένης από την καλτ θεότητα του πάλαι ποτέ ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου Ελίνα Λόβενσον), της μοναδικής κατοίκου του νησιού, η οποία ανακάλυψε πρώτη ως άντρας της μαγικές ιδιότητες του μέρους και χρησιμοποιεί τα τέως «άγρια αγόρια» ως τους πρώτους πολεμιστές της σεξουαλικής της επανάστασης, η οποία μπορεί επιτέλους να ξεκινήσει.

Κι αν όλα αυτά δεν ήταν αρκετά fucked up, υπάρχει μια ακόμα μικρή λεπτομέρεια που αλλάζει τα πάντα και απογειώνει ακόμα περισσότερο το εγχείρημα του Μαντικό. Τα αγόρια του τίτλου ενσαρκώνονται από γυναίκες ηθοποιούς, κάτι που για τον παρατηρητικό θεατή γίνεται βέβαια αμέσως αντιληπτό, ακόμα όμως και για όσους δεν το παίρνουν αμέσως χαμπάρι και το αποκαλύπτουν στη συνέχεια αυτής της φρενήρους διαδρομής, μπλέκει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα στα φύλα και προσθέτει ακόμα περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης σ’ αυτή την ήδη φιλόδοξη απόπειρα κατάρριψης οποιουδήποτε στερεότυπου αναφορικά με την αναπαράσταση των έμφυλων ταυτοτήτων στο κινηματογραφικό μέσο.

Ο Μαντικό στήνει από την αρχή ένα εξωπραγματικά τεχνητό σύμπαν, μέσα στην πανηδονιστική ατμόσφαιρα του οποίου η έννοια του φύλου δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα που αποδομείται κι επανασυντίθεται διαρκώς. Θυμίζοντας τον διάσημο στίχο των Blur από το Girls and Boys για τα κορίτσια που είναι αγόρια και ούτω καθεξής, η ταινία παίζει διαρκώς με τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες (ακόμα και τα ταμπού) του θεατή, δημιουργώντας έναν περιρρέοντα ερωτισμό που (κυριολεκτικά) στάζει καύλα σχεδόν σε κάθε πλάνο, χωρίς όμως ποτέ να εκπίπτει στην πορνογραφία. Αντίθετα η πρόκληση είναι βαθύτερη κι εγκεφαλική, διατηρεί όμως τη σωματικότητα κι εκείνη την απαραίτητη παιγνιώδη και σκανδαλιστική ελαφρότητα που καθιστούν το εγχείρημα του Γάλλου σκηνοθέτη όχι απλώς ένα νοητικό κι αισθητικό πείραμα, αλλά μια ολοκληρωμένη κι ε(ρε)θιστική εμπειρία.

Φυσικά οι αναφορές που μπορεί να εντοπίσει κανείς στο έργο του Μαντικό είναι άπειρες, ο τρόπος όμως που αυτές συντίθενται σε ένα προσωπικό και ξεχωριστό τελικό αποτέλεσμα είναι αυτός που κάνει τη διαφορά. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικές για να φανεί το εύρος του διακειμενικού οράματος του Γάλλου σκηνοθέτη: η εισαγωγή, αλλά και όλη η ειρωνική αντιμετώπιση απέναντι στις έννοιες της παραβατικότητας και του σωφρονισμού παραπέμπουν στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο αχαλίνωτος ερωτισμός και η προκλητική διάθεση κατάρριψης των ταμπού και των απαγορεύσεων στον περιορισμένο χώρο ενός νησιού στο «Γκοτό, το Νησί του Έρωτα» του Βαλέριαν Μπορόβτζικ, η δημιουργία μιας εξαρχής τεχνητής κι επίπλαστης ατμόσφαιρας στις δημιουργίες του Γκάι Μάντιν, αλλά και στα σεξουαλικά φορτισμένα μελοδράματα του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ενώ ο ίδιος ο Μαντικό ευχαριστεί στους τίτλους τέλους τον Ιούλιο Βερν (!) και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ. Και πραγματικά η ταινία αυτή θα μπορούσε να είναι το παιδί της αγάπης αυτών των τόσο διαφορετικών κι ετερόκλιτων συγγραφέων.

Γυρισμένο σε ένα εξωπραγματικά γυαλιστερό ασπρόμαυρο, οι αποχρώσεις του οποίου μοιάζουν να έχουν εμποτιστεί με glitter, και με σποραδικές εκρήξεις χρώματος, στις οποίες ο σκηνοθέτης μαζί με τη σταθερή διευθύντρια φωτογραφίας του Πασκάλ Γκρανέλ φορτώνουν το κάδρο με φίλτρα συνθέτοντας μια αλλόκοτα απόκοσμη κι αισθαντική ατμόσφαιρα, τα «Άγρια Αγόρια» του Μπερτράν Μαντικό δεν είναι μόνο ένα εικαστικό κομψοτέχνημα, αλλά και μια από τις πιο ρηξικέλευθες (αισθητικά και πολιτικά) κινηματογραφικές προτάσεις των τελευταίων χρόνων, μια ταινία που τολμά να προκαλέσει αντιδράσεις και συζητήσεις, όχι μόνο για τον αυτοσκοπό της πρόκλησης. Κι αυτό είναι επιτακτικά αναγκαίο σε μια εποχή που η πολιτική ορθότητα τείνει να μετατραπεί σε έναν νέο συντηρητισμό.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”JOJO RABBIT”, Δευτέρα 03/02/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Τζότζο

Jojo Rabbit

του Τάικα Γουαϊτίτι

Ο Τάικα Γουαϊτίτι τολμά μία αναρχική κωμωδία για τη ναζιστική Γερμανία. Μία παρωδία με αναχρονιστικό μουσικό σάουντρακ, ανελέητο σαρκασμό, και αναπάντεχη τρυφερή παιδικότητα.

Ο Τζο Μπέτζλερ, ένα αδύνατο και μοναχικό αγοράκι, μεγαλώνει στη ναζιστική Γερμανία με την καλόκαρδη και τρυφερή μητέρα του, όσο ο πατέρας του λείπει εδώ και χρόνια «για δουλειές». Ο «Τζότζο» έχει ένα όνειρο: να φορέσει τη στολή με τις σβάστικες και να υπηρετήσει τον Φύρερ. Τον ενοχλεί που τον θεωρούν αδύναμο και δειλό, εκείνος θα αποδείξει στους συμμαθητές του ότι είναι σκληρός, ικανός και πιο πιστός στο όραμα από όλους. Άλλωστε έχει και τη βοήθεια του φανταστικού του φίλου, Αδόλφου Χίτλερ, ο οποίος εμφανίζεται συχνά στο δωμάτιό του, τον ενθαρρύνει και τον κατηχεί: μισούμε τους Εβραίους. Μόνο που την Ημέρα της Ναζιστικής Νεολαίας, ο Τζότζο αποτυγχάνει στις δοκιμασίες: δεν μπορεί να σκοτώσει ένα κουνελάκι με τα γυμνά του χέρια, ενώ τραυματίζεται από θραύσματα μιας χειροβομβίδας και το πρόσωπό του παραμορφώνεται για πάντα. Καταστροφή. Τώρα όλοι τον κοροϊδεύουν ακόμα περισσότερο από πριν: είναι άσχημος, είναι τέρας, είναι δειλός όπως ο πατέρας του που το έσκασε. Είναι ο «Τζότζο το κουνέλι». Όσο αναρρώνει, η μητέρα του τον σταματά από το σχολείο και, μένοντας σπίτι, η ζωή του αλλάζει απότομα. Κι αυτό γιατί ανακαλύπτει ότι σε μια μυστική σοφίτα, που επικοινωνεί μόνο από το δωμάτιό της, η μαμά του κρύβει από τους Γερμανούς μία έφηβη Εβραία κοπέλα. Ο Τζο δεν έχει ξαναδεί ποτέ κάποιον που πρέπει να μισεί, αλλά δεν νιώθει να μισεί την Έλσα. Δεν έχει ουρά, δεν μοιάζει με το διάβολο. Όσο ο Τζότζο ερωτεύεται, όσο καταλαβαίνει την αλήθεια για την αντιστασιακή μητέρα του, τόσο πρέπει να ξυπνήσει από τον τυφλό φανατισμό του, να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι, τι πραγματικά πιστεύει, και να πάρει θέση απέναντι σ’ έναν αδίστακτο πόλεμο που σκοτώνει ανεπίστρεπτα την παιδική (κι όχι μόνο) αθωότητα.

Ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης (από Εβραία μητέρα και Μαορί πατέρα) Τάικα Γουαϊτίτι έχει στα χέρια του μία κινηματογραφική χειροβομβίδα: μπορεί κανείς να κατασκευάσει μία φαρσική κωμωδία για τα ναζιστικά εγκλήματα, και μάλιστα με πρωταγωνιστή ένα μικρό παιδί; Ως απάντηση, ο Γουαϊτίτι τραβάει με θάρρος την περόνη ασφαλείας. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, που ένας ατσούμπαλος, γελοίος, κακοφορμισμένος «φανταστικός Αδόλφος» μαθαίνει στον μικρό Τζο το σωστό «Χάιλ Χίτλερ» και το πιτσιρίκι τρέχει ενθουσιασμένο και πωρωμένο στους δρόμους, τεντώνοντας σε ναζιστικό χαιρετισμό το χέρι σε όλους τους περαστικούς, υπό τους ήχους του… «I Wanna Hold Your Hand» των Beatles, καταλαβαίνεις ότι ό,τι θα ακολουθήσει θα είναι μία ανίερη κωμωδία του παραλόγου. Μία παρωδία με αναχρονιστικό μουσικό σάουντρακ, ανελέητο σαρκασμό, και αναπάντεχη τρυφερή παιδικότητα.

Ο Γουαϊτίτι («What We Do in the Shadows», «Hunt for the Wilderpeople», «Thor: Ragnarok»), ο οποίος ερμηνεύει ο ίδιος τον Χίτλερ ως στραβοχυμένο, κομπλεξικό λουκουμά, παίζει συνεχώς με το risqué θέμα του, κρατώντας χειρουργικές ισορροπίες και σωστή θερμοκρασία στη σάτιρα. Ταυτόχρονα όμως δεν χαρίζεται σε ευκολίες: οι Ναζί μπορεί να ρεζιλεύονται και να ξεβρακώνονται μέσα από το φαρσικό βλέμμα του (ο Σαμ Ρόκγουελ ως κρυφογκέι ξεπεσμένος αξιωματικός, η Ρέμπελ Γουίλσον ως ταγμένη σαδίστρια Φροϊλάιν) όμως λένε αδίστακτες, σκληρές, ειδεχθείς ατάκες που, σε άλλο τόνο, θα σου έκοβαν το αίμα. Η κωμωδία σε λυτρώνει από τον τρόμο, αλλά με έναν τρόπο, η κωμωδία, πολύ πιο ύπουλα, λέει κάτι πολύ σοβαρό.

Φανερά επηρεασμένος από τον Μελ Μπρουκς («Οι Παραγωγοί») τον Τσάρλι Τσάπλιν («Ο Μεγάλος Δικτάτορας»), ακόμα και τον Γουες Αντερσον (από την ποπ σκηνογραφία μέχρι την αισθαντική ανθρωπιά που εμποτίζει τα πάντα), αλλά βάζοντας και τη δική του πινελιά αναρχίας στο χιούμορ, ο Γουαϊτίτι καταφέρνει να γίνει συγκινητικός, αποφεύγοντας όμως το μελό (κάτι το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο Ρομπέρτο Μπενίνι με το «Η Ζωή Είναι Ωραία»). Τον σώζει η αιρετική του προδιάθεση, η βουτιά με το κεφάλι, το χιούμορ χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Τον βοηθάει και το εξαιρετικό καστ ηθοποιών (δικαίως η Σκάρλετ Τζοχάνσον είναι υποψήφια για Οσκαρ στο ρόλο της μητέρας, απίθανος ο Ρόκγουελ στο πώς κανιβαλίζει τον ναζί ήρωά του στις λεπτομέρειες, ενώ κι ο Στίβεν Μέρτσαντ είναι ξεκαρδιστικός ως SS), στο οποίο κλέβουν την παράσταση τα παιδιά. Ο Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις, ως Τζότζο, είναι όπως κι όλη η ταινία: αστείος και συγκινητικός, χαριτωμένος και σοβαρός, παράτολμος και συγκινητικός. Η Τόμασιν ΜακΚένζι, στο ρόλο της εβραιοπούλας, μοιάζει με κοριτσάκι που κουβαλά το old soul της στο βλέμμα, δυνατή και εύθραυστη κι ακριβής σε ό,τι κάνει. Σε έναν μικρό αλλά καθοριστικό ρόλο (αυτό του χοντρούλη κολλητού φίλου του Τζότζο) ο πιτσιρικάς Αρτσι Γέιτς είναι μία μικρή αποκάλυψη: με απίθανο κωμικό τάιμινγκ και τόνο, ο «Γιόρκι» του είναι η φωνή της ανθρωπιάς μέσα στο παράλογο, η ζεστασιά μέσα στο κυνικό, η αντίθεση της ζωής μέσα στο θάνατο.

Αυτό είναι και το μυστικό του Γουαϊτίτι. Μέσα στις εξυπνάδες, τις ατάκες, τα γκαγκς, θραύσματα ανθρωπιάς θυμίζουν γιατί υπάρχει η αναγκαιότητα να αφηγούμαστε, ξανά και ξανά, τέτοιες ιστορίες. Να μην ξεχνάμε πώς τρύπησε ο ναζισμός τον ανθρώπινο κοινωνικό ιστό, πώς έπεισε μια χώρα να τερατουργήσει, πώς οι κάτοικοί της παρασύρθηκαν στο μίσος, από έναν λαοπλάνο που έπαιξε με τους φόβους τους. Ο Γουαϊτίτι επιτίθεται στο φασισμό με κανιβαλιστικό γέλιο, αλλά το φως στο σκοτάδι το ρίχνει ο άνθρωπος. Η γλυκύτητα της μάνας που ξέρει πολύ καλά ότι το παιδί της δεν είναι ναζί. Ο Γιόρκι με την μεγάλη καρδιά και την αποπροσανατολισμένη ενσυναίσθηση. Η Έλσα με τη γενναία της στάση.

Κάπως έτσι, ο Γουαϊτίτι στραγγαλίζει το κουνέλι της πολιτικής ορθότητας, με μία κωμωδία που έχει κάτι πολύ σοβαρό να πει. Ζούμε και τώρα σε παρόμοιες εποχές. Και η μόνη διέξοδος στο απάνθρωπο πολιτικό κλίμα είναι να θυμόμαστε (και να εμπιστευόμαστε) τι μας κάνει ανθρώπους. Το γέλιο, το θάρρος, οι μάταιοι έρωτες μας κι ένας γενναίος χορός.

 

Featured post

Προβολή της ταινίας ”THE LIGHTHOUSE”, Δευτέρα 27/01/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

«The Lighthouse» του Ρόμπερτ Έγκερς

Η δεύτερη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη του «The Witch», ξεπερνά και παραβλέπει τις προσδοκίες καθ οδόν προς ένα σκοτεινό μεγαλείο.

Από τον Χέρμαν Μέλβιλ και τον Χάουαρντ Φίλιπ Λάβκραφτ κι από τον μύθο του Προμηθέα στις απαρχές του εξπρεσιονισμού και στις πιο αλλόκοτες ναυτικές ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, αυτή η κλειστοφοβική ταινία γοτθικού, ψυχολογικού τρόμου, σε κάνει να νιώθεις την θάλασσα και την καταιγίδα στο δέρμα σου, την παράνοια να εισβάλλει στο μυαλό σου και το χιούμορ μαύρο σαν σκοτάδι να σε καταπίνει -σε μια κινηματογραφική εμπειρία που δεν μπορείς εύκολα να ξεχάσεις.

Ο Γουίλεμ Νταφόε κι ο Ρόμπερτ Πάτινσον είναι απλά συγκλονιστικοί σε δυο ερμηνείες που θα έχτιζαν τις καριέρες τους, αν δεν ξέραμε πια τι ακριβώς μπορούν να κάνουν με την κατάλληλη καθοδήγηση και ο Ρόμπερτ Εγκερς αποδεικνύει ότι το «The Witch» ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ατύχημα.

Κινηματογραφημένο σε ασπρόμαυρο, σε ένα σχεδόν τετράγωνο 1.19:1 κάδρο, με μια εντυπωσιακή φωτογραφία από τον Τζάριν Μπλάσκε που είχε δείξει ήδη το ταλέντο του και στη «Μάγισσα», το φιλμ μας φέρνει σε ένα απομονωμένο νησί στην μέση του πουθενά, σε μια απροσδιόριστη χρονολογία κάπου στον 19ο αιώνα. Ο Τόμας Γουέικ κι ο Εφρέμ Γούνσλοου είναι οι δυο φαροφύλακες που θα αναλάβουν για έναν μήνα την ευθύνη του φάρου που στέκεται εκεί και, μιας σειρήνας, της οποίας ο επαναλαμβανόμενος ήχος προειδοποιεί τα πλοία που περνούν, για τον κίνδυνο που παραμονεύει.

Μόνο που εκτός από τις ξέρες που κρύβονται κάτω από τα αγριεμένα κύματα, οι κίνδυνοι μοιάζουν να βρίσκονται και στην ξηρά, στην σχέση των δύο ανδρών που είναι από την αρχή γεμάτη εντάσεις κι ανταγωνισμό. Ο βετεράνος Τόμας απαιτεί να είναι μόνο εκείνος που θα φροντίζει την λάμπα του φάρου («η πιο πιστή και ήσυχη γυναίκα που είχα ποτέ»), ο νεαρός Εφρέμ βρίσκει τις αγγαρείες της καθημερινότητας, το καθάρισμα, το κουβάλημα κάρβουνου, τα μερεμέτια, αδιάφορα, κουραστικά και μάταια. Το αφιλόξενο τοπίο, ένας ενοχλητικός γλάρος, η μοναξιά, το κακότροπο αφεντικό του, αλλά και τα μυστικά που ο καθένας κουβαλά, τα ψέματα που λένε, θα φέρουν τους δυο τους στα όρια τους, πριν η αναγκαστική συνύπαρξη και μερικά μπουκάλια ρούμι τους φέρουν πιο κοντά.

Αλλά όπως και στην φύση γύρω τους, η φαινομενική ηρεμία, απλά προϊδεάζει για την καταιγίδα που θα ακολουθήσει κι όταν μια κυριολεκτική καταιγίδα που δεν λέει να κοπάσει θα τους αποκλείσει στο νησί πολύ περισσότερο απ΄όσο υπολόγιζαν να μείνουν, η απουσία ικανοποιητικής τροφής, η υπερκατανάλωση αλκοόλ, η υπερβολική μεταξύ τους τριβή, η σαρωτική μοναξιά, τα φαντάσματα του καθενός, οι εμμονικές ιδέες, η σεξουαλική στέρηση, θα οδηγήσουν την σχέση τους σε μια αληθινά εκρηκτική πορεία και τους δυο τους στα όρια της ψύχωσης και της παράνοιας.

Αυτό που θα ακολουθήσει είναι ένα ονειρικό, εφιαλτικό κρεσέντο συγκλονιστικής ομορφιάς και υποδόριου τρόμου, όμως «O Φάρος» δεν είναι ένα σε καμία περίπτωση ένα τυπικό horror movie, αλλά μάλλον ένα ψυχολογικό δράμα δωματίου εξαιρετικής ορμής κι έντονων ομοερωτικών υπονοούμενων (ή όχι και τόσο υπονοούμενων), που θέλει να εξερευνήσει ανάμεσα σε άλλα για πράγματα όπως οι διαδάλοι της ανδρικής ψυχολογίας, τις καταπιεστικές νόρμες του ανδρισμού, τις μεθόδους με τις οποίες κατασκευάζουμε ή διαλύουμε τους εαυτούς μας, την δυναμική των σχέσεων εξουσίας, το πόσο αδύναμη είναι η ανθρώπινη θέληση απέναντι στη φύση, ή απέναντι στη φύση μας.

Με μια ποιητική, λογοτεχνική γλώσσα που προσθέτει πολύ στον αντίκτυπο της ταινίας και μας χαρίζει μερικές από τις πιο ευφυείς προσβολές κι ευρηματικές κατάρες που ακούσαμε ποτέ, με μια κινηματογραφική γραμματική που μπλέκει τα όρια ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ονειρικό και με το τοπίο να αποτελεί έναν ακόμη διακριτό χαρακτήρα, «O Φάρος» λάμπει με την ένταση ενός βροντερού κεραυνού στην καρδιά μιας ξέφρενης κινηματογραφικής καταιγίδας και προβάλλει σαν ένα σπουδαίο κατόρθωμα που κερδίζει αυτοστιγμεί τη σφραγίδα ενός κλασικού φιλμ.

Featured post

Προβολή Ταινίας – Ενημέρωση Για Τις Γυναίκες Στη Ροζάβα (στις Κούρδικες περιοχές στη Βόρεια Συρία), Σάββατο 25/01/2020, στις 19:00, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Προβολή της ταινίας – Ενημέρωση για τις γυναίκες στη Ροζάβα (στις Κούρδικες περιοχές στη Βόρεια Συρία)

A Film By Haluk Unal ”JIYAN’S STORY”

Το κοινωνικό επαναστατικό πείραμα (κοινωνικής δικαιοσύνης, εθνοτικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής συνύπαρξης, οικολογίας και ισότητας), που προσπαθεί να διαλύσει ο Τούρκικος φασισμός.

Στο χώρο του στεκιού, Φιλίππου 46, θα μαζεύονται χρήματα και τρόφιμα για τους Κούρδους πρόσφυγες του Λαυρίου

Featured post

Προβολή της ταινίας ”THE GOOD LIE”, Δευτέρα 20/01/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Ενα Γενναίο Ψέμα

The Good Lie

του Φιλίπ Φαλαρντό

Σινεμά καταγγελίας από τον σκηνοθέτη του «Εξαιρετικού Κύριου Λαζάρ», ή πώς η Ελ Γουντς του «Legally Blonde» ανακαλύπτει τη δυστυχία στον κόσμο.

Μια ομάδα παιδιών εγκαταλείπει το εμπόλεμο Σουδάν και, αντιστεκόμενη στη βία, τη φρίκη και τις κακουχίες, φτάνει σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Κένυα κι από εκεί στη Γη της Επαγγελίας, την Αμερική που αναδεικνύεται στο όνειρο που ήλπιζαν. Σύμμαχός τους στο νέο τους σπίτι θα είναι μια ταξιδιωτική πράκτορας που, γιατί όχι, ανακαλύπτει ότι στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχει πόλεμος και δυστυχία και θα βοηθήσει τους πρόσφυγες να προσαρμοστούν αλλά και ν’ αναζητήσουν τον αδελφό που έχουν αφήσει πίσω.

Ο Φιλίπ Φαλαρντό, ο σκηνοθέτης του «Εξαιρετικού Κυρίου Λαζάρ» παρουσιάζει μια ταινία καταγγελίας, γραμμένη με τέτοια αφέλεια που ακόμα κι η Διεθνής Αμνηστία θα δυσκολευόταν να την υποστηρίξει. Το πρώτο μέρος του φιλμ, όπου τα «χαμένα παιδιά του Σουδάν», έχοντας χάσει στους βομβαρδισμούς του εμφυλίου οικογένεια και σπίτι, διασχίζουν με τα πόδια δυο χώρες, αντιμετωπίζοντας με θάρρος, επιμονή κι ομαδικότητα τους κινδύνους, για να φτάσουν στην προστασία της Κένυας, είναι μεν στερεοτυπικό, αλλά κερδίζει σε ατμόσφαιρα και πειστικότητα από την ανοιχτή, ηλιοκαμένη φωτογραφία των τοπίων και μια, αναπόφευκτη, δόση συγκίνησης μπροστά σε τέτοια απώλεια και αγώνα.

Από τη στιγμή, ωστόσο, που τα τρία αγόρια θα φτάσουν στην Αμερική, στο Κάνσας και θα προσπαθήσουν να προσαρμοστούν στη δυτικότροπη ζωή, το φιλμ αλλάζει ύφος και, κρατώντας τα ίδια στερεότυπα, μετατρέπεται σε μια ελαφριά κοινωνική κωμωδία, με τους Σουδανούς πρόσφυγες να κοιτάζουν την εξέλιξη της τεχνολογίας αλλά και των ηθικών αρχών όπως η Ντόροθι τη Σμαραγδένια πολιτεία. Όταν στο σπίτι όπου εγκαθίστανται χτυπά το τηλέφωνο, πιστεύουν ότι είναι κάποιος συναγερμός. Στο σούπερ μάρκετ κάνουν πάρτι, οι καραμέλες τους τραβούν εθιστικά και τα γυναικεία ντεκολτέ χρειάζονται αντιμετώπιση από το μάγο της φυλής, θα έλεγε κανείς.

Χείρα βοηθείας θα προσφέρει η Κάρι της Ρις Γουίδερσπουν, η ταξιδιωτική πράκτορας που κανόνισε το ταξίδι τους, ελαφρών ηθών ακατάστατη μικροαστή που, για πρώτη φορά στα τριαντατόσα της ακούει ότι στον υπόλοιπο κόσμο συμβαίνουν έκτροπα, συγκινείται και κάνει ό,τι μπορεί για να τους βοηθήσει. Και, πραγματικά, τους βοηθάει τόσο εύκολα: τους βρίσκει αμέσως δουλειές, παρότι ο ένας είναι αχαΐρευτος, τούς γνωρίζει στους φίλους και συναδέλφους, προσπερνά την αμερικανική μεταναστευτική γραφειοκρατία που, ως γνωστόν, είναι μάλλον αυστηρή κι όλα αυτά, με μια ερμηνεία που φέρνει κοντά τον σέξι ακτιβισμό μιας Εριν Μπρόκοβιτς με τη χοροπηδηχτή αισιοδοξία της Ελ Γουντς του «Legally Blonde», σε καστανό αυτή τη φορά.

Απέναντί της, οι Αρνολντ Οτσένγκ, Γκερ Ντουάνι και Εμάνιουελ Τζαλ, δοκιμασμένοι ηθοποιοί οι δυο πρώτοι, γνωστός μουσικός ο τρίτος, ανταπαντούν με μεγαλύτερη αυθεντικότητα, αλλά και πάλι έναν αδικαιολόγητο ερασιτεχνισμό που αν πραγματικά αναζητούσε ο Φαλαρντό, θα μπορούσε τουλάχιστον να έχει χρησιμοποιήσει πραγματικούς πρόσφυγες, προσφέροντάς τους και δουλειά. Το «γενναίο ψέμα» του τίτλου είναι εκείνο που λέμε όταν οι προθέσεις μας το δικαιολογούν, για έναν καλό απώτερο σκοπό. Με τον ίδιο τρόπο, ο Φαλαρντό κάνει μια ολότελα ψεύτικη ταινία, με καλές προθέσεις, που όμως καθόλου δεν ανταποκρίνεται στο προηγούμενο βήμα της καριέρας του.

Featured post

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΔΕΝ ΕΚΚΕΝΩΝΟΝΤΑΙ -UTOPIA A.D. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, ΠΑΝΟ ΠΑΡΚΟ ΦΑΛΗΡΟΥ ΚΑΒΑΛΑ, 11/01/2020

bty

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΔΕΝ ΕΚΚΕΝΩΝΟΝΤΑΙ , ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ , UTOPIA A.D. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

bty

Featured post

Προβολή της ταινίας ”DOCTOR SLEEP”, Δευτέρα 13/01/2020, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Δόκτωρ Υπνος

Doctor Sleep

του Μάικ Φλάναγκαν

Η «Λάμψη» συνεχίζει να λούζει τον Νταν Τόρανς σε ένα θρίλερ μεταφυσικού τρόμου που συμβιβάζει γνωστικά τις κοσμοθεωρίες των Στίβεν Κινγκ και Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

Παλεύοντας επί δεκαετίες να απαλλαγεί από την κληρονομιά της απελπισίας και του αλκοολισμού που του άφησε ο πατέρας του Τζακ και να σβήσει τις τραυματικές μνήμες από το ξενοδοχείο Overlook, ο χαρισματικός Νταν Τόρανς, μεσήλικας πια, προσπαθεί να κρατήσει «κλειδωμένα» σε κουτιά του νου τα στοιχειά που συνεχίζουν να τον κατατρύχουν. Με την ελπίδα να αλλάξει ζωή, καταλήγει σε μια κωμόπολη του Νιου Χάμσαϊρ και, μέσω μιας νέας φιλίας, σε μια κοινότητα Ανώνυμων Αλκοολικών και σε μια δουλειά σε ένα γηροκομείο όπου, με όση δύναμη «λάμψης» του έχει απομείνει, προσφέρει την ύστατη ανακούφιση στους ετοιμοθάνατους.

Στους αυτοκινητόδρομους των ανατολικών πολιτειών, μια αίρεση που αποκαλείται «Αληθινός Δεσμός» ταξιδεύει με αυτοκινούμενα τροχόσπιτα αναζητώντας τροφή. Αν και φαινομενικά συνηθισμένα, τα μέλη της είναι απέθαντοι που ρουφάνε βαμπιρικά τον «ατμό» ζωής από τα θύματά τους ενώ τα θανατώνουν αργά και βασανιστικά. Έχουν μόλις «προσηλυτίσει» μια πανούργα έφηβη στους κόλπους τους, και τώρα ψάχνουν για την επόμενη πηγή ενέργειας που θα τους προστατέψει από τη φθορά του χρόνου.

Κάπου στην Ατλάντα, η μικρή Αμπρα, που ζει με τους γονείς της, έχει τις δικές της τηλεπαθητικές ικανότητες. Η δύναμη της «λάμψης» της είναι μεγάλη, όμως έχει μάθει να τη διαχειρίζεται από παιδάκι με σύνεση, θάρρος και αισιοδοξία. Μπορεί ακόμη να επικοινωνεί με άλλα άτομα ανάλογου χαρίσματος από χιλιάδες μίλια μακριά.

Οι τρεις ιστορίες διαπλέκονται βραδυφλεγώς στην κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος φρίκης «Δόκτωρ Ύπνος», που έγραψε ο Στίβεν Κινγκ το 2013 ως συνέχεια στη θρυλική του «Λάμψη» του 1977. Και ο παραλληλισμός της δράσης τους πυκνώνει μετά το πρώτο 60λεπτο της ταινίας του Μάικ Φλάναγκαν, έμπειρου μοντέρ και ικανού σκηνοθέτη ταινιών και σειρών τρόμου («Ο Καθρέφτης της Κολάσεως», «Το Παιχνίδι του Τζέραλντ», «Οι Δαίμονες του Χιλ Χάουζ»), μετά την τηλεπαθητική επαφή που εγκαινιάζουν ο Νταν και η Άμπρα μέσω ενός μαυροπίνακα κι αφότου το κορίτσι γίνεται εξ αποστάσεως «μάρτυρας» της άγριας σφαγής ενός αγοριού από την Ρόουζ, την ανελέητη –κι εξίσου χαρισματική- αρχηγό του Δεσμού.

Μέχρι που όλες καταλήγουν στον ίδιο χώρο της πηγής του κακού, το στοιχειωμένο ξενοδοχείο των Βραχωδών Ορών του Κολοράντο. Εδώ, στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα στιγματισμένα από κρουνούς αίματος χολ, την απόκοσμη σάλα χορού, τα μισοερειπωμένα δωμάτια και τον χιονισμένο λαβύρινθο του Overlook θα γίνει η μεγάλη αναμέτρηση και θα επέλθει η κάθαρση που είχε σκανδαλωδώς στερήσει ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ από τον Στίβεν Κινγκ στη δική του, ανοιχτή σε ερμηνείες φιλμική «Λάμψη» του 1980.

Ο Φλάναγκαν σέβεται και τα δύο. Τόσο τον αγνωστικισμό του Κιούμπρικ, έτσι όπως προκύπτει από το σινεμά του αλλά και τις μαρτυρίες συνεργατών, απογόνων και μελετητών του, όσο και τον θεϊσμό του Κινγκ, του οποίου η μεθοδική ανατροφή διαποτίζει ολόκληρο το λογοτεχνικό του σύμπαν. Και συντονίζει αυτόν τον σεβασμό με την ψυχραιμία ενός επίμονου μελετητή, όπως και την επιδεξιότητα ενός δημιουργού που ξέρει πώς να επεξεργάζεται δάνεια.

Μπορεί τα μοτίβα του διαφορετικού και του καταραμένου να μοιάζουν εξαντλημένα μετά την επέλαση των X-Men και των κινηματογραφικών τους ομολόγων, όμως δε θα βρούμε εδώ ούτε τους χάρτινους χαρακτήρες ούτε και τα φθηνά τρικ των conceptual fantasies του συρμού. Μπορεί, ακόμα, ο σκηνοθέτης να το παρακάνει με την υποχρέωση να τιμήσει κάθε γωνιά και στοιχειό του κιουμπρικικού Overlook, όμως δεν υπάρχει ίχνος κακέκτυπου στην αναπαράστασή του και τίποτα σε αυτήν που να μην εντάσσεται οργανικά στην αφήγηση.

Άλλωστε, η κορύφωση που υπογραμμίζει τον φόρο τιμής είναι μονάχα η… κορύφωση σε ένα 2,5ωρο μεταφυσικό θρίλερ που έχει ακόμα να προτείνει ευρηματικά ανατριχιαστικές σεκάνς (και οι τρεις φασματικές συναντήσεις της μικρής Άμπρα με την ανηλεή Ρόουζ αξίζουν ανθολόγησης στο είδος) και δύο αποκαλυπτικές κατά τη γνώμη μας ερμηνείες που σκιάζουν ακόμη και την εκ των πραγμάτων αβανταδόρικη της καλής Ρεμπέκα Φέργκιουσον: εκείνες της απίθανα εκφραστικής Κάιλι Κέραν στον ρόλο της Αμπρα, και του Ζαν ΜακΚλάρνον, που υποδύεται τον Crow Daddy, υπαρχηγό της αίρεσης, με μια φυσικότητα τουλάχιστον ανησυχητική.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”ONCE UPON A TIME IN HOLLYWOOD”, Δευτέρα 30/12/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Κάποτε στο… Χόλιγουντ

Once Upon a Time… in Hollywood

του Κουέντιν Ταραντίνο

Ο Κουέντιν Ταραντίνο ζήτησε, προσωπικά κι επίμονα, όποιος βλέπει τη νέα ταινία του, το «Once Upon a Time… in Hollywood», να μην αποκαλύπτει τα μυστικά της – οπότε, φυσικά, θα το σεβαστούμε. Μόνο που τα μυστικά της, για να εξηγούμαστε, δεν έχουν να κάνουν με ξαφνιάσματα της πλοκής, μ’ ένα συναρπαστικό whodunnit. Έχουν να κάνουν με τον τρόπο της αφήγησης, με τη σύμβαση της θέασης μιας ταινίας ή μιας τηλεοπτικής σειράς, με το αν ο Ταραντίνο θα κερδίσει τη δική μας εμπιστοσύνη να παραδοθούμε στη δική του ιστορία. Είναι μια ταινία λιγότερο «…in Hollywood» και περισσότερο «Once Upon a Time…». Είναι μια ταινία συνειδητά και απολύτως meta.

Το φιλμ επιλέγει τη χρονιά του 1969 και τον τόπο του Χόλιγουντ. Ναι, από τη μια πλευρά αυτή η στιγμή περιλαμβάνει στοιχεία τοις πάσι γνωστά. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, το κίνημα των χίπις που περνά στην πιο σκοτεινή του φάση, ο Τσαρλς Μάνσον, το Playboy mansion, είναι μια στιγμή στο χρόνο με πολιτισμικά πλούσια κι εύκολα αναγνωρίσιμη ταυτότητα – την οποία η ταινία χαϊδεύει, περιγράφει μέσα από ραδιόφωνα, χαζεύει υπνωτιστικά. Αλλά από την άλλη, είναι μια στιγμή τόσο αναγνωρίσιμη που μπορεί εύκολα ν’ ανατραπεί, από το ίδιο το entertainment.

Η ταινία συναντά δυο άντρες, δυο buddies. Τον ηθοποιό – και τέως σταρ, τώρα στο μεταίχμιο της πτώσης του – Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο ΝτιΚάπριο), που ξεκίνησε στο σινεμά, «ξέπεσε» σε μια τηλεοπτική σειρά που μόλις κόπηκε και, με ατζέντη του τον… Αλ Πατσίνο, διεκδικεί μια θέση στα ιταλικά σπαγγέτι γουέστερν. Και τον κασκαντέρ Κλιφ Μπουθ, έναν «αληθινό» καουμπόη αντι-ήρωα με σκοτεινό παρελθόν, που διεκδικεί μόνο την ύπαρξή του και την ηρεμία του. Οι δυο άντρες είναι αδελφικοί φίλοι, ο πρώτος πνιγμένος στις ανασφάλειες, τα δάκρυα και τον αλκοολισμό του (ο ΝτιΚάπριο είναι εκείνος που στο φιλμ αποσυντίθεται κι ανασυντίθεται υπέροχα), ο δεύτερος υποστηρικτικός (ο Μπραντ Πιτ τόσο όμορφος και ικανός όσο ποτέ στην καριέρα του), βοηθητικός, σοφέρ, μάστορας και ψυχολόγος, πιο cool κι από έναν Πολ Νιούμαν ή έναν Στιβ ΜακΚουιν, ο πραγματικός «ήρωας» απέναντι στον «ηθοποιό» του Ρικ: το ζευγάρι που, από μόνο του, ενσαρκώνει την αντίθεση της ταινίας. Οι γείτονες του Ρικ είναι «οι Πολάνσκι», ο Ρομάν και η πανέμορφη, δροσερή ηθοποιός και σύζυγός του Σάρον Τέιτ (ο Ταραντίνο κινηματογραφεί τη Μάργκο Ρόμπι σαν ηλιαχτίδα), τα χολιγουντιανά πάρτι αγγίζουν το lifestyle των παιδιών των λουλουδιών με πιο ακριβά ποτά και drugs, τα παιδιά των λουλουδιών ακολουθούν τον Τσάρλι, τον Τσαρλς Μάνσον, με βρώμικες πατούσες και φλογερό βλέμμα.

Αυτή την ιστορία, που αγκιστρώνεται από τη σχέση των δυο αντρών, τους παρακολουθεί χωριστά και τους ξαναφέρνει κοντά σ’ ένα κύκλο, ο Κουέντιν Ταραντίνο την ντύνει με μια ομορφιά σύνθετη και, τελικά, μυθική. Το κάθε του πλάνο αποτελείται από ένα κολάζ αναφορών και αισθητικών σχολίων που εκτείνεται προς το βάθος: κάποιες σκηνές θα θελήσουν δυο και τρεις θεάσεις για να… καταγραφούν σωστά στη μνήμη. Τα χρώματά του, είτε στην τεκνικολόρ αναπαραγωγή μιας τοιχογραφίας του «Γίγαντα», είτε στο λυκόφως της πόλης των αγγέλων, θυμίζει τα σημεία όπου το φιλμ 35mm, ας μην απατόμαστε, υπερέχει. Η ταινία του δεν είναι μία, είναι τρεις-τέσσερις κι άλλες τόσες σειρές, από εκρηκτικά έγχρωμες, μέχρι σκονισμένες, μέχρι ασπρόμαυρες. Ο Ταραντίνο διεκδικεί και κερδίζει την άνεση του χρόνου του και της geekiness του ώστε, απλώς επειδή θέλει να το τιμήσει, να φτιάξει ένα ολόκληρο γουέστερν (το οποίο παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του) και δυο τηλεοπτικές σειρές, για να υπάρχουν ως πλαίσιο της ιστορίας του: ούτε καν, για να υπάρχουν επειδή πάντα ήθελε να τις κάνει.

Η ομορφιά των εικόνων του Ταραντίνο (και, φυσικά, του Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον), είναι εξίσου γιγάντια κι ολόκληρο το παιχνίδι του, της μυθολογίας του πώς γύρισε την ταινία, πώς τη μόνταρε στη μουβιόλα, πόσο κόστισε (95 εκ. δολάρια περίπου), ποιοι παίζουν (η συνύπαρξη Μπραντ Πιτ και ΝτιΚάπριο στην οθόνη προκαλεί ένα συνειδησιακό σεισμό, ό,τι και να πεις), πώς πρέπει όποιος τη βλέπει να την κρατά για τον εαυτό του, είναι κι αυτά στοιχεία του παιχνιδιού του. Του να ξαναδώσει στο entertainment, είτε είναι οι κινηματογραφικές ταινίες, είτε οι τηλεοπτικές σειρές που είναι προφανές ότι λατρεύει, το μυστηριακό στοιχείο που έχουν χάσει τα τελευταία χρόνια. Να δώσει την αφορμή για μια «κοινότητα», για όσους έγιναν μύστες, να συναντηθούν, να συζητήσουν, να διαφωνήσουν, να εκτιμήσουν.

Το γεγονός βέβαια παραμένει, ότι εκτός από απολαυστική, διασκεδαστική, μ’ ένα soundtrack όπως πάντα εθιστικό, σε μια σεκάνς (μόνο) εξαιρετικά βίαιη, γενικά καθηλωτικά όμορφη και σύνθετη, ενίοτε φλύαρη, η νέα ταινία του Ταραντίνο είναι (όχι για πρώτη φορά), μια πρόκληση εγκεφαλική. Μια μέθοδος όπου άλλα βλέπουν τα μάτια κι άλλα πρέπει να επεξεργαστεί το μυαλό. Κι αυτό προκαλεί, ιδιαίτερα στο φινάλε της, μια αίσθηση αμηχανίας. Ένα ερωτηματικό: είναι ΟΚ αυτό που μόλις συνέβη; Έχει ικανό λόγο ύπαρξης; Είναι κάτι πιο φιλοσοφικό κι ανθρωπολογικό από ένα αφηγηματικό παιχνίδι; Κι εκεί καλείται ο καθένας να απαντήσει, έχοντας, όμως, ήδη παίξει. Κι εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας γιατί, once upon a time, όταν άναβαν τα φώτα συζητούσαμε.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”DOLOR Y GLORIA (Πόνος και Δόξα), Δευτέρα 23/12/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Πόνος και Δόξα

Dolor y Gloria

του Πέδρο Αλμοδόβαρ

Στην πιο αυτοβιογραφική στιγμή της καριέρας του, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ βγάζει από την πρίζα την εξτραβαγκάντζα που τον έκανε διάσημο και δίνει ατόφιο, χειροποίητο, ανεξάντλητο… πόνο και δόξα σε μια εμμονική επιστροφή στο σινεμά (του). Βραβείο Ανδρικού Ρόλου για τον Αντόνιο Μπαντέρας στο 72ο Φεστιβάλ Καννών.

Αν δεν είναι όλες από το πρώτο τους μέχρι το τελευταίο τους λεπτό, παρά τα φαινόμενα που ειδικά στο σινεμά οφείλουν – προκειμένου να έχουν νόημα – να απατούν, τότε σίγουρα οι ταινίες του Πέδρο Αλμοδόβαρ από το «Όλα για τη Μητέρα μου» και μετά, φέρουν πιο έντονο και απροκάλυπτο πάνω τους το αυτοβιογραφικό σημάδι, μια τόσο διάφανη αίσθηση πως ο διακριτός κινηματογραφικός κόσμος του γεννιέται και πεθαίνει κάθε φορά, πριν από την οθόνη, στις ανεξάντλητες (ή εξαντλητικές, σε κάθε περίπτωση ακούραστες) διαδρομές μιας ενοχικής εφηβείας, μιας ξέφρενης ενηλικίωσης, μιας καθόλα ανορθόδοξης ωριμότητας.

Ναι, η «Κακή Εκπαίδευση» είναι η προφανής αριστουργηματική αλμοδοβαρική «αυτοβιογραφική» ταινία, αλλά το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί εξίσου για το καθαρόαιμο «Δέρμα που Κατοικώ» ή το με στόφα του κλασικού «Volver» ή δεκάδες άλλες στιγμές των 20 ταινιών του. Από τα μικρά σκανδαλιστικά ανέκδοτα μέχρι τα έντονα χρώματα σε ταπετσαρίες και τίτλους αρχής και τέλους, ήχους και (σωματικά ή όχι) υγρά, περούκες και καταψύκτες, μίξερ και υπνωτικά χάπια, σφαίρες και κοντά παντελόνια, πισίνες και γυμνά στέρνα, ψηλές νότες και (!) ραγισμένες αγκαλιές, μπορεί κανείς μόνο να υποπτευθεί τι ακριβώς (δεν) θα χωρούσε σε ένα μουσείο αφιερωμένο στο σύμπαν του Πέδρο Αλμοδόβαρ.

Αν κάτι διαφοροποιεί ήδη από την πρώτη σκηνή το «Dolor y Gloria» (που μεταφράζεται τόσο απλά σε αυτό που σημαίνει:«Πόνος και Δόξα») είναι ότι δεν έχει καμία σημασία αν τα γεγονότα που αφηγείται ο Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι όντως πράγματα που έζησε στην πραγματικότητα. Η νέα του ταινία είναι αυτοβιογραφική στην υφή της, με τον τρόπο που ήταν το «8 1/2» του Φεντερικό Φελίνι ή το «New York New York» του Μάρτιν Σκορσέζε ή η «Περιφρόνηση» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, για να αναφέρει κανείς τρεις μόνο ταινίες που οι ήρωές τους ήταν άνθρωποι του σινεμά και του θεάματος. Αυτό που τον ενδιαφέρει εδώ είναι η αίσθηση που κάνει κάτι να είναι αυτοβιογραφικό, είτε αυτό είναι η μνήμη, είτε τα όνειρα, είτε ένα στιγμιαίο déjà vu ή ακόμη και ένα αναπάντεχο παιχνίδι της μοίρας που σε φέρνει αντιμέτωπο με αυτό που δεν φαντάστηκες ποτέ ότι σε συνδέει με το παιδί, τον έφηβο, τον άνθρωπο που ήσουν κάποτε.

Με το «Πόνος και Δόξα», ο Πέδρο Αλμοδόβαρ – αυτόν υποδύεται ο Αντόνιο Μπαντέρας, κρατώντας διακριτικά τα λευκά γένια και τα ανασηκωμένα μαλλιά που θυμίζουν τη φιγούρα του σκηνοθέτη του – αφηγείται μια ιστορία για έναν άνθρωπο που μεγαλώνει μέσα σε ένα σκοτεινό «μουσείο» από έργα τέχνης, κυρίως έναν άνθρωπο που πονάει και το σημαντικότερο έναν άνθρωπο που δεν βρήκε ποτέ τον τρόπο να αντιμετωπίσει τον πόνο του. Ο «Πόνος» είναι αυτός που κάνει τον (σωτήριο) Σάλβα (υποκοριστικό του Σαλβατόρες) να μην δημιουργεί, αλλά και αυτός που θα τον οδηγήσει να αναμοχλεύσει το παρελθόν του, να βρεθεί αντιμέτωπος με τους ανοιχτούς λογαριασμούς της ζωής του, να ανακαλύψει – αν τα καταφέρει – τη «Δόξα» που μπορεί φαινομενικά να αναφέρεται στην επιτυχία του ως σκηνοθέτη, αλλά που μετά από δύο ώρες πολύτιμου κινηματογραφικού χρόνου καταλαβαίνει κανείς ότι το δεύτερο συνθετικό του τίτλου της ταινίας αυτής αναφέρεται στη «Δόξα» της ίδιας της ζωής.

Με αφορμή την αποκατάσταση από την Ταινιοθήκη της Μαδρίτης της πιο γνωστής από τις πρώτες του ταινίες, το «Taste» (που η αφίσα της είναι ένα κατακόκκινο στόμα που γλείφει μια φράουλα), ο Σάλβα, ένας σκηνοθέτης που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, θα αποφασίσει να αποκαταστήσει τις διαταραγμένες σχέσεις του με τον τότε πρωταγωνιστή του. Η συνάντησή μαζί του θα τον κάνει να εθιστεί στην ηρωίνη ως το μόνο παυσίπονο για τους αφόρητους πόνους που νιώθει από μια πρόσφατη εγχείρηση στη σπονδυλική στήλη καθώς το παρελθόν τον επισκέπτεται σε ανύποπτο χρόνο για να του θυμίσει τα παιδικά του μετεμφυλιακά χρόνια σε ένα σπίτι/σπηλιά, την πρώτη του ερωτική λιποθυμία στη θέα ενός γυμνού ανδρικού κορμιού, την ανολοκλήρωτη σχέση με τη μητέρα του, τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του.

Για τους (αλμοδοβαρικούς) γνώστες όλο το «Dolor y Gloria» είναι μια αναφορά. Πρώτα απ’ όλα στο σινεμά το ίδιο: η συγγενική (!) σχέση της Ελίζαμπεθ με τον Ρόμπερτ Τέιλορ, η Μέριλιν Μονρό, ο Γουόρεν Μπίτι και η Νάταλι Γουντ στο «Splendor in the Grass». Και στη συνέχεια στο σινεμά του Πέδρο Αλμοδόβαρ: η ταινία που γίνεται αφορμή για όλα δεν είναι παρά το φάντασμα του πρώιμου – αυτοβιογραφικού; – «Νόμου του Πόθου» με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Αντόνιο Μπαντέρας, η Πενέλοπε Κρουζ μητέρα δεν είναι παρά το «φάντασμα» της ηρωίδας του «Volver», το παιδί στη χορωδία και η πισίνα έρχονται αυτούσια από την «Κακή Εκπαίδευση», το μπαλκόνι με τις σαν σεζ λονγκ θα θυμίζει πάντα το «Μίλα της», το τραγούδι «Come Sinfonia», την ταινία για την Ιταλίδα ντίβα Μίνα που δεν έκανε ποτέ ο Αλμοδόβαρ.

Δεν έχει σημασία. Το «Dolor y Gloria» είναι φτιαγμένο από έναν σκηνοθέτη που μπορεί να κλείνει συνεχώς το μάτι σε όλα όσα τον οδήγησαν νομοτελειακά εδώ, αλλά που το ανεκτίμητο meta του είναι ότι ξέρει να κάνει σινεμά. Σινεμά όπως το ξέραμε (και πρόσφατα το έχουμε ξεχάσει σε ένα τοπίο αποστασιοποιημένης τέχνης που λειτουργεί μόνο εγκεφαλικά). Σινεμά με το οποίο γελάς, ταυτίζεσαι, πονάς, κλαις. Σινεμά με το οποίο παραμυθιάζεσαι – και καλά κάνεις – γιατί παρά το συνθετικό της νοσταλγίας, όλοι θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια σαν μια εικόνα βγαλμένη από κλασικά εικονογραφημένα (ας μην μιλήσουμε για την πρώτη φορά που καυλώσαμε…) και γιατί μόνο σε μια ταινία μπορείς να μιλήσεις με τη μαμά σου με τον τρόπο που δεν τόλμησες να το κάνεις ποτέ όταν μεγάλωνες και ένιωθες την απόσταση ανάμεσα σας να μεγαλώνει.

Σε μια στιγμή ανεκτίμητης διαύγειας που θα του στοιχίσει θεατές στους οποίους θα λείψουν οι εξτραβαγκάντζες, το ξέφρενο χιούμορ και οι queer εκκεντρικότητες, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, προσπαθεί να δει τι μένει όταν πια πετάξεις όλα τα περιτυλίγματα και αφήσεις την αρχέγονη μήτρα όλων να να πει τη δική της ιστορία. Η ιστορία του Σάλβα είναι η (βαρετή) ιστορία κάθε ανθρώπου που φτάνοντας σε μια ηλικία που νιώθει το σώμα του να τον προδίδει, επιστρέφει πίσω για να κλείσει κάθε πιθανό λογαριασμό και να βρει τους λόγους για να συνεχίσει να ζει, να δημιουργεί, να υπάρχει.

Ο Αλμοδόβαρ αφηγείται αυτή την «βαρετή» ιστορία, συναρπαστικά, χωρίς σκηνοθετικές ακροβασίες, αλλά αφήνοντας το συναίσθημα να ρέει – δίνοντας μια τόσο προφανή απάντηση στον ίδιο τον ήρωα και εαυτό του πως δεν υπάρχει κανένα άλλο ναρκωτικό ή κοκτέιλ από χάπια που να σε κάνει να νιώσεις πιο δυνατός από ποτέ. Αυτή η ταινία του δεν έχει ούτε πολλά τραγούδια, ούτε πολλά αστεία, ούτε ήρωες του περιθωρίου, ούτε παραμορφωμένες ιστορίες στα όποια πρόθυρα… νευρικής η άλλης κρίσης. Είναι όμορφη όσο όλες οι προηγούμενες, στιλιστικά αψεγάδιαστη, αλλά η πληγωμένη σπονδυλική της στήλη αποτελείται μόνο από τις σκηνές που είναι απαραίτητες για να φέρουν τον ήρωά του (και τον θεατή) λίγο πιο κοντά στο φως.

Ο Αντόνιο Μπαντέρας, στην πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας του, αναλαμβάνει με τόλμη την φετιχιστική επιθυμία του Αλμοδόβαρ να τον υποδυθεί, Ο άνθρωπος που το 1987 αυνανίστηκε στην πρώτη σκηνή του «Νόμου του Πόθου» για να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς σταρ της παγκόσμιας βιομηχανίας, δεν παίζει απλά τον Αλμοδόβαρ, αλλά μαζί όλους τους σκηνοθέτες και καλλιτέχνες αυτού του κόσμου, όλα τα παιδιά που μεγάλωσαν με τις ενοχές μιας υποκριτικής καθολικής κοινωνίας και όλους τους πετυχημένους που κέρδισαν μια καθημερινή ογκώδη αλληλογραφία ακόμη κι όταν όλοι τους είχαν ξεχάσει, αλλά όχι κι έναν άνθρωπο να κοιμηθούν μαζί του το βράδυ. Συγκλονιστικός σε κάθε μικρή η μεγάλη του στιγμή, καταφέρνει όχι μόνο να εκφράσει σωματικά τον «πόνο» του Σάλβα αλλά και την αλαζονεία του, την αντίστασή του απέναντι στις συγγνώμες που πρέπει να ζητήσει, την σε ένα βλέμμα μελαγχολία και απόγνωση ενός ανθρώπου που νιώθει ότι κάτι δεν έχει κάνει σωστά και ότι πριν το τέλος έχει μια τελευταία ευκαιρία να το διορθώσει.

Ο Αλμοδόβαρ – σε μια φαινομενικά προφανή αλλά μην γελιέστε, επώδυνα βαθιά αίσθηση του τι σημαίνει να έχεις πονέσει πριν κερδίσεις οτιδήποτε – διασκεδάζει μαζί του, αφού ήδη τον έχει εμπιστευτεί αμαχητί πως θα πει την αλήθεια του χωρίς περιστροφές. Και χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας ή ναρκισσισμού, τον ακολουθεί σε όλη του τη διαδρομή προς μια νέα αρχή, σηματοδοτώντας με αυτό το (ελπίζουμε όχι) «τελικό» κεφάλαιο της φιλμογραφίας του, όχι μόνο τους ισχυρούς δεσμούς με την Ισπανία (από την ταινία περνάνε σχεδόν όλοι οι μόνιμοι συνεργάτες του – από την Σεσίλια Ροθ μέχρι την υπέροχη Πενέλοπε Κρουζ), αλλά και τη σιγουριά με τη οποία μπορεί να μιλάει πλέον κινηματογραφικά για τον εαυτό του.

Το «Dolor y Gloria» δεν είναι η καλύτερη ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Αλλά το συναισθηματικό της εκτόπισμα είναι σχεδόν ισόποσο με όλη τη φιλμογραφία του μαζί. Πιο υπαρξιακή από το πιο προφανές χιλιοειπωμένο αδιέξοδο έμπνευσης ενός καλλιτέχνη και φτιαγμένη από τον πρωτότυπο συνδυασμό των σπάνιων υλικών του τίτλου της, η ταινία που είναι προφανές ότι κλείνει ένα μεγάλο κύκλο στη ζωή και την καριέρα του 69χρονου σκηνοθέτη, δεν σε αφήνει στιγμή ασυγκίνητο μπροστά σε μια τόσο γνώριμη, αλλά τελικά πάντα επείγουσα ιστορία επιβίωσης.

Και ακόμη κι αν στο αφοπλιστικό φινάλε της δεν έλεγε με μια και μόνο σπαρακτική στιχομυθία ό,τι πιο σημαντικό έχει ειπωθεί στο σινεμά για το σινεμά, το νιώθεις σωματικά και στα 113 λεπτά που διαρκεί ότι για τον Αλμοδόβαρ, όπως και για κάθε μεγάλο δημιουργό, το μόνο σπίτι, το μόνο σώμα, ο μόνος πόθος, ο μόνος πόνος και η μόνη δόξα είναι η επιστροφή στις ιστορίες: αυτές που έμαθες μικρός, τις άλλες που έκρυψες απ’ όλους, εκείνες που φοβήθηκες, αυτές που σε πρόδωσαν, αυτές που έρχονται απροειδοποίητα για να σε κρατήσουν ξάγρυπνο ένα βράδυ, αυτές που χρειάζεται να πονέσεις λίγο παραπάνω για να μπορέσεις να τις αφηγηθείς.

Το «Πόνος και Δόξα» είναι μια από αυτές.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”THE GOLDEN GLOVE”, Δευτέρα 16/12/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Το Χρυσό Γάντι

Der goldene Handschuh

του Φατίχ Ακίν

Χαιρόμαστε κάθε φορά που ο Φατίχ Ακίν είναι ασυμβίβαστος. Αλλά σε αυτή την περίπτωση είναι, απλώς, αμοραλιστικά και κενά σαδιστής. Γιατί;

Αμβούργο 1970. Σε μία μικρή σοφίτα που μποχάρει από τις ακαθαρσίες δεκαετιών, μπροστά από την αυτοσχέδια ταπετσαρία από τσοντοπεριοδικά, πίσω από το τραπέζι με τα μισοάδεια μπουκάλια φτηνού αλκοόλ και το υπερχειλισμένο τασάκι με τα αποτσίγαρα, η κάμερα έχει ακινητοποιηθεί, ίσως κι από το σοκ, στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Εκεί βρίσκεται, μπρούμυτα, ημίγυμνο κι εκτεθειμένο το πτώμα μίας μεσήλικης πόρνης. Μπροστά από το φακό, περνάει κι εξαφανίζεται, στριφογυρνά και μπαινοβγαίνει, η φιγούρα ενός επίσης ημίγυμνου άντρα. Σε έξαρση και πανικό. Προσπαθεί να βρει μια λύση για αυτό που έκανε, πίνει για να πάρει κουράγιο, τραβά τα χοντρά μπούτια της πόρνης και τη σκάει στο πάτωμα, παίρνει ένα πριόνι και την κομματιάζει, το αίμα ποτίζει το χαλί και τα σανίδια, τη βάζει σε μια βαλίτσα και την πετά στον ακάλυπτο. Πίσω από ένα κομμάτι τοίχου της κουζίνας θάβει ένα κομμάτι από τον κορμό της γυναίκας, έτσι, ως αιματοβαμμένο τρόπαιο. Αυτή είναι η πρώτη μας γνωριμία με τον Φριτς Χόνκα.

Συνοικία Σανκτ Πάουλι, 1974. Στους διαβόητα κακόφημους δρόμους της «παλιάς Τρούμπας» του Αμβούργου, το μπαρ «Χρυσό Γάντι» είναι στέκι ξοφλημένων ψυχών. Τα κατακάθια μιας χώρας που δεν αναστήθηκε από τις στάχτες της για όλους. Κάποιους τους ξέρασε εκεί στο περιθώριο, σε οικονομικό αδιέξοδο και απελπισία. Γερασμένες κι άρρωστες πουτάνες, μίζεροι κι εξαθλιωμένοι «μόνιμοι» που ο καθένας έχει τα παρατσούκλια του, όλοι συναντιούνται σε αυτό το καταγώγιο γιατί βρίσκουν το μόνο ενδιαφέρον στη ζωή στο πιοτό. Ανάμεσά τους κι ο Φριτς που καραδοκεί. Ενας παραμορφωμένος Κουασιμόδος με σκαμμένο δέρμα, μαυρισμένα νύχια, σάπιο χαμόγελο, ημίτρελο αλλήθωρο βλέμμα που, όπως ομολογεί μια θαμώνας, «ούτε θα τον κατουρούσα, ακόμα κι αν είχε πιάσει φωτιά». Κι όμως, πολλές τον ακολουθούν στη σκιαχτική σιχαμερή σοφίτα του, απλά με την υπόσχεση λίγου ακόμα αλκοόλ. Η συνέχεια είναι δεδομένη, βάναυση, εξευτελιστική, ανατριχιαστική.

Οπως ακριβώς και η ταινία του Φατίχ Ακίν («Μαζί ή Τίποτα», «Η Μαχαιριά»«Ο Παράδεισος Δεν Είναι Εδώ»«Μαζί Ποτέ»). Ενός σκηνοθέτη που κι εμείς θα ακολουθούσαμε, όπου κι αν ήθελε να μας πάει, ό,τι κι αν ήθελε να μας δείξει. Και, ξαφνικά, νιώθουμε σαν την κάμερά του – ακίνητοι, μουδιασμένοι, αηδιασμένοι και με απορία: γιατί το βλέπουμε όλο αυτό;

Να είμαστε ξεκάθαροι: θα βλέπαμε τα πάντα. Είμαστε ανοιχτοί σε οποιοδήποτε διάλογο θέλει να ανοίξει ένας κινηματογραφιστής. Σε ό,τι το σινεμά θέλει να μας υποβάλει, με ό,τι κι αν επιθυμεί να μας προκαλέσει, να μας ξεβολέψει. Θα κάτσουμε μπροστά στη μεγάλη οθόνη με τα μάτια και το μυαλό ορθάνοιχτα. Αρκεί όμως να νιώσουμε ότι πίσω από την άθλια εικόνα, πέρα από το σοκ και την ανατριχίλα, κάτω από τις στρώσεις επιτηδευμένης σαπίλας υπάρχει νόημα, ουσία, πραγματικός λόγος που γύρισε το στομάχι μας.

Εδώ, ο Ακίν μάς χώνει το κεφάλι σε μία τουαλέτα με σκατά, σαν σε άσκηση αμοραλιστικού σκηνοθετικού bullying. H μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του non-fiction βιβλίου του δημοσιογράφου Χάινς Στρανκ, πάνω στη ζωή του σίριαλ κίλερ που συγκλόνισε το Αμβούργο των 70ς, Φριτς Χόνκα, μοιάζει με ένα δίωρο κολλαστήριο εικόνων, ήχων και κακοσμίας (θα ορκιζόσουν ότι μυρίζεις την αποσύνθεση της σάρκας – ζωντανών και νεκρών), που αρχικά σε σοκάρει, σε εξοργίζει και σταδιακά (κι αν το σκεφτείτε, αυτό είναι ακόμα χειρότερο) σε αναισθητοποιεί και απλά σε δυσαρεστεί, σε θίγει και σε θυμώνει.

Πώς μπορεί ένας τόσο ταλαντούχος, σκεπτόμενος κι ώριμος σκηνοθέτης να μην ξέρει ότι με το που ανοίγεις τον προβολέα και φωτίζεις το τέρας, αυτό είναι πανέτοιμο για το κοντινό του; Πόσο επιμελημένα αγνοεί ότι ακόμα και η αντιαισθητική εικόνα μπορεί να γίνει ανήθικα ηδονοβλεπτική (ειδικά με διευθυντή φωτογραφίας τον Ράισνερ Κλάσμαν); Οταν κινηματογραφείται με τέτοια γεωμετρική λεπτομέρεια και φροντίδα, κάνει πρωταγωνιστή, τελικά, τον ναρκισσισμό σου;

Επίσης, δεν μπορείς να αλλάζεις συνέχεια γνώμη. Με τι είσαι συνεπής; Με τον γκροτέσκο, σαδιστικό ρεαλισμό των βιασμών – θέλεις να με κάνεις να κοιτάξω κατάματα την ωμή βία μιας τοξικά μάτσο κοινωνίας πάνω σε ανυπεράσπιστες γυναίκες; ΟΚ να το κάνω. Μετά όμως γιατί γίνεσαι στιλίστας, γιατί καταφεύγεις σ’ ένα αλά graphic novel μακάβριο χιούμορ, γιατί κρύβεσαι στην καρικατούρα;

Γιατί και η ερμηνεία του 23χρονου Γιόνας Ντάσλερ φλερτάρει με την καρικατούρα. Θαμμένος κάτω από βαρύ προσθετικό μακιγιάζ, σκηνοθετημένος να υπερβάλει σε μία “μπου σε τρόμαξα” overacting ερμηνεία, τελικά δεν παραδίδει παράπανω από κάτι εξοντωτικά σωματικό. Ομως όταν στους τίτλους τέλους πέσουν οι πραγματικές φωτογραφίες της αστυνομικής έρευνας, αντίθετα με την εξαιρετική στη λεπτομέρεια απεικόνιση των χώρων (από τον σκηνογράφο Τάμο Κουνζ), ο Ακίν μάς έχει εξαπατήσει. Εχει υπερβάλει: ο πραγματικός Χόνκα, ούτε τόσο παραμορφωμένος υπήρξε, ούτε τόσο ξέφωνα τερατώδης. Γιατί τέτοια «ευκολία» στο σχήμα και τη φόρμα λοιπόν;

Το μεγαλύτερο «γιατί» όμως κρύβεται στο βαθύτερο νόημα. Σ’ ένα «μήνυμα», τόσο θολό, όσο κι απόπατος της λεκάνης του Χόνκα. Διάσπαρτα στην ταινία βλέπουμε τη φιγούρα μιας κοπέλας που ο serial killer φαντασιώνεται – την Πέτρα, ένα νεαρό κορίτσι, ένα «ξανθό άγγελο» που πειραματίζεται με την όψιμη σεξουαλικότητά της και κάνει την εφηβική επανάσταση, συχνάζοντας στην επικίνδυνη συνοικία Σανκτ Πάουλι. Αυτό το κορίτσι θα κλείσει την ταινία. Σαν μία ανατριχιαστική υπενθύμιση τρόμου. Τι θέλει λοιπόν ο Φατίχ Ακίν; Να μας τρομάξει; Θέλει να μας φυτέψει τον πανικό του “τι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να πάθουμε στα χέρια ενός ψυχασθενή”; Πραγματικά, μετά από αιώνες έμφυτου εσωτερικευμένου τρόμου, πιστεύει ότι είπε κάτι καινούργιο στις γυναίκες;

Featured post

Προβολή της ταινίας ”NERUDA”, Δευτέρα 9/12/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Neruda

του Πάμπλο Λαραΐν

O Πάμπλο Λαραΐν, παράλληλα με το «Jackie», συνεχίζει ένα σερί διαφορετικών μεταξύ τους αλλά υπέροχων ταινιών με μια βιογραφία του Πάμπλο Νερούδα – φτιαγμένη σαν ένα ποίημα, κόμικ, αστυνομικό, γουέστερν και ερωτικό γράμμα στη Χιλή μαζί.

Το 1948, στη Χιλή του Ψυχρού Πολέμου, ο Γερουσιαστής Πάμπλο Νερούδα κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προδίδει το Κομμουνιστικό Κόμμα, γεγονός που προκαλεί την αντίδραση του Προέδρου Γκονζάλες Βιντέλα. Ο αστυνομικός Όσκαρ Πελουσονό έχει αναλάβει να συλλάβει τον ποιητή. Ο Νερούδα προσπαθεί να διαφύγει από τη χώρα, με την γυναίκα του, τη ζωγράφο Ντέλια Ντελ Καρίλ, αλλά αναγκάζονται τελικά να κρυφτούν. Εμπνευσμένος από τα δραματικά γεγονότα της νέας του ζωής, ως φυγάς, ο Νερούδα γράφει την επική ποιητική συλλογή του «Canto General». Εντωμεταξύ στην Ευρώπη ο θρύλος του κυνηγημένου από την αστυνομία ποιητή μεγαλώνει και οι καλλιτέχνες με επικεφαλής τον Πάμπλο Πικάσο κραυγάζουν για την ελευθερία του Νερούδα.

Το «Neruda» δεν είναι μια τυπική βιογραφία για τον μεγαλύτερο ίσως Χιλιανό και νομπελίστα ποιητή – τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που μπορεί να τη φανταστεί κανείς: ως μια ταινία που αφηγείται την ιστορία του από τη γέννησή του σε μια φτωχή πόλη νότια του Σαντιάγο στις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι την εκλογή του ως Γερουσιαστή και τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας ή ως ένα κινηματογραφικό φόρο – τιμής στην τέχνη του και την αναγωγή του στην πιο εμβληματική φιγούρα του κομμουνιστικού κόμματος πριν το πραξικόπημα του Πινοσέτ και στην ανάδειξη του ως αναμφισβήτητου ήρωα της εργατικής τάξης.

Με νότες από αισθητική κόμικ και τεκνικολόρ ταινίας του ’40, σαν εικονογραφημένο βιβλίο, ένα καθαρόαιμο αστυνομικό pulp και ταυτόχρονα μια ταινία μέσα στην ταινία, το φιλμ του Πάμπλο Λαραΐν – στην ταινία που τον βρίσκει να συνεργάζεται ξανά με τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ μετά το «No», ακολουθεί την επιτυχία της «Μυστικής Λέσχης» και προηγείται της βιογραφίας της Τζάκι Κένεντι με το «Jackie» – αφηγείται με τον δικό του τρόπο όλα τα παραπάνω, αλλά αναδεικνύει τις σημαντικότερες πτυχές του ήρωά του μέσα από ένα διαρκές παιχνίδι με τον θεατή.

Μπερδεύοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία και την αφήγηση με την ακύρωσή της, το «Neruda» μοιάζει να εξελίσσεται ολόκληρο μέσα στο μυαλό του Πάμπλο Νερούδα, εκεί όπου κατοικούν οι δικοί του ήρωες, οι δικοί του εχθροί, οι γυναίκες που αγάπησε, η αλαζονία του, η διαρκής διάθεσή του να μεταμορφώνεται, οι αξίες για τις οποίες αγωνίστηκε μέχρι τέλους και κυρίως η αγάπη του για τα αστυνομικά μυθιστορήματα…

Μοιάζει ίσως δύσκολο, αν δεν γνωρίζεις την ακριβή βιογραφία του Πάμπλο Νερούδα, να αντιληφθείς τι απ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στην ταινία είναι αληθινά γεγονότα και τι αποκύημα σεναριακής φαντασίας, όμως το «Neruda» δεν υπάρχει για να αποδώσει ιστορική δικαιοσύνη, αλλά πέρα κι από ένα ερωτικό γράμμα στον ίδιο τον Νερούδα μοιάζει να είναι ένα ποίημα το ίδιο – γραμμένο με τον τρόπο του Νερούδα, ταυτόχρονα λυρικό και επαναστατικό, μελαγχολικό και κυνικό, σαν τους διάσημους «θλιμμένους στίχους» του.

Βρισκόμαστε στο 1948 και ο Ψυχρός Πόλεμος έχει φτάσει στη Χιλή. Στο κoγκρέσο, ο γερουσιαστής Πάμπλο Νερούδα κατηγορεί την κυβέρνηση για προδοσία και γρήγορα καταγγέλλεται από τον πρόεδρο Βιντέλα. Ο αστυνομικός επιθεωρητής Οσκαρ Πελουσονό αναλαμβάνει την αποστολή να συλλάβει τον ποιητή. Ο Νερούδα προσπαθεί να φύγει από τη χώρα με τη γυναίκα του, αλλά αναγκάζονται να κρυφτούν. Στη μάχη του με τη νέμεσή του, Πελουσονό, ο Νερούδα βλέπει μια ευκαιρία να επανεφεύρει τον εαυτό του. Παίζει με τον αστυνομικό, αφήνοντας στοιχεία σχεδιασμένα να κάνουν αυτό το παιχνίδι γάτας και ποντικού ανάμεσά τους πιο επικίνδυνο, πιο προσωπικό. Σε αυτήν την ιστορία κατατρεγμού, ο Νερούδα αναγνωρίζει τις δικές του ηρωικές πιθανότητες: μια ευκαιρία να μετατραπεί τόσο σε ένα σύμβολο ελευθερίας όσο και σε έναν λογοτεχνικό θρύλο.

Ισότιμοι πρωταγωνιστές, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ίσως τελικά και ο ίδιος άνθρωπος, ο Πελουσονό και ο Νερούδα βρίσκονται στο πιο κομβικό σημείο της ζωής τους: εκεί όπου θα αναλάβουν επιτέλους πρωταγωνιστικό ρόλο και θα μείνουν στην ιστορία, ήρωες ενός αστυνομικού pulp τις ανατροπές του οποίου γράφουν οι ίδιοι.

Δεν είναι μόνο πως όσα τους ενώνουν είναι περισσότερα απ’ όσα τους χωρίζουν, ούτε το γεγονός πως σε ολόκληρη την ταινία δεν συναντιούνται ποτέ παρά το γεγονός ότι βρίσκονται συνεχώς στα ίδια μέρη. Είναι περισσότερο η κοινή σκηνοθετική οδηγία στους υπέροχους Λουίς Νιέκο (που υποδύεται τον Νερούδα) και Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ (που υποδύεται τον Πελουσονό) να παίζουν σαν να βρίσκονται μπλεγμένοι μέσα στις σελίδες ενός αστυνομικού best-seller με νότες σλάπστικ κωμωδίας, καθώς ο Πάμπλο Λαραΐν χτίζει γύρω τους μια technicolor ολόκληρη εποχή, μετατρέποντας την Ιστορία της Χιλής σε ένα κινηματογραφικό roller coaster που μπορεί να βαραίνει από το over the top voice over και την επεξηγηματική διάθεση κάθε ποιητικής μεταφοράς, αλλά που σε αναγκάζει να το παρακολουθείς σαν μια ανάσα ή πιο ταιριαστά σαν ένα σονέτο για όλα όσα ήταν, είναι και θα είναι ο Νερούδα για τη Χιλή και για τον κάθε Χιλιανό ξεχωριστά, αλλά κυρίως για όλα όσα κάνουν έναν ήρωα… πραγματικό ήρωα.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”JOKER”, Δευτέρα 2/12/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Joker

του Τοντ Φίλιπς

Εξετάζοντας το μύθο του «Joker» από ένα αμιγώς κοινωνικό πρίσμα, το νέο φιλμ του Τοντ Φίλιπς προσφέρει ένα τρυφερό αλλά και τρομακτικό πορτρέτο, στέλνοντας τον Χοακίν Φίνιξ απευθείας στα Όσκαρ. Χρυσός Λέοντας στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας 2019.

Αν ο Joker του Τζακ Νίκολσον ήταν μια σατανική καρικατούρα και ο Joker του Χιθ Λέτζερ η προσωποποίηση του χάους και της αναρχίας, ο «Joker» του Τοντ Φίλιπς είναι ένας χαμένος άνθρωπος που σταδιακά βρίσκει το δρόμο για τη σωτηρία μέσα από την τρέλα του.

Βασισμένος σε μια πρωτότυπη ανάγνωση του χαρακτήρα, η οποία ούτε αντλεί από τις προηγούμενες κινηματογραφικές ενσαρκώσεις του, ούτε αποτελεί μεταφορά στο σινεμά κάποιας εμβληματικής ιστορίας των comics, ο Αρθουρ Φλεκ της ταινίας δεν είναι ένας εκ φύσεως παρανοϊκός κακός αλλά το δημιούργημα μιας κοινωνίας που δε δίνει την ίδια σημασία σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, που υποβιβάζει και υπονομεύει τους μη προνομιούχους, αντιμετωπίζοντάς τους σαν σκουπίδια και που με τρομακτική ευκολία προσδίδει ταμπέλες σε όσους και όσα δεν μπορεί να κατηγοριοποιήσει σε εύκολα ορισμένα κουτιά.

Ειρωνικά, όταν ο Αρθουρ πρωτοσυστήνεται στην αφήγηση, κουβαλά και ο ίδιος μια μεγάλη διαφημιστική ταμπέλα. Οντας εύκολος στόχος λόγω της εύθραυστης εμφάνισης και του αδύναμου παρουσιαστικού του, αποτελεί τον περίγελο της κοινωνίας και πολλές φορές το θύμα σωματικών επιθέσεων που συνήθως καταλήγουν με τον ίδιο πεσμένο στο δρόμο, δίχως να δέχεται βοήθεια από κανέναν, παρά μόνο μερικές πλάγιες ματιές γεμάτες επιφύλαξη.

Στο σπίτι τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Αν και η μητέρα του τον αγαπά, είναι εμφανές από την αρχή ότι και εκείνη βλέπει την καθημερινότητα «αλλιώς», έχοντας μόνιμα την ανάγκη για συνεχή φροντίδα και προσοχή. Ωστόσο, η μητέρα Φλεκ είναι ίσως ο μόνος άνθρωπος που έχει ελπίδα για το γιο της και πιστεύει ότι ο Αρθουρ «γεννήθηκε για να φέρει το χαμόγελο στα χείλη του κόσμου». Για αυτό τον λόγο, ο ίδιος δε σταματά ποτέ να ονειρεύεται μια καριέρα στο stand-up comedy, μια ευτυχισμένη σχέση γεμάτη αγάπη (θα μπορούσε άραγε η ευγενική γειτόνισσα της Ζάζι Μπιτζ να του την προσφέρει; ) και μια καθημερινότητα γεμάτη ησυχία, χαμόγελο και αρκετό φυσικά γέλιο.

Και αυτό γιατί ο Αρθουρ πάσχει από μια εγκεφαλική δυσλειτουργία που προκαλεί αντανακλαστικό, ασταμάτητο χαχανητό. Δεν είναι γνωστό αν αυτή η κατάσταση αποτελεί όντως το αποτέλεσμα κάποιας ασθένειας ή είναι η παρενέργεια των δύσκολων παιδικών του χρόνων, η ουσία παραμένει πάντως πως το υστερικό γέλιο του αποτελεί την εξωτερίκευση των δαιμόνων του και την επιβεβαίωση της (σε όλα τα επίπεδα) τραυματισμένης φύσης του.

Ο Τοντ Φίλιπς παρακολουθεί αυτόν τον άνθρωπο να προσπαθεί να βρει τη θέση του σε μια εχθρική κοινωνία, τον ακολουθεί όσο προσπαθεί να βρει τον τρόπο για να κάνει το πρώτο βήμα προς την δημιουργία μιας ευτυχισμένης οικογένειας, αφουγκράζεται τις διακυμάνσεις του γέλιου του προσπαθώντας να ξεχωρίσει το δράμα, την απειλή και τη διαταραγμένη ευφορία. Το «Joker» του είναι ένα προσωπικό πορτρέτο που αναζητά την αιτία του κακού και που δεν αποδέχεται εύκολα την ενοχή του ήρωά του. Ο Φίλιπς ξέρει ότι ο Αρθουρ του είναι αυτός που τραβάει τη σκανδάλη αλλά γνωρίζει ταυτόχρονα ότι κάποιος άλλος έχει τοποθετήσει το όπλο στο χέρι του.

Ως αποτέλεσμα, η αφήγηση του «Joker» στο μεγαλύτερο μέρος της δεν αποτελεί μια αιματηρή ιστορία. Ο Φίλιπς ενδιαφέρεται περισσότερο για τις συνθήκες που οδηγούν στη βία παρά στο απότομο ξέσπασμά της. Το «Joker» είναι μια ιστορία συλλογικής κακοποίησης και εύκολων κατηγοριών, η αποτύπωση μιας πόλης σε αναβρασμό που περιμένει το σπινθήρα που θα θέσει αρχή σε μια ασταμάτητη φωτιά. Για αυτό και το αναπόφευκτο τελικά ξέσπασμα του θανάτου είναι σοκαριστικό, γλαφυρό αλλά και απόλυτα αναμενόμενο. Η βία του «Joker» σοκάρει ακριβώς γιατί είναι φανερό από πού προέρχεται και αυτό κάνει τον αντίκτυπό της ακόμα μεγαλύτερο.

Το σκοτεινό Γκόθαμ της ταινίας δεν τοποθετείται κάπου ακριβώς χρονικά αλλά έχει στοιχεία τόσο από την γκανγκστερική υφή του «Serpico» και του «Ταξιτζή» όσο και από τις σύγχρονες αμερικανικές εξεγέρσεις των καταπιεσμένων κοινωνικά ομάδων. Η αφήγηση του «Joker» άλλωστε είναι άχρονη αλλά και διαχρονική, μια συνεχής επισήμανση των εγγενών κοινωνικών αντιφάσεων μιας «πλούσιας» σύγχρονης κοινωνία και όλα τα δομικά μέρη του φιλμ στοιχειοθετούν έναν σκληρό, επιθετικό κόσμο.

Η παρουσία του Ρόμπερτ ΝτεΝίρο στο ρόλο του παρουσιαστή ενός δημοφιλούς talk show δίνει φωνή στην πόλη, προβάλλοντας την ιδεολογία και τον κανιβαλισμό της. Η μουσική του φιλμ (γεμάτη μελωδίες με τσέλο που όμως από πίσω κρύβουν πλούσιες αλλά αφανείς συγχορδίες) υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο τη μελαγχολία και την αστική μοναξιά. Οι εκλάμψεις φωτός της φροντισμένης φωτογραφίας αποκαλύπτουν απλώς πόσο δυνατό εξακολουθεί να είναι το σκοτάδι. Και οι στιγμές ευτυχίας αποδεικνύονται τόσο απατηλές όσο και παροδικές, σαν σαδιστικά παιχνιδίσματα της μοίρας.

Ανάμεσα σε όλα αυτά, η παρουσία του Χοακίν Φίνιξ δημιουργεί έναν αντι-ήρωα από το μηδέν, μια τραγική φιγούρα που θολώνει τη γραμμή ανάμεσα στη συμπόνια και τον τρόμο, τη θλίψη και την οργή, την τρέλα και την αφελή ειλικρίνεια. Ο Τζόκερ του είναι μια νέα εξολοκλήρου θεώρηση του χαρακτήρα, μια εντυπωσιακή ανάγνωση που τονίζει το τραύμα του, το πάθος του, τη δίψα του για ζωή αλλά και τη διαστρεβλωμένη αίσθηση δικαιοσύνης του. Η ερμηνεία του είναι σωματική αλλά και ύπουλη, επιδεικτική αλλά και απόλυτα ενδοσκοπική, παίζοντας τόσο με το προφανές όσο και με τις λεπτομέρειες, δημιουργώντας τελικά ένα πλήρες πορτρέτο που επιστρέφει στις απαρχές του κομιξικού μύθου αλλά και βρίσκει τον τρόπο για να τον κάνει και πάλι σχετικό και επίκαιρο.

Για αυτό και οι αναφορές στην οικογένεια Γουέιν αλλά και η ανάγκη να συσχετιστεί η ιστορία του Τζόκερ με την αναπόφευκτη γέννηση της νέμεσής του, προκύπτουν περιττές. Η ιστορία του «Joker» είναι μια αυτόφωτη αφήγηση, που λειτουργεί περισσότερο όταν παραμένει αποκομμένη από την υπόλοιπη μυθολογία του Γκόθαμ. Είναι η ευκαιρία του αντι-ήρωα να κερδίσει επιτέλους τη θέση του στη σκηνή. Και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτή τη φορά την επιτυχία του.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”PARASITE”, Δευτέρα 25/11/2019, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Παράσιτα

Parasite

του Μπονγκ Τζουν-χο

H ταινία του Μπονγκ Τζουν-χο που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών είναι ένα αιχμηρό κι απολαυστικό κομμάτι κοινωνικού και πολιτικού σινεμά που όχι, δεν μοιάζει με αυτό του Κεν Λόουτς.

Ακόμη κι όταν οι ταινίες του Μπονγκ Τζουν-χο ανήκουν ξεκάθαρα στο πεδίο του σινεμά φαντασίας όπως το «The Host», ή το «Snowpiercer», είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να αγνοήσεις τις υπόλοιπες κλωστές της ύφανσης τους, ανάμεσα στις οποίες είναι πάντα ένας συχνά υποδόριος κι άλλοτε πολύ πιο σαφής σχολιασμός της κοινωνικής πραγματικότητας γύρω του.

Στα «Παράσιτα», μια μαύρη (κατάμαυρη) και συχνά πολύ αστεία κωμωδία που εναλλάσει το ηχηρό γέλιο με την απόλυτη έκπληξη, την πίκρα, ακόμη και το σοκ, η κοινωνικά φορτισμένη πλευρά του σινεμά του έρχεται σε πρώτο πλάνο, μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας μικροαπατεώνων που προσπαθούν να επιβιώσουν στην σκληρή πραγματικότητα της σύγχρονης Σεούλ.

Η οικογένεια των πρωταγωνιστών της ταινίας θυμίζει κάτι από εκείνη του «Κλέφτες Καταστημάτων» του Χιροκάζου Κόρε Εντα: φτωχοδιάβολοι, παρίες ενός κοινωνικού συστήματος που είναι και στην Κορέα (όπως άλλωστε παντού κι ακόμη πιο έντονα στις μέρες μας), βαθιά ταξικό, δίχως χώρο για τους «μη επιτυχημένους». H τετραμελής οικογένεια του Κιμ-ταέκ είναι οτιδήποτε εκτός από «επιτυχημένη»: καθηλωμένη σε ένα «ημι-υπόγειο», από το οποίο βλέπουν συνήθως μεθυσμενους να ουρούν έξω από το παραθυρό τους, ψάχνουν εναγωνίως ανοιχτά wi-fi δίκτυα κι αναζητούν περιστασιακές δουλειές στο πλαίσιο της νέας «gig economy».

Οταν ένας φίλος του γιου της οικογένειας Κι-γου, του προτείνει να αναλάβει τα ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών ενός πλούσιου κοριτσιού αφού εκείνος θα πρέπει να τα εγκαταλείψει λόγω των σπουδών του στο εξωτερικό, ο Κι-γου θα αρπάξει την ευκαιρία. Αποκτώντας πρόσβαση σε ένα πανέμορφο πλούσιο σπίτι, μια κοινωνική τάξη που απέχει έτη φωτός από τη δική του, θα σκεφτεί τρόπους για να βοηθήσει και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του να επωφεληθουν. Κι αυτή η τυχαία επαφή των δυο διαφορετικών κόσμων δεν θα είναι παρά μόνο η αρχή μιας σειράς από γεγονότα που θα εξελιχθούν με απρόσμενη ταχύτητα κι θέσουν σε κίνηση απροσδόκητες εξελίξεις.

Στα χέρια κάποιου άλλου, η ιδέα του «Parasite» (που δεν θα είχε φυσικά αυτό τον τίτλο), θα μπορούσε να δώσει ένα καταγγελτικό δράμα, ή ένα θρίλερ κοινωνικής εκδίκησης, όμως ο Μπονγκ Τζουν-χο δεν ενδιαφέρεται να κάνει κάτι τόσο ξεκάθαρο κι απλό. Η δική του ταινία είναι τα πάντα από κωμωδία έως ταινία τρόμου κι, όχι μόνο τα επιμέρους στοιχεία της δεν μοιάζουν αταίριαστα, μα αντίθετα συνθέτουν ένα απόλυτα επιτυχημένο συναισθηματικό κι υφολογικό παζλ που σε κρατά μονίμως σε εγρήγορση μη γνωρίζοντας από που θα έρθει η επόμενη έκπληξη.

Χτισμένο πάνω σε χαρακτήρες που ακόμη κι αν εύκολα θα μπορούσαν να κατρακυλήσουν στην καρικατούρα, κατορθώνουν να αποκτούν βάθος, οντότητα και διακριτά χαρακτηριστικά, με ένα σενάριο που δίνει σημασία στις λεπτομέρειες και ξέρει να ταιριάζει το φαρσικό με το συγκινητικό και το λεπτό με το γκροτέσκο, το αποτέλεσμα είναι ανέλπιστα απολαυστικό κι ανέλπιστα διαπεραστικό. Ένα φιλμ βαθιά πολιτικό για θεατές που μπορούν να δουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και δεν θέλουν το σινεμά τους να αντικαθιστά το θρησκευτικό κήρυγμα ή τον πολιτικό προσηλυτισμό. Μοντέρνο κι ευρηματικό, καυστικό και σαρδόνιο, ιδιοφυές και οργισμένο, το «Parasite» είναι μια σπουδαία και σκληρή ταινία που σε κάνει να γελάς πικρά στην αποκάλυψη της εικόνας μιας κοινωνικής πραγματικότητας που είτε το θέλεις είτε όχι σε αφορά.

Featured post

”Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΑΣ ΒΡΩΜΑΕΙ ΦΑΣΙΣΜΟ” Συγκέντρωση – Μικροφωνική, 17/11/2019, στην πλατεία Καπνεργάτη στην Καβάλα, στις 17:00

Featured post

Προβολή της ταινίας ” THE PROFESSOR AND THE MAD MAN”, Δευτέρα 18/11/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Ο Καθηγητής και ο Τρελός

The Professor and The Madman

του Π. Μπ. Σέμραν

Ένα ασυνήθιστο χρονικό από τη σύνταξη του Λεξικού της Οξφόρδης για την αγγλική γλώσσα μετατρέπεται σε ένα μελόδραμα εποχής διάτρητο και πομπώδες.

Αν η παραφροσύνη, παρότι το αντίθετο της φρόνησης, συνιστά μια πηγή διάνοιας, όπως θα επιβεβαίωνε και ο Νίτσε, αν η τρέλα ενέχει την έννοια της σοφίας, όπως επιμένει εδώ και μισή χιλιετία ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Λιρ, τότε η ιστορία του καθηγητή και του τρελού, που συμμάχησαν στη σύνταξη ενός από τα πιο περίπλοκα έργα του ανθρώπινου πνεύματος, κουβαλά αναμφίβολα εντελώς ξεχωριστό ενδιαφέρον. Στα χαρτιά. Σε όσα μας παραδίδουν τα ιστορικά ντοκουμέντα, και μας αφηγείται, βασισμένος σε αυτά, ο Αγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Σάιμον Γουίντσεστερ στο μπεστ σέλερ του «The Surgeon of Crowthorne» (1998).

Στην κινηματογραφική διασκευή του Ιρανοεγγλέζου Φαρχάντ Σαφίνια, που στα ζενερίκ αντικαθίσταται από τον σκηνοθέτη-φάντασμα Π. Μπ. Σέρμαν για λόγους δικονομικούς, το χρονικό μοιάζει να ξετυλίγεται ακέραιο στο πρώτο μισό της δίωρης φιλμικής διάρκειας. Μια παράλληλη αφήγηση μας συστήνει και τα δύο μέρη του επικείμενου συνεταιρισμού. Τον πολύγλωττο Σκοτσέζο καθηγητή Τζέιμς Μάρεϊ, που έχει αρχίσει από το 1857να συγκεντρώνει ορισμούς με αφορμή την πρώτη έκδοση του Λεξικού της Οξφόρδης για την αγγλική γλώσσα, και τον Αμερικανό γιατρό Γουίλιαμ Μάινορ, που κλείνεται το 1872 σε φυλακή φρενοβλαβών για τον φόνο ενός οικογενειάρχη τον οποίο νόμιζε για το εκδικητικό πνεύμα του Ιρλανδού λιποτάκτη που είχε τιμωρήσει στον Εμφύλιο.

Δεν υπάρχουν φάλτσα την πρώτη αυτή ώρα, μονάχα οι σταθερές μιας φροντισμένης βιογραφίας τύπου History Channel, ας πούμε, με την πληροφορία να δραματοποιείται αποτελεσματικά και να συντηρεί την προσοχή σου. Η εξ αποστάσεως συνεργασία με τον φιλόλογο αρχισυντάκτη, τον οποίο θα προμηθεύσει τελικά ο κρατούμενος με πάνω από 10.000 λήμματα, και η γνωριμία του, χάρη στη μεσολάβηση ενός δεσμοφύλακα, με τη διστακτική χήρα του θύματος, με την οποία θα αναπτύξει μια ιδιότυπη σχέση εξάρτησης, συνιστούν εδώ τους δύο άξονες του υπό εξέλιξη δράματος.

Είναι από εκεί και πέρα που το φιλμ αρχίζει να βραχυκυκλώνει. Ο συναισθηματισμός οξύνεται μαζί με τους μανιχαϊσμούς, το μελόδραμα δονείται στους ρυθμούς της εκβιαστικής μουσικής υπόκρουσης, και οι άξονες τρίζουν από την όλο και πιο ξέφρενη επιτάχυνση της αφήγησης. Οι τρεις σχεδόν δεκαετίες κολεγιάς του καθηγητή με τον τρελό ξεπετιούνται όπως-όπως, και είναι εδώ που προδίδεται τόσο το ψαλίδι που έφαγε η τρίωρη αρχική εκδοχή του Σαφίνια, όσο και το ημιτελές των γυρισμάτων που διακόπηκαν το καλοκαίρι του 2017 από αγωγή των Σαφίνια και Μελ Γκίμπσον (κατόχου των δικαιωμάτων του βιβλίου) εναντίον των παραγωγών, επειδή οι τελευταίοι αρνούνταν να μεταφέρουν τα πλατό στην ίδια την Οξφόρδη λόγω κόστους.

Αποτέλεσμα, μια ταινία θεαματικά άνιση και πομπώδης που αδικεί τόσο το ιστορικό και θεματικό υλικό της όσο και την δυνάμει απολαυστική χημεία των δύο διαβόητων πρωταγωνιστικών της bad boys, Μελ Γκίμπσον και Σον Πεν, εδώ στo πρώτο τους –ατυχές- ραντεβού επί της οθόνης.

Featured post

Προβολή της ταινίας ” GLASS ”, Δευτέρα 11/11/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Glass

του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν

Από το φινάλε του «Διχασμένου» κατευθείαν στο σύμπαν του «Άφθαρτου», αυτή είναι η ταινία που ενώνει τον Μπρους Γουίλις, τον Σάμιουελ Λ. Τζάκσον και τον Τζέιμς ΜακΑβόι στο μπερδεμένο, υπερβολικά γεμάτο με ιδέες και σύμβολα, υπερηρωικό σύμπαν του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν.

Ο Κύριος Γκλας (αλλιώς Ελάιτζα Πράις) εντοπίζει τον Ντέιβιντ Νταν και μαζί καταδιώκουν το Κτήνος, την υπεράνθρωπη εκδοχή του Κραμπ, σε μια σειρά από συναντήσεις που κλιμακώνονται έκρυθμα, ενώ ο δαιμόνιος Πράις ενορχηστρώνει παρασκηνιακά την κατάσταση, κρύβοντας μυστικά από τους δύο άντρες.

Το λιγότερο που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος την καριέρα του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν είναι αμφιλεγόμενη. Κι αυτό όχι επειδή οι ταινίες του μπορούν να χαρακτηριστούν από αρκετούς απλά καλές ή κακές (χωρίς να έχουν βρεθεί ποτέ σε μια γκρίζα ζώνη), αλλά κυρίως γιατί ο ίδιος, εκεί που πάει να αποδείξει ότι είναι ένα σκηνοθέτης με όραμα, κάνει τη μια κακή ταινία πίσω από την άλλη πετυχαίνοντας να καταστρέψει την όποια εικόνα είχες για εκείνον. Ενας κύκλος που μοιάζει να έχει γίνει το σήμα κατατεθέν του, κάτι σαν τις ανατροπές για τις οποίες υπήρξαν διάσημες οι περισσότερες από τις ταινίες του.

Και με το «Glass» αποδεικνύει για άλλη μια φορά ακριβώς αυτό, αφήνοντας το φιλόδοξό εγχείρημα του κλεισίματος μιας τριλογίας που χρειάστηκε 19 ολόκληρα χρόνια να ολοκληρωθεί, ξεκινώντας με τον «Αφθαρτο» το 2000 και συνεχίζοντας με το «Διχασμένο» το 2016, να μοιάζει σαν βιαστικό και ανολοκλήρωτο, και εμάς να πιστεύουμε πως ίσως οι προηγούμενες δύο ταινίες του ήταν όντως κάποια «ευτυχή ατυχήματα».

Για τον Σιάμαλαν το «Glass», ένας meta σχολιασμός στο πλούσιο κόσμο των κόμικς αλλά και στην φρενίτιδα των τελευταίων χρόνων με τους υπερήρωες, δείχνει να είναι ένα τολμηρό στοίχημα που έχει βάλει ο ίδιος τόσο με τον εαυτό του όσο και με το κοινό του. Από την αρχή η ταινία αρχίζει να πλημμυρίζει από ιδέες, στο σύνολό τους μάλιστα αρκετά ενδιαφέρουσες, δίνοντας σάρκα και οστά στο προσωπικό μικρό, υπερηρωικό σύμπαν, τα θεμέλια του οποίου μπήκαν με τον «Αφθαρτο» και τον «Διχασμένο». Αλλά όπως είναι αναμενόμενο (και όχι μόνο σε μια ταινία του Μ. Νάιτ Σιάμλαν) σχεδόν δεν (θα) είναι όπως πραγματικά φαίνεται.

Ενώ η αρχή του «Glass» διαθέτει τη δράση και τις δόσεις ενθουσιασμού που περιμένεις (και εύχεσαι) σε μια τέτοιου είδους ταινία, εν αναμονή της τελικής – αν και όχι τόσο επικής – αναμέτρησης μεταξύ του Επιτηρητή (Μπρους Γουίλις), του Κυρίου Γκλας (Σάμιουελ Λ. Τζάκσον) και της Ορδής (Τζέιμς ΜακΑβόι), γρήγορα ο τόνος αλλάζει σε κάτι που φέρνει περισσότερο σε ένα ψυχολογικό θρίλερ παρά σε κάτι το υπερηρωικό.

Ακριβώς σε εκείνο το σημείο ο Σιάμαλαν προσπαθεί να παίξει με το ψυχισμό και το ψυχολογικό υπόβαθρο των υπερηρώων, αφήνοντας στην άκρη το θέαμα και την δράση. Αντί όμως να αφήσει ένα πέπλο μυστηρίου να πλανάται γύρω από τους έτσι κι αλλιώς μυστηριώδεις πρωταγωνιστές του και τις ικανότητές τους, κάνοντας τους έτσι πιο τρομαχτικές, ο Σιάμαλαν προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα, με μια πληθώρα πληροφοριών και ακατάπαυστων μονολόγων, ένα κακό είδος exploitation που έρχεται μέσω της ψυχιάτρου χαρακτήρα (της Σάρα Πόλσον), η οποία λειτουργεί και ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των τριών χαρακτήρων.

Ο Σιάμαλαν πέφτει στην παγίδα του ίδιου του ναρκισσισμού του, ξεχνά δώσει δύναμη στις meta αναφορές του – ίσως γιατί φοβάται μήπως έτσι κάποιος ανακαλύψει τις αμέτρητες τρύπες στο σενάριο. Σε σημείο μάλιστα που μοιάζει να μην εμπιστεύεται και τόσο την ευφυΐα του κοινού των ταινιών του με το αποτέλεσμα να μοιάζει χωρίς ταυτότητα και να κουράζει.

Για μια ταινία που εκ των πραγμάτων βασίζεται στους τρεις χαρακτήρες της, η σχέση μεταξύ τους ποτέ δεν γίνεται κάτι περισσότερο από επιφανειακή. Είναι περίεργο το πως ο Σιάμαλαν αποφάσισε να μην δώσει περισσότερο χρόνο μαζί στους χαρακτήρες του Μπρους Γουίλις και του Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, η σχέση των οποίων είναι το κλειδί της επιτυχίας της ταινίας, αλλά καταλήγει αρκετά αποδυναμωμένη. Σε αντίθεση με τον «Διχασμένο» Τζέιμς ΜακΑβόι ο οποίος για άλλη μια φορά εντυπωσιάζει με τους ρόλους του επισκιάζοντας τους πάντες σε κάθε σκηνή του, δείχνοντας πως στην ουσία αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της, όσο και ο τίτλος ή και ακόμα τα σενάριο στην αρχή του σε κάνει να πιστέψεις για το αντίθετο. Οσο αφορά το φινάλε της, ο Σιάμαλαν υποκύπτει για άλλη μια φορά στην πολυπόθητη ανατροπή, μόνο που εδώ το πράγμα μοιάζει να είναι κάπως μπερδεμένο, άστοχο και υπερεκτιμώντας τη δύναμή του υπόσχεται πολλά περισσότερα απ’ όσα μπορεί να εκπληρώσει.

Γεμίζοντας με συμβολισμούς και ιδέες την ταινία του, το «Glass» καταλήγει να είναι να είναι ακριβώς μόνο αυτό. Ένα συνονθύλευμα (ενδιαφέροντων και πρωτότυπων εν μέρει) ιδεών, οι οποίες όμως ποτέ δεν υλοποιούνται για να γίνουν κάτι το πραγματικά συγκλονιστικό. Σίγουρα δεν είναι μια από τις χειρότερες ταινίες του Σιάμαλαν, αλλά στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με τον «Διχασμένο», ο δημιουργός του δεν μοιάζει ικανός να βάλει σε μια τάξη όλα αυτά τα οποία προσπαθεί να πει. Τελικά αυτό που χρειαζόταν τόσο ο ίδιος όσο και η ταινία του ήταν αυτό που στο παρελθόν υπήρξε το βασικό συστατικό των καλών ταινιών του: μόνο μια καλή ιδέα που θα μπορούσε να λειτουργήσει μέχρι τέλους και όχι δεκάδες μέτριες μαζί.


Featured post

Προβολή της ταινίας ” DOVLATOV ( Εξόριστος Συγγραφέας ) ”, Δευτέρα 4/11/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Εξόριστος Συγγραφέας

Dovlatov

του Αλεξέι Γκερμάν Τζούνιορ

Ο μεγαλόστομος Ρώσος σκηνοθέτης μιλά για την ΕΣΣΔ του ’70, στην πιο φιλική κι ανθρώπινη, ως τώρα, ταινία του, που δεν παύει να βάζει τον εκλεκτικό εαυτό του σε πρώτο πλάνο.

Η σχέση της Ρωσίας, τσαρικής και σοβιετικής, με τη λογοτεχνία, το τεράστιο κληροδότημά της, τον περιορισμό και τη λογοκρισία της, αποτελεί ένα υπέρογκο (και υπέροχο) κεφάλαιο στην ιστορία της χώρας, γεμάτο αριστουργήματα και προσωπικές τραγωδίες. Μ’ αυτό το στοιχείο καταπιάνεται στη νέα του ταινία, με πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα της 68ης Berlinale, ο Αλεξέι Γκερμάν ο Νεώτερος (γιος του αντιφρονούντα σκηνοθέτη Αλεξέι Γκερμάν), αφηγούμενος την ιστορία του Σεργκέι Ντοβλάτοφ, με λευκή ονειρική φωτογραφία, αργό ρυθμό, αλλά κι ένα ευπρόσδεκτο συναισθηματισμό, ένα ελαφρύ χιούμορ, μια περιρρέουσα ζεστασιά.

Η εποχή είναι το 1971, σχεδόν μια δεκαετία πριν ο Ντοβλάτοφ, ακόμα φέρελπις συγγραφέας, αυτομολήσει στην Εσθονία για να μπορέσει να εκδώσει τη δουλειά του. Είναι ο καιρός που ο Μπρέζνιεφ έχει επιβάλλει τη νέα «κάθαρση» των τεχνών, που οφείλουν να εκφράζουν το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, μια «πραγματική και αισιόδοξη» εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης. Για τους λογοτέχνες και καλλιτέχνες – σαν τον Ντοβλάτοφ, σαν τον φίλο του, ποιητή Γιόζεφ Μπρόντσκι – η ελευθερία έμπνευσης σημαίνει, απλώς, ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να μπουν στο αντίστοιχο σωματείο, άρα να δουλέψουν, άρα να ζήσουν.

Στις έξι ημέρες της δράσης της ταινίας, ο Ντοβλάτοφ προσπαθεί μάταια να εκτελέσει κρατικές αναθέσεις (ένα άρθρο για την ερασιτεχνική παράσταση του εορτασμού της επετείου της επανάστασης, ένα δημοσιογραφικό πορτρέτο των εργατών του ορυχείου), σε αποστολές που στέφονται με αποτυχία και οργή κι ακολουθούνται από ποτό και τζαζ μουσική στα καλλιτεχνικά καφενεία της γενιάς του. Παράλληλα, ο Ντοβλάτοφ ζει στην κοινόβια πολυκατοικία όπου κατοικεί κι η μαμά του, προσπαθεί να σώσει τον ετοιμόρροπο γάμο του και βλέπει τακτικά τη μικρή του κόρη.

Με έντονο το δικό του αισθητικό στίγμα, ο Γκερμάν αποτυπώνει θαυμάσια, ρεαλιστικά και λυρικά ταυτόχρονα, την ατμόσφαιρα της εποχής, με τη συνδρομή του Λούκας Ζαλ, διευθυντή φωτογραφίας της «Ida». Το Λένινγκραντ της ταινίας είναι άδειο, επιβλητικό, λευκό, χωρίς κοντράστ, σαν να διακρίνεται μέσα από τη γάζα της μνήμης. Οι σεκάνς του είναι μεγάλα μονοπλάνα, που κινούνται με τον ίδιο, αργό ρυθμό, από κοντινά στα πρόσωπα και στις αδιάκοπες παράλληλες συζητήσεις, μέχρι γενικά στη χειμωνιάτικη φύση, ή τη χειμωνιάτικη ανθρώπινη φύση. Η αίσθηση του αδιέξοδου, της αγωνίας και της απόγνωσης μεταφέρονται ήσυχα και διαπεραστικά, απλώνονται μαζί με τη θολούρα της αδιάκοπης προσπάθειας για δικαιοσύνη.

Παρά, ωστόσο, τα πραγματικά πρόσωπα και το τακτικό voice over του ίδιου του Ντοβλάτοφ, ο Γκερμάν χάνει την αμεσότητα στην ιστορία του, σκορπίζεται μέσα από επαναλήψεις και βαραίνει την αφήγηση με την αισθητική του, έστω πανέμορφη, επιτήδευση. Η ατμόσφαιρα είναι πυκνή, αλλά οι ήρωες μονοδιάστατοι, ελλιπείς, ο συγγραφέας Ντοβλάτοφ λίγο-πολύ ένας ωραίος άντρας που καπνίζει και πίνει πολύ και διώχνει τις σκοτούρες του μ’ έναν εύκολο κυνισμό.

Μπορεί το «Dovlatov» να είναι πολύ πιο μετρημένο και ανθρώπινο από την προηγούμενη ταινία του Γκερμάν, το αφόρητο «Under Electric Clouds» του 2015, (βραβευμένο για τη Φωτογραφία του σ’ εκείνη την Berlinale), δεν παύει όμως να είναι μια ταινία του Αλεξέι Γκερμάν, με τη δική του φιλοδοξία και τον αδιαμφισβήτητο σκηνοθετικό ναρκισσισμό να καπελώνει την ουσία του φιλμ του. Το οποίο, επιπλέον, επιλέγει να μιλήσει για τους κρατικούς περιορισμούς στην τέχνη στη Σοβιετική Ένωση του ’70, χωρίς έστω στοιχειώδεις αναφορές στη σημερινή Ρωσία της κρατικής λογοκρισίας, η οποία άλλωστε έχει επιδοτήσει την ταινία, μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο την πολιτική της φωνή.

Featured post

Προβολή της ταινίας ” The Guilty ”, Δευτέρα 28/10/2019, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

The Guilty (Den Skyldige)

Σκηνοθεσία : Γκούσταφ Μέλερ

Ένας άνθρωπος, ένα δωμάτιο, ένα τηλέφωνο. Με ένα εξαιρετικό σενάριο κι αυτοπεποίθηση στην κάμερα, ο Γκούσταβ Μέλερ, στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, καταθέτει ένα μικρό αριστούργημα – ένα masterclass στο χτίσιμο του κινηματογραφικού σασπένς. Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς, Βραβείο Κοινού και Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

O Aσγκερ ξεκινά τη βάρδιά του στα επείγοντα τηλεφωνήματα της αστυνομίας. Δεν είναι αυτή η δουλειά του. Κανονικά, θα έπρεπε να είναι έξω, στη δράση. Αύριο είναι η δίκη του. Οι δημοσιογράφοι έχουν βρει το κινητό του, τον παρενοχλούν για μια δήλωση. Ο Ασγκερ δουλεύει στα τηλέφωνα γιατί είναι τιμωρημένος και υπό περιορισμό. Τι έχει κάνει; Είναι ένοχος; Θα τον υπερασπιστεί ο συνεργάτης του; Θυμάται τι πρέπει να πει; Τα τηλέφωνα χτυπούν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμωρία – να χάνει το χρόνο του πίσω από ένα γραφείο απαντώντας σε μεθυσμένους κι ανόητους. Μέχρι που στην άλλη άκρη της γραμμής ακούει την πνιγμένη, τρομοκρατημένη φωνή της Ιμπεν. Του μιλάει με κώδικα, σαν να έχει καλέσει τη μικρή της κόρη, ενώ στην πραγματικότητα εκπέμπει SOS. Ο πρώην άντρας της βγήκε από τη φυλακή, κι μετά από ένα βίαιο επεισόδιο με τα παιδιά, την απήγαγε. Ο Ασγκερ βρίσκεται στο ακουστικό κι η Ιμπεν σ’ ένα λευκό βαν που τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση και προς το θάνατό της.

O Γκούσταβ Μέλερ, στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, καταθέτει ένα μικρό αριστούργημα. Ένα masterclass στο χτίσιμο του κινηματογραφικού σασπένς με ένα εύρημα κι απλά, γερά δομικά υλικά. Η ιδέα θέλει την κάμερα να μη βγαίνει ποτέ από τα γραφεία της Άμεσου Δράσης. Ένας άντρας, ένα τηλέφωνο, μία «ταινία δωματίου». Αν αυτό όμως συνήθως επιφυλάσσει παγίδα, θεατρικότητα, εγκλωβισμό, η σκηνοθεσία του Μέλερ εγγυάται να μην νιώσεις ποτέ τίποτα από αυτά. Αντιθέτως, επί 90 λεπτά βρίσκεσαι στην άκρη της καρέκλας σου με κομμένη την ανάσα.

Το καλοδουλεμένο σενάριο (του ίδιου, με συνσεναριογράφο τον Εμίλ Νίγκαρντ Αλμπερτσον) αποκαλύπτει σταδιακά το πλαίσιο στο οποίο συναντάμε τον ήρωα και χτίζει αριστοτεχνικά την ψυχοσύνθεσή του – ανήσυχος, νευρικός, η καριέρα του είναι σε κίνδυνο, οι συνάδελφοί του τον υποτιμούν ή δεν τον εμπιστεύονται. Ταυτόχρονα έμπειρος, διορατικός – ξέρει να διαβάζει φωνές, καταστάσεις, να ξεδιαλύνει τα πραγματικά επείγοντα τηλεφωνήματα, ενεργεί γρήγορα. Πάνω από όλα, αφοσιωμένος. Δηλώνει «προστάτης», έτσι νιώθει τη δουλειά του, αυτή είναι η ευθύνη του. Να προστατεύει τον πολίτη. Οπότε εκνευρίζεται κι ασφυκτιά με τη γραφειοκρατία και τους κανόνες της αστυνομίας. Παίρνει τα πράγματα στα χέρια του, κόβει δρόμο, παρανομεί. Μια γυναίκα κινδυνεύει, ποιοι κανόνες, γιατί όλοι κωλυσιεργούν;

Η κάμερα του Μέλερ δεν καταφεύγει σε άχρηστα κόλπα. Η σκηνοθεσία του είναι δυναμική, αλλά απλή – γεμάτη αυτοπεποίθηση. Ξέρει πολύ καλά τι παιχνίδι κατασκευάζει. Παίζονται δύο ταινίες – αυτή που βλέπεις στην οθόνη κι αυτή που δεν βλέπεις, αλλά αισθάνεσαι στο μυαλό και στο στομάχι σου.

Ο Μέλερ σιγοβράζει την ατμόσφαιρα στο χαμηλό, επιτυγχάνοντας την τέλεια θερμοκρασία δωματίου – στην οθόνη και στην κινηματογραφική αίθουσα. Με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας, Τζάσπερ Σπάνινγκ, ο οποίος κλείνει τους φακούς ασφυκτικά πάνω στον ήρωα (φωτοσκιάζοντας το γραφείο και το πρόσωπό του με μία κυνική, ψυχρή μπλε παλέτα που σταδιακά παραδίδεται σε κόκκινο ινφέρνο τύψεων), ο πρωταγωνιστής Γιάκομπ Σέντεργκρεν δίνει μία αριστοτεχνική ερμηνεία. Και την κάνει να φαίνεται αβίαστη κι απλή. Κι όμως, δεν είναι καθόλου. Οι μικρές αλλαγές στην έκφραση, τα βλέμματα, οι παύσεις, οι κόμποι του ιδρώτα, μία φλέβα που πετά στο μέτωπο – αδιόρατες, εξαιρετικά μελετημένες, λεπτομέρειες μάς κάνουν να τον νιώσουμε. Να καθόμαστε στο γραφείο δίπλα του.

Και στην πραγματικότητα αυτό κάνουμε. Καθόμαστε δίπλα του. Κρατάμε το ακουστικό. Θα είχε ενδιαφέρον η ταινία να μεταφραστεί στον πληθυντικό (όπως είχαν κάνει οι Αμερικανοί διανομείς με τον «Κλέφτη Ποδηλάτων» – το μετέφεραν ως «Κλέφτες Ποδηλάτων»). Ποιος είναι ο ένοχος του τίτλου; Θα υπάρξουν αρκετές ανατροπές, αλλά δεν αναφερόμαστε σε αυτές. Όπως και στην ταινία του Ντε Σίκα παρακινούσαμε τον ήρωα να κλέψει ένα άλλο ποδήλατο και να σωθεί, κι εδώ η συλλογική επιθυμία επικροτεί μία καταδίωξη προς άγνωστη (κυριολεκτική και ηθική) κατεύθυνση. Όλοι είμαστε (συν)ένοχοι. Όπως και ο Ασγκερ θα ανοίξουμε την πόρτα να βγούμε από αυτό που ζήσαμε, κουβαλώντας το μέσα μας, πολύ μετά κι από τους τίτλους τέλους. Πόσα κινηματογραφικά ντεμπούτα το έχουν καταφέρει αυτό;

Featured post

Προβολή της ταινίας ” The dead don’ t die ”, Δευτέρα 21/10/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν

The Dead Don’t Die

του Τζιμ Τζάρμους

Ο πιο cool Αμερικανός δημιουργός κάνει ένα πολιτικό zombie-movie, μόνο που ξεχνά να ξεσκονίσει το σενάριό του.

Οταν ο Τζιμ Τζάρμους, ο βασιλιάς του στιλ, της απέριττης κινηματογραφικής γοητείας, του κυνικού χιούμορ, της διακριτικής τρυφερότητας, κάνει ένα zombie-movie, μπαίνει, δηλαδή, στον κόσμο του βασιλιά των ταινιών είδους, περιμένεις από την ένωση ένα αριστούργημα. Το «The Dead Don’t Die» είναι ένα κατά στιγμές χαριτωμένο, ως επί το πλείστον άνευρο, ζομπι-ικό σχόλιο για την Αμερική του Τραμπ και την καταστροφή της γης, με τόσα πολλά κλεισίματα του ματιού που μοιάζει σαν να έχει τικ.

Το εύρημα του σεναρίου είναι καλοδεχούμενα γνώριμο. Στη «μικρή αμερικανική πόλη», που λέγεται Centerville κι άρα εκπροσωπεί το έθνος, τρεις αστυνομικοί έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, για πρώτη φορά, μια πραγματική απειλή. Δυο άντρες, ο Κλιφ του Μπιλ Μάρεϊ και ο Ρόνι του Ανταμ Ντράιβερ και μια κοπέλα, η Μίντι της Κλόι Σεβινί, εκπροσωπούν την Τάξη, φορούν γυαλιά γιατί είναι πολύ σοβαροί και διατυπώνουν με ανέκφραστα πρόσωπα την έκπληξή τους γι’ αυτό που έτυχε στον τόπο τους. Αυτό που «έτυχε» είναι ότι, η υπερβολική εκμετάλλευση της γης την κάνει να ξερνά απέθαντους. Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα κι άρα όπου βρουν ζωντανή σάρκα επιτίθενται. Περπατούν σαν… ζόμπι κι επαναλαμβάνουν, το καθένα, από μία λέξη, το αγαπημένο τους πράγμα στη ζωή, όλα καταναλωτικά αγαθά: coke, fashion.

Τους τρεις αστυνομικούς περικυκλώνουν άλλοι, χαριτωμένοι ήρωες: ο αγρότης Μίλερ (Στιβ Μπουσέμι), ένας ορκισμένος ρατσιστής – την πρώτη φορά που τον βλέπουμε φορά καπελάκι που γράφει «keep America white again», εκεί πράγματι γελάσαμε – με καλύτερό του φίλο τον Αφροαμερικανό Χανκ (Ντάνι Γκλόβερ) που έχει το μαγαζί με είδη κιγκαλερίας. Στο κοντινό δάσος ζει ο ερημίτης Μπομπ (Τομ Γουέιτς), με την υπέροχα αφράτη κόμμωση, ένας αντισυστημικός ιδεολόγος που αφουγκράζεται καλύτερα απ’ όλους τον πλανήτη. Η Ζέλντα (Τίλντα Σουίντον) είναι η «εκκεντρική» νεκροθάφτης της πόλης, μια σκωτσέζα σαμουράι με μακριά ξανθά μαλλιά και τα δικά της μυστικά. Τη Centerville επισκέπτονται μια παρέα χίπστερ πλουσιόπαιδων από την «πόλη» με επικεφαλής τη Σελίνα Γκόμεζ που οδηγεί Πόντιακ γιατί είναι ρετρό κι ωραία και τρία πιτσιρίκια που το έχουν σκάσει από το αναμορφωτήριο.

Αυτή την ομάδα ηρώων, ταιριαστών «αταίριαστων» βγαλμένων από το σύμπαν του Τζιμ Τζάρμους αλλά και της καρδιάς της παραδοσιακής ή/και σύγχρονης Αμερικής, η ταινία τοποθετεί σ’ ένα περιβάλλον που στιλιστικά, στις στολές των αστυνομικών, στο diner, στην εξοχή, στο μινιμαλισμό, είναι βγαλμένο από το «Twin Peaks», μόνο που η φωτογραφία του Φρέντερικ Ελμς, αντίθετα από εκείνη του «Paterson», είναι αδικαιολόγητα φλατ. Οι διάλογοι είναι γραμμένοι με το χαρακτηριστικό μπλαζέ χιούμορ του παραλόγου του Τζάρμους, όμως εδώ το κωμικό timing δεν λειτουργεί, οι ατάκες που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά για να προκαλέσουν το γέλιο κρέμονται στο αέρα, σαν να καθυστερούν υπερβολικά να φτάσουν στο στόχο τους. Το τραγούδι της ταινίας, μια country μελωδία με τους στίχους «The Dead Don’t Die, After life is over, the afterlife goes on», ακούγεται τόσες φορές ως μοτίβο που το αστείο εξαντλείται.

Εάν ο Τζάρμους έχει την ευρηματικότητα να γεμίσει τη μικρή πόλη του με αντισυμβατικούς ήρωες, δεν αξιοποιεί κανέναν τους. Ιστορίες που ξεκινούν πολυδιάστατα, ή συγκρουσιακά, ή ρομαντικά, ξεχνιούνται στη μέση ή… γίνονται νόστιμο γεύμα για τα ζόμπι. Ο ερημίτης Μπομπ του Τομ Γουέιτς που θα μπορούσε και νοηματικά ν’ απογειώσει την ταινία, παραμένει να μονολογεί στο δάσος του, ενώ η Ζέλντα της Τίλντα Σουίντον, παρότι έχει τη δική της, απολαυστικά exploitative σκηνή καθώς μακιγιάρει δυο απέθαντους πριν την κηδεία τους, ανήκει τελικά σε μια άλλη, δική της, μικρού μήκους ταινία που ίσως, κάποτε, ήθελαν με τον Τζάρμους να κάνουν μαζί.

Από την άλλη πλευρά, με έναν πρωτοφανή, για το δικό του έργο, ναρκισσισμό, ο Τζάρμους γεμίζει την ταινία του αυτοαναφορικά παιχνίδια. Τα πρώτα ζόμπι που εμφανίζονται στην ιστορία είναι η Σάρα Ντράιβερ, η επί δεκαετίες σύντροφός του και… ο Ιγκι Ποπ και η αγαπημένη τους λέξη είναι, φυσικά, «καφές». Η κάμερα περνά δυο φορές πάνω από τον τάφο του Σάμιουελ Φούλερ, ο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς αναλαμβάνει, ως movie geek, τις αλλεπάλληλες σινεφιλικές αναφορές, διορθώσεις κι εξυπνάδες. Οσο για τις αναφορές της ταινίας στο ίδιο το b-είδος των zombie-movies που είναι προφανές πως λατρεύει, όπως τον Ρομέρο και τη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» ή το «Dawn (για να μην πούμε το Shaun) of the Dead», παρά την έκδηλη αγάπη και την έντιμη προσπάθεια για εφέ και σπλάτερ, η ταινία μόνο χάνει στη σύγκριση και κουράζει στην υπερβολή. Σ’ ένα είδος τόσο πλούσιο και τόσο ξεχωριστό, οι παγίδες αφθονούν: κι έτσι η αναμετάδοση των τρομερών ειδήσεων από την τηλεόραση μάς θυμίζει ότι έχει γίνει καλύτερα στην… «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά» του Πάνου Χ. Κούτρα κι η τελική αναμέτρηση ανθρώπων και ζόμπι φέρνει στο νου το γήπεδο στο «Κακό» του Γιώργου Νούσια. Το να έχεις τόσο χρόνο βλέποντας την ταινία ώστε να κάνεις συσχετισμούς, δεν λέει τίποτε καλό για το ρυθμό της.

Αλλά και ιδεολογικά, οι απόψεις του Τζιμ Τζάρμους έχουν μια παρωχημένη αίσθηση. Το Κακό γεννάται από τη ρωγμάτωση των Πόλων, τα απέθαντα ζόμπι του καταναλωτισμού του Τραμπ εξαπλώνονται, εκτός αν… «kill the head» η επαναλαμβανόμενη οδηγία, τους σκοτώσεις το πνεύμα, τα πλουσιόπαιδα πρέπει να πεθάνουν για να επιβιώσει ο σοσιαλισμός: τίποτε στραβό, απλώς ιδέες διατυπωμένες στο σινεμά με τόσο πιο αιχμηρούς και πρωτότυπους και σύνθετους τρόπους στο παρελθόν, ακόμα κι από τον ίδιο τον Τζάρμους. Το «The Dead Don’t Die» είναι η ταινία που επίμονα θέλεις να σ’ αρέσει, αλλά η κοινοτοπία της σε προδίδει. Μαζεύοντας γύρω του όλους τους αγαπημένους ηθοποιούς του, μιλώντας για το τέλος του κόσμου, επιστρέφοντας στην καρδιά της Αμερικής, μαχόμενος για το Καλό με τα λόγια του παππού, ο Τζιμ Τζάρμους μοιάζει, μ’ αυτή την ταινία, σαν να καταθέτει την τελευταία του λέξη, σαν να αποχαιρετά το κοινό του με νουθεσία για το μέλλον. Κι ειλικρινά, ελπίζουμε με πάθος στο επόμενο κινηματογραφικό βήμα του, γιατί είναι πολύ cool, πολύ ξεχωριστός, πολύ αγαπημένος, πολύ έξυπνος γι’ αυτό εδώ.


Featured post

Ανάρτηση πανό αλληλεγγύης στον αυτόνομο λαό των Κούρδων στο πάρκο Φαλήρου, Καβάλα, 12/10/2019

Σάββατο 12 Οκτώβρη 2019

Πορεία Κούρδων από το καμπ προσφύγων Καβάλας προς το κέντρο της πόλης

Featured post

Συγκέντρωση – Μικροφωνική 6 Χρόνια χωρίς τον Παύλο Φύσσα, Καβάλα 18/9/2019

18/9/2019

6 Χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Περίπου 60 αντιφασίστες/στριες συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Καβάλας, στη μικροφωνική που έγινε στη μνήμη του Killah P. Κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης, μοιράστηκε και διαβάστηκε το παρακάτω κείμενο.

Μετά από μία ώρα πραγματοποιήθηκε πορεία στο κέντρο της πόλης με τις δυνάμεις καταστολής να ακολουθούν σε πολύ μικρή απόσταση. Ακούστηκαν αντιφασιστικά, αντικρατικά και αντιμπατσικά συνθήματα.

Featured post

ΠΟΝΑΕΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ, μία παράσταση καμπαρέ σε κείμενα των Άντον Τσέχοφ, Καρλ Βάλεντιν και Μόντι Πάιθον, Τετάρτη 11/9/2019, στις 21:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Oι Τσιριτσάντσουλες δεν είναι μια ομάδα. Είναι φιλοσοφία ζωής. Είναι τρόπος επιβίωσης, δημιουργίας, επικοινωνίας ή ακόμα και φυγής. Είναι τρόπος αντίστασης και καταγγελίας. Mε άλλα λόγια είναι ένας αυτοοργανωμένος χωροχρόνος, στον οποίο συναντιόμαστε διάφοροι περιφερόμενοι καλλιτέχνες, τρελοί ή φρόνιμοι.

Η παράσταση «Πονάει το μυαλό μου» αποτελεί στην ουσία, τη συνέχεια της παράστασης Τσιριτσάντσουλες-Βαριετέ που είχε ανέβει το 2005. Τότε, με πρότυπο τα κείμενα του Καρλ Βάλεντιν από τις παραστάσεις καμπαρέ που έδινε στο μεσοπόλεμο, είχαμε φτιάξει τα δικά μας κείμενα που τα παρουσιάσαμε σαν ένα σόου Βαριετέ. Τώρα παίρνουμε τα γνήσια κείμενα του μεγάλου γερμανού θεατρίνου και μαζί με κείμενα άλλων δύο θρύλων της παγκόσμιας δραματουργίας, του ρώσου Άντον Τσέχοφ και των Βρετανών Μόντυ Πάιθον, συνθέσαμε τη φετινή μας παράσταση. Η μίξη αυτών των τριών διαφορετικών γραφών φαντάζει ίσως περίεργη. Οι δημιουργοί τους προέρχονται από τρεις τελείως διαφορετικές κουλτούρες και είναι εκπρόσωποι τριών διαφορετικών γενιών κωμικών με σχεδόν μισό αιώνα διαφορά ο ένας από τον άλλον. Κι όμως, διαβάζοντας τα μικρά διηγήματα του Τσέχοφ δεν μπορεί να μην έρθουν στο μυαλό σου εικόνες από τις ταινίες των Πάιθον και όταν βλέπεις τον «Παπαγάλο» των τελευταίων δεν μπορείς να μην ανατρέξεις στο κλασικό «το πουλί και το κλουβί» του Βάλεντιν. Έτσι λοιπόν, έστω κι αν διαφέρουν χρονικά και πολιτισμικά οι δημιουργοί, τα έργα τους συναντιώνται σε ένα ουδέτερο έδαφος. Ένα έδαφος διεθνές και διαχρονικό, αυτό της κωμωδίας. Όχι όμως μιας οποιασδήποτε κωμωδίας, αλλά μιας κωμωδίας που καταρρίπτει τις φόρμες, ανατρεπτική, σχεδόν παράλογη, που είναι δυνατόν τόσο να σε απελευθερώσει και να φέρει την κάθαρση, όσο και να σου κάψει ολοκληρωτικά τον εγκέφαλο.
Αυτό το εύφλεκτο υλικό τολμήσαμε να πάρουμε στα χέρια μας φέτος και ως μια επόμενη γενιά και εμείς κωμικών, μισό αιώνα περίπου μετά τους Πάιθον, να το παρουσιάσουμε μέσα από το πρίσμα της δικής μας ματιάς, ως ένα κωμικό μοντέλο, που επηρέασε κατά πολύ τη σκέψη και τη δημιουργικότητά μας.
Δραματοποιήσαμε τέσσερα διηγήματα του Τσέχοφ και πήραμε σκέτς από παραστάσεις του Βάλεντιν -κυρίως από το μεσοπόλεμο- και από το «ιπτάμενο τσίρκο» των Μόντυ Πάιθον. Χρησιμοποιήσαμε τις τεχνικές του αυτοσχεδιασμού, του κλόουν και της μάσκας και προσπαθήσαμε να αποδώσουμε την ουσία του πνεύματος του μουσικού αυτού και κωμικού θεάτρου που το λένε καμπαρέ.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”ΟΙΚΤΟΣ”, Δευτέρα 02/09/2019, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Οίκτος

του Μπάμπη Μακρίδη

Η νέα ταινία του Μπάμπη Μακρίδη μετά το «L», με συνσεναριογράφο τον ίδιο και τον Ευθύμη Φιλίππου και επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ του Σάντανς. Αποκλειστική έξοδος στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Όταν η συμφορά χτυπάει την πόρτα ενός μεσήλικα δικηγόρου, ο κοινωνικός του περίγυρος σπεύδει να του συμπαρασταθεί.

Αντλώντας ικανοποίηση από τη συμπόνοια, την ευγένεια και την προσοχή των συνανθρώπων του, δικηγόρος εθίζεται τόσο πολύ στον οίκτο τους, που δυστυχεί όταν είναι χαρούμενος και χαίρεται όταν είναι δυστυχισμένος. Δεν δέχεται τη δυστυχία των άλλων, παρά μόνο τη δική του.

Δεν είναι μυστικό, όλοι θέλουμε να αγαπηθούμε, όλοι θέλουμε να βρεθούμε στο κέντρο της προσοχής, όλοι χρειαζόμαστε μια ενθαρρυντική κουβέντα, ένα γλυκό βλέμμα, ένα κομμάτι κέικ, ένα χάδι, μια αγκαλιά. Κι αν οι περισσότεροι στις μέρες μας έχουν κόψει δρόμο στο κυνήγι της αποδοχής, της «αγάπης», του «μου αρέσεις», μέσω των social media, ο ήρωας της ταινίας του Μπάμπη Μακρίδη, πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα. Ζητάει τα likes του στην αληθινή ζωή.

Όταν η τύχη του τα προσφέρει με πικρό περιτύλιγμα -το ατύχημα που θα φέρει την γυναίκα του σε κώμα- θα αποδεχτεί την μοίρα του, αφού όπως ανακαλύπτει η επίγευση της δυστυχίας είναι γλυκιά. Είναι η γεύση της λύπης των γύρω του που μεταμορφώνεται σε συμπόνια προς αυτόν, του φρέσκου κέικ που ψήνει τακτικά για εκείνον η γειτόνισσά του. Μέχρι την στιγμή που η τύχη του θα αλλάξει κι ο ήρωας μας θα αντιληφθεί ότι μερικές φορές η δυστυχία δεν είναι καθόλου αυτό που φαντάζεσαι.

Υπάρχει φυσικά κάτι επώδυνα κωμικό στην ραχοκοκαλιά του «Οίκτου», όπως σε κάθε τι που τοποθετεί στο μικροσκόπιο την συμπεριφορά και την φύση μας, την ατελή ύπαρξή μας. Κι όπως καταλαβαίνεις γρήγορα, από την ανάγνωση της βασικής ιδέας της ταινίας, το γέλιο εδώ είναι πικρό, το χιούμορ βαθύ μαύρο. Κι όπως συμβαίνει και με την ίδια την ζωή, η καρδιά της χτυπά σχεδόν στον ρυθμό του παραλόγου.

Χτισμένη πάνω σε επαναλαμβανόμενες στιγμές, -την ίδια την ρουτίνα της καθημερινότητας- η ιστορία του «Οίκτου» χάνει στροφές στην περιδίνηση της γύρω από το κέντρο της, ταυτόχρονα με τον ήρωά της που μάταια προσπαθεί να κρατήσει μια αίσθηση κανονικότητας. Το ίδιο μάταιο θα είναι να δοκιμάσει να κατατάξει κανείς το φιλμ σε ένα συγκεκριμένο είδος αφού αυτό που κάνει καλύτερα είναι να αποδομεί τους κανόνες μιας σειράς διαφορετικών ειδών από το οικογενειακό μελόδραμα έως την μαύρη κωμωδία.

Κι αν για πολλούς θεατές η φόρμα στο «L» μπορεί να στεκόταν εμπόδιο στο να προσπελάσουν το φιλμ, εδώ η κινηματογραφική του γλώσσα, εξίσου σύνθετη κι ακριβής, δείχνει πιο ανοιχτή και «φιλική προς τον χρήστη». Την ίδια στιγμή, ακόμη κι αν ο «Οίκτος» πατά γερά πάνω σε ένα εξαιρετικό εύρημα και χτίζεται με λεπτομέρεια μοιάζει εκ φύσεως λιγότερο «περιπετειώδης», αν κι όχι λιγότερο απολαυστικός.

Με μια αποστασιοποιημένη ματιά που όπως και στο «L» βρίσκει την δική της συναισθηματική ηχώ, ο Μακρίδης μοιάζει την ίδια στιγμή να παρατηρεί τον δικηγόρο με την προσοχή που δίνει ένας ερευνητής στους μικροοργανισμούς στο τρυβλίο Πέτρι του, επιτρέποντάς σου όμως να κρυφοκοιτάξεις στην ψυχολογία του, να τον καταλάβεις κάτι στο οποίο βοηθά και η εύπλαστη υφή της ερμηνείας του Γιάννη Δρακόπουλου, ο οποίος ακόμη κι όταν ο χαρακτήρας του προβαίνει σε φρικτές πράξεις κατορθώνει να τον κάνει να μοιάζει ευάλωτος, ανθρώπινος.

Featured post

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΑΝΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ & ΣΤΟ ΒΟΞ – ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, ΠΑΡΚΟ ΦΑΛΗΡΟΥ, ΚΑΒΑΛΑ

ΟΙ ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΔΕ ΜΑΣ ΦΟΒΙΖΟΥΝ

ΜΑΣ ΕΞΟΡΓΙΖΟΥΝ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

TRANSITO, ΣΠΥΡΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 17, GARE, AΣΗΜΑΚΗ ΦΩΤΗΛΑ & ΣΤΟ Κ*ΒΟΞ ΠΟΥ ΔΕΧΘΗΚΕ ΕΠΙΘΕΣΗ ΑΠΟ ΜΠΑΤΣΟΥΣ

Featured post

Προβολή της ταινίας ”THE FAVOURITE”, Δευτέρα 26/8/2019, στις 21:30, στην κατάληψη Βύρωνος 3

Η Ευνοούμενη

The Favourite

του Γιώργου Λάνθιμου

Μία παραμορφωμένη, καυστική ματιά στην ιστορία της βρετανικής βασιλείας. Μία σαρκαστική διατριβή στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Αυτή είναι η πρώτη κωμωδία εποχής του Γιώργου Λάνθιμου. Και του πάει πολύ. Συμφωνεί και η Ακαδημία: 10 οσκαρικές υποψηφιότητες, ανάμεσα στις οποίες αυτή για καλύτερη ταινία και σκηνοθεσία

H Βασίλισσα Άννα υπήρξε η πρώτη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας (του Ηνωμένου Βασιλείου Αγγλίας, Σκωτίας, Ιρλανδίας) στις αρχές του 18ου αιώνα. Έχοντας πάντα πολύ εύθραυστη σωματική και ψυχική υγεία, μετά από 17 εγκυμοσύνες που κατέληξαν σε αποβολές και τον πρόωρο θάνατο του συζύγου της, η Άννα κατέληξε από τα 30 της χρόνια γερασμένη, κακοφορμισμένη (ακόμα και ιστορικές πηγές την αποκαλούν «χοντρή κι άσχημη»), εξαιρετικά ανασφαλής και μόνη. Η σωματική της φθορά τής προκάλεσε μεγάλη ανασφάλεια και την έκανε ιδιαίτερα ευάλωτη στους κύκλους του παλατιού. Η εξουσία έλκει καλοθελητές και η Βασίλισσα Άννα πάντα επηρεαζόταν από τους αυλοκόλακές της. Τους, κατά περιόδους, «ευνοούμενούς» της. Μία ισχυρή τέτοια φιγούρα ήταν αυτή της Σάρα Τσόρτσιλ, Δούκισσας του Μπάρλμπορο, επιστήθιας φίλης και ανεπίσημης πολιτικής συμβούλου της Βασίλισσας. Γνωρίζοντας πολύ καλά τις αδυναμίες, τα μυστικά και τα πάθη της Αννας, η Δούκισσα κρατούσε με μαεστρία και υστεροβουλία τα κλειδιά της κρεβατοκάμαρας και της καρδιάς της. Μέχρι που στο παλάτι καταφθάνει η Αμπιγκεϊλ, μακρινή της ξαδέλφη, μία ξεπεσμένη νεαρή αριστοκράτισσα με δαιμόνιο μυαλό και φιλόδοξα σχέδια. Και τότε ξεκινά ένα παιχνίδι γάτας-ποντικιού: οι δύο γυναίκες βουτούν σε μία παραπολιτική, σκοτεινή κόντρα για την αγάπη και την εύνοια της Αννας, χωρίς φραγμούς, χωρίς όρια, χωρίς έλεος. Ποια θα κερδίσει τον τίτλο της «Ευνοούμενης» της Βασίλισσας;

Μία ιστορία χωρίς φραγμούς, χωρίς όρια και χωρίς έλεος είναι σίγουρα μία ιστορία που ανήκει στο κινηματογραφικό σύμπαν του Γιώργου Λάνθιμου. Κι όμως: για πρώτη φορά ο ίδιος δεν συνυπογράφει το σενάριο (τουλάχιστον επισήμως) και, επίσης, δεν συνεργάζεται με τον μέχρι τώρα πιστό του σεναριογράφο, Ευθύμη Φιλίππου.

Με την «Ευνοούμενη», ο Λάνθιμος βασίζεται στο βλέμμα των σεναριογράφων Ντέμπορα Ντέιβις και Τόνι ΜακΝαμάρα για να σκηνοθετήσει μία «πειραγμένη» ταινία εποχής – μία πανέξυπνη, καυστική και σε στιγμές γκροτέσκ κωμωδία για τις ανασφάλειες της ανθρώπινης φύσης, το ανελέητο κυνήγι της εξουσίας, και το πώς όλα αυτά ερωτοτροπούν σ’ έναν αέναο φαύλο κύκλο μηχανορραφίας και χυδαιότητας. Αλλά και γέλιου. Γιατί υπάρχει κάτι σκοτεινά κωμικό στην αμετροέπεια της εξουσίας. Κάτι τραγικά γελοίο στα όρια όπου φτάνει ο άνθρωπος για να νικήσει τον ανταγωνισμό. Κάτι θλιμμένα σαρκαστικό στην ανάγκη όλων μας για αποδοχή, εκτίμηση, αγάπη.

Μετά το «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού», είναι προφανές ότι ο Λάνθιμος ξεφεύγει από τη φόρμα με την οποία μάς πρωτοσυστήθηκε. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι το σινεμά του σταματά να είναι «weird» και μοναδικό, η υπογραφή του σαφής και ξεκάθαρη. Όμως, ο ίδιος τολμά και εξελίσσεται. Ο φακός του ανοίγει (εδώ και κυριολεκτικά με εκτενή χρήση ευρυγώνιων, fish-bowl πλάνων), η κινηματογραφική του γλώσσα χαλαρώνει, ρισκάρει με σλάπστικ χιούμορ, παίζει με τη χρήση του ήχου και της μουσικής. Ναι, οι ιστορίες του παραμένουν σκοτεινές και δυσοίωνες, αλλά ταυτόχρονα μεταμορφώνονται σε κάτι πιο ανοιχτό, περισσότερο οικείο, πολύ πιο φιλόξενο για το ευρύ κοινό. Ακόμα και η ανατομία που κάνει στην ανθρώπινη φύση, τώρα μοιάζει πιο ώριμη, πιο ενήλικη – αν συγκρίναμε την εκκίνηση της καριέρας του με Τρίερ και Χάνεκε, η «Ευνοούμενη» παραπέμπει, σαφέστατα, σε Κιούμπρικ. Προσέξτε, για παράδειγμα, τι κάνει με τη γεωμετρία των χώρων. Τεράστια παλάτια, πελώρια δωμάτια, ελάχιστοι οι ευνοούμενοι που τα κατοικούν – μία σαφής τοποθέτηση της κάμερας απέναντι στον παραλογισμό του 1% της εξουσίας.

Ναι, μπορεί σε άλλες ταινίες να ψάχνουμε την καρδιά, στο σινεμά του Λάνθιμου όμως υπερισχύει πάντα ο εγκέφαλος. Η «Ευνοούμενη» είναι ευφυέστατα σχεδιασμένη – σαν μία παρτίδα σκάκι όπου η Βασίλισσα και οι δύο θηλυκοί αξιωματικοί της θα μας παρασύρουν στο σασπένς του τελικού ματ. Εκείνος είναι ο Βασιλιάς (και το δικό του χέρι μετακινεί τα πιόνια), όμως, σε μια εποχή όπου συνδιαλεγόμαστε για κινηματογραφικό φεμινισμό, ο Λάνθιμος κάνει την πιο φεμινιστική τοποθέτηση από όλους: δεν χαρίζεται στις γυναίκες του, δεν τις καλοπιάνει, αλλά τις τοποθετεί στο κέντρο του φακού του και τις εμπιστεύεται να μας πουν οι ίδιες την ιστορία τους. Αυτόφωτα γοητευτικές – σύνθετες, σαρδόνιες, υπέροχες, απεχθείς, εύθραυστες, απάνθρωπες, ανελέητες, πονεμένες, εφιαλτικές, larger-than-life. Αστείες.

Η Εμα Στόουν είναι υπέροχη σ’ έναν ρισκέ ρόλο που τη θέλει πολύ διαφορετική, τσαλακωμένη, τολμηρά «βρώμικη». Η Ρέιτσελ Βάις στέκεται ισοδύναμα δίπλα της και παραδίδει μία κόντρα-ερμηνεία από τον «Αστακό» – βγάζει μία «αρσενική» σχεδόν ενέργεια, μία σατανικά δυναμική περσόνα, έναν πρωτοφανή τσαμπουκά. Η συγκλονιστική ηθοποιός της ταινίας όμως (δίκαια τα περισσότερα μέχρι στιγμής βραβεία και μακάρι και το Οσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου) είναι αναμφίβολα η Ολίβια Κόλμαν. Ερμηνεύει τη Βασίλισσα Αννα με μία αφοπλιστική γκάμα εκφραστικών μέσων: τη γυναικεία ανασφάλεια, την ασχήμια, την αρρώστια με μια αξιολάτρευτη παιδικότητα. Τη ζήλια, την τοξικότητα, την κατάχρηση εξουσίας, με αφοπλιστική κακία. Μία γυναίκα που μπορεί να κλάψει ή να σε αποκεφαλίσει με το ίδιο βλέμμα.

Μία παραμορφωμένη καυστική ματιά στην ιστορία της βρετανικής βασιλείας – στα καπρίτσια των λίγων και την επιρροή τους στο μέλλον των λαών. Μία σαρκαστική διατριβή στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Μαθήματα βρετανικής ιστορίας με μία «Όλα για την Εύα» διάσταση – αυτή είναι η πρώτη κωμωδία εποχής του Γιώργου Λάνθιμου. Και του πάει πολύ.

Featured post

Προβολή της ταινίας ” VICE ”, Δευτέρα 19/08/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία

Δυο χρόνια μετά το οσκαρικό «The Big Short», ο Ανταμ ΜακΚέι επιστρέφει με μια ακόμα σκληρή κριτική της σύγχρονης Αμερικής, ντυμένη ως σάτιρα. Τόσο δεξιοτεχνικά και πλουμιστά, ωστόσο, διατυπώνει ο ΜακΚέι τα σχόλιά του, που καταλήγει έκδηλα χειριστικός.

Αντικείμενο της ταινίας είναι ο Ντικ Τσένεϊ, ο Αντιπρόεδρος της Αμερικής επί Προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου, ο πιο μυστικοπαθής, αφανής σχεδόν, κυρίαρχος εκπρόσωπος του αμερικανικού μιλιταρισμού, ο κατά βάση υπαίτιος του πολέμου με το Ιράκ, με κύριο κίνητρο τον προσωπικό του πλούτο. Η ταινία πιάνει τον Τσένεϊ από την εποχή που δεν ήταν παρά ένας αχαΐρευτος φοιτητής, με αγάπη στο αλκοόλ, το ψάρεμα και τη ρέκλα, μέχρι που, με την εκβιαστική παραίνεση της κοπέλας/συζύγου του, Λιν, μαθητεύει δίπλα στον Ντόναλντ Ράμσφελντ και, προοδευτικά, αναδεικνύεται ως καταλύτης της βίαιης κυριαρχίας της ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης Μπους και, ως τέτοιος, καταποντίζεται – και πάλι μάλλον σιωπηλά σε σχέση με την κομβική σημασία του.

Το γεγονός ότι τα συμβάντα που περιγράφει, γλαφυρότατα και πικρά κωμικά, η ταινία, είναι λίγο-πολύ γνωστά στο ενημερωμένο κοινό δεν τα κάνει λιγότερο σοκαριστικά, ιδωμένα μάλιστα στο πλαίσιο της διαφθοράς της εξουσίας παντού και όχι μόνο στην Αμερική. Ακόμα πιο καθηλωτική είναι η διαπίστωση της μεγάλης πολιτικής ματαιότητας, της ιδέας ότι οι μέγιστες καταστροφές και απώλειες, σε περιουσίες, δικαιώματα ή σε ανθρώπινες ζωές, η τρομοκρατία, τα βασανιστήρια, ό,τι πιο επαίσχυντο έχουν εφαρμόσει οι ισχυρές κυβερνήσεις, συχνά προκύπτουν από τυχαία συμβάντα, από συμπτώσεις, ευνοημένες από ανθρώπους-κλειδιά με μικρά, ατομικά κίνητρα.

Περιστοιχισμένος από δευτεραγωνιστές στις καλύτερες στιγμές τους, από τον πνευματώδη Στιβ Καρέλ ως Ντόναλντ Ράμσφελντ, ως τη μεταμορφωμένη Εϊμι Ανταμς στο ρόλο της ευνουχιστικής Λιν, ο Κρίστιαν Μπέιλ χτίζει μια εντυπωσιακή ερμηνεία, που με άνεση υπερβαίνει τις ομοιότητες στις μανιέρες και το βαρύ κορμί του Τσένεϊ: το σαρδόνιο, αυτάρεσκο κι ελαφρά ανόητο χαμόγελο του ήρωά του, θα τον οδηγήσει κατ’ ευθείαν στην οσκαρική κούρσα.

Ολο αυτό, όμως, το συναρπαστικό υλικό, ο ΜακΚέι επιλέγει να το υπογραμμίσει και να το φορτώσει επεξηγήσεις, με τον ευρηματικό τρόπο που χρησιμοποιούσε στο «The Big Short», μόνο ακόμα εντονότερα. Η ταινία που ξεκινά τόσο διασκεδαστικά όσο και κατάμαυρα, γίνεται σταδιακά ένα παιχνίδι ικανοτήτων που συναγωνίζεται τον εαυτό του.

Το «Vice» δεν αρκείται σ’ ένα γρήγορο ρυθμό, κυνηγά ένα γιγαντιαίο πληθωρισμό, με μια ροπή στο εξυπνακίστικο και στο διδακτικό, καθώς ο ΜακΚέι χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα, εναλλασσόμενα φορμά, χειριστικό μοντάζ, έναν αινιγματικό αφηγητή, ήρωες που μιλούν στην κάμερα, ή που υπονομεύουν τη σύμβαση της ταινίας, έναν ασταμάτητο σκηνοθετικό σχολιασμό της δράσης και της ιδεολογίας, που ειρωνεύεται όχι μόνο τον Τσένεϊ, αλλά και τον θεατή. Σίγουρος ότι γνωρίζει το «καλύτερο κόλπο», ότι είναι προικισμένος με το διαβρωτικότερο χιούμορ, ο ΜακΚέι ντύνει την ταινία του μ’ έναν υπεροπτικό σαρκασμό που, αντανακλαστικά και μόνο, σε κάνει, έστω κι αν συμφωνείς απόλυτα μαζί του, να λαχταράς να του φέρεις αντιρρήσεις.

Featured post

ΣΥΝ Ε ΦΟ (συνέλευση ενάντια στις φόλες) δράσεις ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2019 ΚΑΒΑΛΑ

Αύγουστος 2019, η συνέλευση ενάντια στις φόλες, πραγματοποίησε εξορμήσεις σε περιοχές της Καβάλας, Καλαμίτσα – Χωράφα – Δεξαμενή/Θεσσαλονίκης που έχουν σημειωθεί επανειλημμένα κρούσματα φόλας αδέσποτων και κατοικίδιων ζώων.

Ο βασανισμός τους αποτελεί πλέον καθημερινό φαινόμενο στην πόλη της Καβάλας, νομιμοποιώντας την κακοποίηση των τετράποδων φίλων μας.

Επιλέγουμε με τη φυσική μας παρουσία να διαμαρτυρόμαστε στις περιοχές που έχουν σημειωθεί τα κρούσματα φόλας, ενημερώνοντας τους πολίτες των περιοχών αυτών για τα κτήνη που ζουν ανάμεσά μας.

Η αντανάκλαση του πολιτισμού αυτής της πόλης, διαμορφώνεται μέσα από την ανοχή των βασανισμών και την ατιμωρησία των βασανιστών.

Γιατί έτσι είσαστε οι ευσυνείδητοι πολίτες, σκοτώνετε ότι δεν σας κάνει!

Featured post

Πανό Αλληλεγγύης στο Πάρκο Φαλήρου, Καβάλα

Φωτιά σε Όλα τα Κελιά 
Τοποθετήσαμε Πανό στο πάρκο Φαλήρου ως ένδειξη αλληλεγύης στους 3 συντρόφους που συνελήφθησαν στο Αμβούργο της Γερμανίας.
Ακόμη δύο πανό τοποθετήθηκαν στο ίδιο σημείο, το πρώτο ως ένδειξη αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες με το σύνΘημα Αλληλεγύη στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. 
Το δεύτερο πανό με το σύνθημα ΜΠΑΤΣΟΙ, ΔΙΚΑΣΤΕΣ, ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΓΟ ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΤΕ ΗΣΥΧΟΙ αναρτήθηκε με αφορμή την αποφυλάκιση του δολοφόνου του Α. Γρηγορόπουλου, Ε. Κορκονέα την 31η Ιουλίου. ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΥΛΑΕΙ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΖΗΤΑΕΙ.

–Αλληλεγγύη με τους 3 απ’ το Παγκάκι του Πάρκου
Πηγή ελληνικής μετάφρασης: Ragnarok
Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 8ης Ιούλη 2019, τρεις απ’ τους φίλους και συντρόφους μας συνελήφθησαν και, έπειτα από αυτό, έγινε έρευνα σε διάφορα διαμερίσματα. Έπειτα απ’ την ανάκριση στα κρατητήρια, δύο απ’ αυτούς βρίσκονται προφυλακισθέντες, και το τρίτο άτομο αφέθηκε με περιοριστικούς όρους. Σύμφωνα με τον Τύπο, κατηγορούνται για προετοιμασία εμπρηστικής επίθεσης που συνδέεται με την επέτειο των συγκρούσεων ενάντια στη σύνοδο του G20 στο Αμβούργο το 2017.
Ας τους δείξουμε την αλληλεγγύη μας, και ότι δεν είναι μόνοι τους!
Αν θέλετε τους γράψετε κάτι, μπορείτε να στείλετε γράμματα:
Libertäres Zentrum
Karolinenstraße 42 (Hinterhaus)
20357 Hamburg
Λέξη-κλειδί: “Die Drei von der Parkbank”
Έχουμε οργή!
Είτε αθώοι είτε ένοχοι, αλληλεγγύη με όσες επηρεάζονται απ’ την καταστολή!
Λευτεριά σε όλους τους κρατούμενος!
Οι πύρινες καρδιές δεν μπορούν να φυλακιστούν!

Englisch:
Fire to all Prisons
In solidarity with the “3 von der Parkbank”, who were arrested in Hamburg, we hung a banner at the central park of Kavala (Faliro)!

Another banner is meant to express our solidarity with the refugees. (“Solidarity with Refugees and Migrants”)
The third banner (“Cops, Judges & Prosecutors – You Will Never Sleep in Peace”) is intended to show our contempt for the murderer of Alexis Grigoropoulos, E. Korkoneas, who was released on 31 July. “To aima killaei, ekdikisi zitaei” – When blood flows, it screams for revenge!

–Solidarity with the 3 of the park bench!
On the night of July 8, 2019, three of our friends and comrades were arrested, and then various homes were searched. After questioning in the detention centers, two of them are in custody and the third person has been released under restrictive conditions. According to the press, they are accused of having prepared an arson attack in connection with the anniversary of the collision against the G20 summit in Hamburg in 2017.
Let’s show our solidarity and that you are not alone!
If you want to write to them, you can send letters to the following address:
Libertarian center
Karolinenstrasse 42 (rear building)
20357 Hamburg
Keyword: “The three of the park bench”

We are angry!
Whether innocent or guilty, solidarity with those affected!
Freedom for all prisoners!
The fiery hearts can not be locked up!

Deutsch:
Feuer allen Knästen
In Solidarität mit den “3 von der Parkbank”, die in Hamburg festgenommen wurden, haben wir ein Banner am zentralen Park von Kavala (Faliro) aufgehängt!

Ein weiteres Banner soll unsere Solidarität mit den Geflüchteten ausdrücken. (“Solidarität mit den Geflüchteten und Migrant*innen”)
Das dritte Transparent (“Bullen, Richter & Staatsanwälte – Ihr werdet niemals in Ruhe schlafen können”) soll unsere Verachtung gegenüber dem Mörder von Alexis Grigoropoulos, E. Korkoneas, der am 31. Juli aus der Haft freigelassen wurde, zeigen. “To aima killaei, ekdikisi zitaei” – Wenn Blut fließt, schreit es nach Rache!

–Solidarität mit den 3 von der Parkbank!
In der Nacht zum 8. Juli 2019 wurden drei unserer Freunde und Kameraden festgenommen und anschließend verschiedene Wohnungen durchsucht. Nach einer Befragung in den Haftanstalten sind zwei von ihnen in Gewahrsam und die dritte Person wurde zu restriktiven Bedingungen freigelassen. Der Presse zufolge wird ihnen vorgeworfen, einen Brandanschlag im Zusammenhang mit dem Jahrestag des Zusammenstoßes gegen den G20-Gipfel in Hamburg im Jahr 2017 vorbereitet zu haben.
Zeigen wir ihnen unsere Solidarität und dass sie nicht allein sind!
Wenn ihr ihnen schreiben möchtet, könnt ihr Briefe an folgende Adresse schicken:
Libertäres Zentrum
Karolinenstraße 42 (Hinterhaus)
20357 Hamburg
Schlagwort: „Die drei von der Parkbank“

Wir sind sauer!
Ob unschuldig oder schuldig, Solidarität mit den Betroffenen!
Freiheit für alle Gefangenen!
Die feurigen Herzen können nicht eingesperrt werden!

Featured post

COSMOPOLIS ethnic υποκρισία

Για μία ακόμη χρονιά, η Διοίκηση του Δήμου Καβάλας επέλεξε να κρύψει πίσω από τη δήθεν πολυπολιτισμική ταυτότητα του φεστιβάλ Cosmopolis τις πραγματικές της διαθέσεις : τη δημιουργία συνθηκών πλήρους απομόνωσης και περιθωριοποίησης των προσφύγων που φιλοξενούνται στην πόλη μας.Για να ξεσκεπάσουμε αυτή την υποκρισία, μοιράσαμε την πρώτη ημέρα του φεστιβάλ στον δρόμο των περιπτέρων και στο Κάστρο, όπου έγιναν οι συναυλίες, το κείμενο που ακολουθεί.Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πολύ θετική, το κείμενο προκάλεσε ερωτήσεις και ευρύτερες συζητήσεις. Ήταν και για μας ευχάριστη έκπληξη το ενδιαφέρον, η αποδοχή, τα χαμόγελα ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών, κατοίκων της Καβάλας και επισκεπτών.Είναι σίγουρο ότι το κείμενο αυτό έφτασε στα τοπικά Μ.Μ.Ε. και βεβαίως αποσιωπήθηκε.Υπήρξαν και μεμονωμένες αντιδράσεις εργαζομένων και στελεχών της διοργανώτριας Δημωφέλειας με αλληλοκατηγορίες μεταξύ τους για το ότι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν το μοίρασμα στους χώρους του φεστιβάλ.Θα συνεχίσουμε με κάθε τρόπο τις προσπάθειές μας να “σπάσουμε” την απομόνωση των προσφύγων, μέχρι η αλληλεγγύη να αποκτήσει αληθινό νόημα στην καθημερινότητα όλων μας.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”EL ANGEL”, Δευτέρα 29/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Κάννες 2018: Το «El Angel» του Λουίς Ορτέγκα κάνει το έγκλημα μια φωτογενή υπόθεση

Βασισμένη σε μια αληθινή ιστορία, με τον Πέδρο Αλμοδόβαρ στην παραγωγή, η ταινία του Αργεντίνου σκηνοθέτη προβάλλεται στο Un Certain Regard.

Ο Κάρλος Ρομπλέδο Πουχ είναι ένας από τους διασημότερους εγκληματίες της Αργεντινής, ο οποίος ακόμη και σήμερα βρίσκεται στη φυλακή, περισσότερα από 45 χρόνια μετά, για μια σειρά από εγκλήματα που περιλαμβάνουν ληστείες, φόνους, απαγωγή και βιασμούς μετά φόνων. Ξεκινώντας της καριέρα του σε εξαιρετικά νεαρή ηλικία και προικισμένος με ένα εξαιρετικά όμορφο πρόσωπο, συνελήφθη σε ηλικία 20 ετών και χαρακτηρίστηκε από τον τύπο «Μαύρος Άγγελος» ή «Άγγελος του Θανάτου»

Στην ταινία του Ορτέγκα, δανείζεται το πρόσωπο του Λορέντζο Φέρο ενός νεαρού ηθοποιού με πορσελάνινο πρόσωπο κερασένια χείλη και ξανθά κατσαρά μαλλιά. «Μοιάζεις με την Μέριλιν Μονρόε» του λέει ο συνεργάτης του –και αντικείμενο ενός ανέκφραστου πόθου- όταν σε μια ληστεία ενός κοσμηματοπωλείου θα κοιταχτεί στον καθρέφτη φορώντας ένα ζευγάρι ακριβά σκουλαρίκια. «Είμαστε σαν την Εβίτα και τον Χουάν Περόν» θα απαντήσει εκείνος.

Το φιλμ θα εξιστορήσει την εγκληματική του καριέρα με προσοχή στην ανασύσταση της εποχής στις λεπτομέρειες των γεγονότων, αλλά όχι και όσο θα περίμενε κανείς στην εμβάθυνση των χαρακτήρων. Ο Ορτέγκα δεν ενδιαφέρεται να αναζητήσει τα κίνητρα ή της αιτίες των πράξεων του Πουχ, απλά μοιάζει να απολαμβάνει κι ο ίδιος την κινηματογράφηση τους όσο κι εκείνος την διάπραξή τους.


Το σινεμά δεν είναι βεβαίως απαραίτητο να παίζει τον ρόλο ενός ψυχαναλυτικού εργαλείου ή να βγάζει συμπεράσματα για λογαριασμό του θεατή, όμως θα περίμενε κανείς μια πιο διαπεραστική ματιά από μια ταινία σε μια τόσο σύνθετη προσωπικότητα.

Εν τούτοις δεν μπορείς να αρνηθείς ότι το «El Angel» είναι μια από εκείνες τις ταινίες που βλέπονται απολαυστικά σκηνοθετημένη με ρυθμό και με ένα σενάριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Η ιστορία του Πουχ άλλωστε είναι από μόνη της εξαιρετικά κινηματογραφική. Ο ίδιος είχε κάποτε δηλώσει πως θα ήθελε η ζωή του να γίνει ταινία από τον Κουέντιν Ταραντίνο με πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο ντι Κάπριο κι ακόμη κι αν αυτή δεν είναι εκείνη η ταινία που θα ήθελε, φανταζόμαστε ότι θα την βρει όσο πρέπει του γούστου του.

Featured post

Βιβλιοπαρουσίαση – Συζήτηση ”ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, προφίλ από τη Βοσνία 1995-96”, στην κατάληψη Βύρωνος 3, Παρασκευή 26/07/2019, στις 21:30

Βιβλιοπαρουσίαση – Συζήτηση


Τέλος Πολέμου, προφίλ από τη Βοσνία 1995-96


Joe Sacco, εκδόσεις «Κινηματικό Αρχείο Ιωαννίνων», 2019


Tο τρίτο και τελευταίο έργο του διεθνούς φήμης κομίστα Joe Sacco για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Το κόμικ «σκιαγραφεί» δύο ιστορίες. Η πρώτη αφορά το Σόμπα, ένα Βόσνιο καλλιτέχνη που προσπαθεί να προβάρει με την μπάντα του, όσο οι εξελίξεις «τρέχουν» στο μέτωπο και στην πόλη του Σαράγεβο στο τέλος του πολέμου. Ενώ η δεύτερη με το εθνικιστή-φασίστα Ράντοβαν Κάρατζιτς. Άραγε, πως είναι να περνάς Χριστούγεννα με τον ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας, σύμμαχο του ελληνικού εθνικού κορμού στα σχέδια για αναδιάταξη του χάρτη των Βαλκανίων, ο οποίος έχει διακηρύξει ανοιχτά την πρόθεση του να προσαρτήσει μια «καθαρή εθνικά» Βοσνία στην αγκαλιά της μαμάς Σερβίας;


Η έκδοση στοχεύει τόσο στη διατήρηση της μνήμης για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον των μουσουλμάνων της Βοσνίας, όσο και στη στήριξη των ολικών αρνητών στράτευσης με πολίτικους και υλικούς όρους.

Featured post

Προβολή του ντοκιμαντέρ ”I AM NOT YOUR NEGRO”, Δευτέρα 22/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Δεν Είμαι ο Νέγρος Σου

I Am Not Your Negro

του Ραούλ Πεκ

Συνοδεύοντας τα αυθεντικά λόγια του Τζέιμς Μπάλντουιν, κορυφαίου συγγραφέα, λόγιου και ουσιαστικού ακτιβιστή της εικόνας και της ζωής των μαύρων στην Αμερική, με ανατριχιαστικά καίριες εικόνες αρχείου από το παρελθόν αλλά και το παρόν, το ντοκιμαντέρ του Ραούλ Πεκ αποκαλύπτει πως η ανάγκη για φυλετική και κοινωνική ισότητα παραμένει πιο επιτακτική από ποτέ. Υποψήφιο για Όσκαρ Ντοκιμαντέρ 2017.

Το 1979, ο Τζέιμς Μπάλντουιν έγραψε σημείωμα στον λογοτεχνικό του πράκτορα παρουσιάζοντας το επόμενο βιβλίο που σκόπευε να γράψει. Θα αφορούσε τη ζωή, το έργο και τις διαδοχικές δολοφονίες τριών από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους: του Μέντγκαρ Ίβερς, του Μάλκολμ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μέχρι τον θάνατο του Μπάλντουιν το 1987, μόλις τριάντα χειρόγραφες σελίδες είχαν ετοιμαστεί, λέξεις θεωρητικά μιας άλλης εποχής που στόχο είχαν να αναδείξουν την κληρονομιά αυτών των τριών προσωπικοτήτων και να την εντάξουν στο γενικότερο πλαίσιο της αυτονόητης (όχι για όλους) συζήτησης περί ίσης μεταχείρισης των μαύρων στην εκπαίδευση, την εργασία και όλες τις υπόλοιπες πτυχές της (ηθικής και ελεύθερης) Αμερικανικής κοινωνίας.

Αυτό που κάνει ο Ραούλ Πεκ είναι να πάρει τα ίδια τα λόγια του Μπάλντουιν, είτε από τις σημειώσεις και τα βιβλία του, είτε από τις δημόσιες εμφανίσεις του, και να τα διανθίσει με εικόνες από το παρελθόν, από την φωτογραφία της νεαρής Ντόροθι Κάουντς που λοιδορείται από ένα λευκό πλήθος στο δρόμο της για την πρώτη μέρα στο σχολείο (γεγονός που έδωσε και την αφορμή στον Μπάλντουιν να επιστρέψει από το Παρίσι όπου είχε καταφύγει προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής) μέχρι τα αποσπάσματα από Χολιγουντιανές ταινίες που παρουσιάζουν την «λευκή» οπτική απέναντι στην παρουσία των μαύρων πολιτών, αλλά και, απρόσμενα, από το παρόν, αναδεικνύοντας την διαχρονική αξία των λόγων του Μπάλντουιν και την επιτακτική ισχύ της ρητορικής του.

Ο Μπάλντουιν είναι ουσιαστικά και σεναριογράφος (κυριολεκτικά, αυτός είναι ο μόνος που λαμβάνει σεναριακού credit στο ντοκιμαντέρ) και πρωταγωνιστής του «I am not your Negro», γεμίζοντας με ενέργεια κάθε φορά που εμφανίζεται την οθόνη με την οξυδέρκεια των λεγόμενών του, το πάθος και την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, είτε απέναντι σε λευκούς παρουσιαστές που δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται πλήρως τον φαινομενικά ακτιβιστικό αλλά ουσιαστικά ουμανιστικό λόγο του (ένα μεγάλο μέρος του αρχειακού υλικού προέρχεται από το talk show του Ντικ Καβέτ), είτε απέναντι σε Πανεπιστημιακούς που αφελώς αναρωτιούνται γιατί «πρέπει όλα να ανάγονται σε φυλετική βάση», είτε μπροστά σε ένα λευκό, ακαδημαϊκό, βρετανικό ακροατήριο που τον χειροκροτεί.

Ακόμα και όταν ο Μπάλντουιν δεν βρίσκεται μπροστά από την κάμερα, τα λόγια του διατηρούν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο, ερμηνευμένα από την φωνή του Σάμιουελ Τζάκσον, που γνωρίζει πώς να τους προσδώσει την βαρύτητα που τους αρμόζει. Εξετάζοντας το δικό του μερίδιο ευθύνης για αντίδραση απέναντι στην κοινωνική αδικία, την εικόνα των Αμερικανών ηρώων που η καλλιέργησε ολόκληρη κουλτούρα της διασκέδασης, την άνοδο των μαύρων ως ένα καταναλωτικό πλέον κοινό και αναδεικνύοντας την αντίφαση σε σύγκριση με την όχι και τόσο μακρινή σκλαβιά τους, η ρητορική του Μπάλντουιν έχει όλη τη διαύγεια ενός διανοούμενου και τον ρεαλισμό ενός κοινού ανθρώπου, ικανή να επικεντρώνεται χωρίς περιστροφές στην ουσία του προβλήματος.

Αυτό όμως που κάνει την διαφορά, είναι η απρόσμενη αλλά απόλυτα λογική αναγωγή των λεγόμενων του Μπάλντουιν στο παρόν. Τα τραγικά γεγονότα στο Φέργκιουσον, οι εικόνες από την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα (οι οποίες ειρωνικά συνοδεύουν την – ακούσια συγκαταβατική – πρόταση ότι τα επόμενα σαράντα χρόνια, η Αμερική μπορεί να δει τον πρώτο της μαύρο πρόεδρο) και οι πορείες για το Black Lives Matter εντάσσονται αρμονικά στην αποτύπωση μιας ταραχώδους πραγματικότητας που δε δείχνει να έχει αλλάξει και πολύ στα χρόνια που μεσολάβησαν. Ο Πεκ παίζει με την εικόνα (χρωματίζοντας ασπρόμαυρες εικόνες ή, αντιθέτως, αποχρωματίζοντας σύγχρονες λήψεις) για να δημιουργήσει μια άχρονη αίσθηση που έχει αναμφισβήτητη δύναμη, ικανή να του συγχωρήσει μερικές άστοχες οπτικοποιήσεις των λόγων του Μπάλντουιν, όπως όταν επιλέγει να συνοδεύσει το «προσπαθούν να μας πείσουν ότι το Μπέρμιγχαμ βρίσκεται στον Άρη» με… κυριολεκτικά πλάνα από τον κόκκινο πλανήτη.

Η αφήγηση που δομεί ο Πεκ δεν περιορίζεται μόνο στην ιστορική εικονογραφία. Δανείζεται επιπλέον εικόνες από τα δελτία ειδήσεων, από τον κινηματογράφο, από την reality τηλεόραση, από όπου μπορεί να λάβει κανείς στοιχεία για να δομήσει την εικόνα που έχει καταγραφεί στη συλλογική «λευκή» μνήμη για το πώς είναι η ζωή ενός έγχρωμου πολίτη στην Αμερική κυρίως απέναντι σε μια λευκή αθωότητα και, κατ’ επέκταση, δήλωση ανωτερότητας. Από τον ερωτισμό του Σίντνεϊ Πουατιέ στο «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει το βράδυ» του Κράμερ και τον «King Kong» των Σόντσακ και Κούπερ μέχρι το «Dance, Fools, Dance» του Μπόμοντ και τον «Ελέφαντα» του Γκας Βαν Σαντ (χωρίς να αγνοεί τον Τζον Φορντ και την, ούτε λίγο ούτε πολύ, όμοια μεταχείριση των Ινδιάνων στον κινηματογράφο), ο Πεκ απομονώνει όλα όσα χρειάζονται για να υπογραμμίσει ότι το πρόβλημα ξεπερνά το προφανές, έχοντας δημιουργήσει πλέον μια στέρεα εικόνα στο συλλογικό υποσυνείδητο.

Για αυτό και το «I am not your Negro» αφορά εξίσου το τώρα όσο και το τότε. Για αυτό και αποτελεί το ίδιο μια αντισυμβατική βιογραφία του Μπάλντουιν (αν και αγνοεί – πέρα από φευγαλέες αναφορές από τα αρχεία του FBI – κρίσιμες παραμέτρους της ζωής του, όπως το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλος τον είχε φέρει σε αντιπαράθεση με τους Μαύρους Πάνθηρες) όσο και μια συναισθηματική κατάθεση του Πεκ σχετικά με τους αγώνες και την κληρονομιά των δικών του (ή μήπως όλων μας) ανθρώπων. Για αυτό και αποτελείται τόσο από ερωτήσεις, όσο και από (αυτονόητες αλλά όχι ακόμα κοινώς αποδεκτές) απαντήσεις. Ουσιαστικά αυτό που καταφέρνει ο Πεκ είναι να εντοπίσει τις ρωγμές της Δυτικής κοινωνίας και όλες τις φυλετικές, ταξικές και κοινωνικές διακρίσεις που έχουν καταφέρει να παρεισφρήσουν και, ενδεχομένως, να τονώσουν τις δομές της. Το μόνο που χρειάζεται, όπως και χρειαζόταν εδώ και τόσα χρόνια, είναι να τον ακούσουμε.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”SHOPLIFTERS”, Δευτέρα 15/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

Κλέφτες Καταστημάτων

Shoplifters

του Χιροκάζου Κόρε-Εντα

Με μία ψιθυριστή, μικρή ταινία με τεράστια καρδιά, ο Ιάπωνας ουμανιστής σκηνοθέτης παρουσιάζει μία άλλη όψη των κλεμμένων στιγμών στη ζωή και στο σινεμά. Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Κανών, επίσημη υποβολή της Ιαπωνίας για τα Όσκαρ.

Ένα παγερό χειμωνιάτικο βράδυ ο Οσάμου με τον μικρό του γιο Σότα μπαίνουν στο τοπικό σούπερ μάρκετ για να ακολουθήσουν τη συνηθισμένη τους ρουτίνα. Να κλέψουν τις προμήθειες της μέρας – ήρεμα, αποφασιστικά, χορογραφημένα. Στο δρόμο για το σπίτι όμως (μία παράγκα σε φτωχική συνοικία του Τόκιο) περνούν από τις εργατικές κατοικίες, όπου στο μπαλκόνι συναντούν το ίδιο θέαμα όπως κάθε βράδυ: ένα τετράχρονο κοριτσάκι που οι γονείς του το αφήνουν μόνο του έξω στο κρύο. Ο χαμογελαστός Οσάμου παίρνει το παιδί μαζί του, προς έκπληξη της γυναίκας, της γιαγιάς και της νύφης του: αντέχουν να ταΐσουν άλλο ένα στόμα; Όταν όμως βλέπουν τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα του κοριτσιού, δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη. Η μικρή Ριν (της καίνε τα παλιά της ρούχα, την κουρεύουν, της δίνουν νέο όνομα και νέα ευκαιρία στη ζωή) γίνεται μέλος της οικογένειάς τους. Μίας οικογένειας τυχοδιωκτών, όπου κανείς δεν είναι αθώος. Όλοι εξαπατούν, κλέβουν, κερδίζουν πονηρά κι άνομα τα προς το ζην για να συμπληρώσουν το πενιχρό ημερομίσθιο του εργάτη πατέρα και της μαγείρισσας μάνας. Κανείς όμως δε θεωρεί ό,τι κάνουν «κλοπή». Ούτε στην περίπτωση του μικρού κοριτσιού. Όλα είναι θέμα επιβίωσης.

Από το «Nobody Knows» (2004) και το «Πατέρας και Γιος» (2013) μέχρι το «Οur Little Sister» (2015) και το «The Third Murder» (2017) είναι πραγματικά αφοπλιστικό πώς ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα καταφέρνει να υφαίνει τέτοιες ιστορίες κάθε φορά. Τόσο σύνθετες στην κοινωνική τους παρατήρηση και σκέψη (τι θεωρούμε καλό ή κακό, ένοχο ή αθώο) και τόσο προσιτές, ζεστές κι άμεσες στην επικοινωνία τους. Να αποτυπώνουν τόσο ειλικρινά την παραβατική διάσταση των ηρώων τους και, ταυτόχρονα, οι ζωές τους να γίνονται τόσο τρυφερά και φιλόστοργα δικές μας.

Ο Κόρε-Εντα δε φωνάζει τα μηνύματά του, τα ψιθυρίζει. Η κατανόηση, η καλοσύνη κι ανθρωπισμός του στέκονται ακλόνητα όσο πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Σχεδόν ως πολιτική στάση και δήλωση. Περισσότερο όμως σαν μία ζεστή κουβερτούλα που σε σκεπάζει καθησυχαστικά στο τέλος μίας δύσκολης, αποκαρδιωτικής μέρας: ο κόσμος είναι σκληρός κι άδικος, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς βρει το δικό του δρόμο, να δημιουργήσει τη δική του εναλλακτική οικογένεια, να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Κόρε-Εντα όμως είναι ότι κλονίζει τις χρόνια εδραιωμένες προκαταλήψεις του θεατή. Τούς ξέρουμε αυτούς τους «Κλέφτες Καταστημάτων». Τις ξέρουμε αυτές τις κουτοπόνηρες γιαγιάδες, τις καπάτσες μανάδες, του μπαμπάδες αρχηγούς της συμμορίας, τα καλοκουρδισμένα ζητιανάκια παιδιά τους. Έχουμε σαφέστατη εικόνα, άποψη και στερεότυπα για αυτούς. Κι όμως, ο ουμανιστής Ιάπωνας σκηνοθέτης, χωρίς να χαρίζεται στους ένοχους ήρωές του, χωρίς τον παραμικρό μελοδραματισμό ή αθώωση, καταφέρνει, με απαλότητα και ευαισθησία, να ροκανίσει τις πεποιθήσεις μας, να μάς κάνει να αμφιβάλλουμε.

Ανοίγοντας την πόρτα της παράγκας, ανοίγει κι ο διάλογος. Τι είναι παραβατικό, τι νόμιμο και τι ηθικό τελικά; Ποιον πετάμε στο περιθώριο, ποιον φυλακίζουμε και σε ποιον επιτρέπουμε να ζει ατιμώρητος; Πώς μπορείς να είναι κανείς ηθικός, σ’ έναν ανήθικο κόσμο;

Πάνω από όλα, ο Κόρε-Εντα εξετάζει την οικογένεια – την πρώτη μικροκοινωνία που μας μαθαίνει το καλό από το κακό, την αγάπη και το φθόνο, μάς δίνει ταυτότητα και βηματισμό στην υπόλοιπη ζωή μας. Απέναντι σε μία παγωμένη κοινωνία νόμου και τάξης, οι «Κλέφτες Καταστημάτων» του μοιάζουν χαοτικά ευτυχισμένοι, πλημμυρισμένοι από ζεστασιά κι αγάπη. Η εικόνα της γιαγιάς να κοιτάει την οικογένειά της να παίζει στη θάλασσα και να λέει ένα «ευχαριστώ», έτσι, μόνη της, στον άνεμο, θα μείνει μαζί μας για καιρό…

Με εξαιρετικές, νατουραλιστικές ερμηνείες από μικρούς και μεγάλους (με αποκορύφωση τις σπαραχτικές στιγμές της «μάνας» Αντο Σακούρα) και μία συλλογή από «κλεμμένες» μικροστιγμές (η ερωτική σκηνή είναι υποδειγματικά γυρισμένη), μία μικρή ταινία με μεγάλη καρδιά κλέβει τις εντυπώσεις, κλέβει και τη συγκίνησή μας.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”LA NOCHE DE 12 AÑOS (A TWELVE-YEAR NIGHT)”, Δευτέρα 8/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

H Ουρουγουάη βρίσκεται υπό στρατιωτικό καθεστώς. Τα μέλη της ομάδας ανταρτών «Τουπαμάρος» έχουν ήδη συλληφθεί και βρίσκονται στη φυλακή. Τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου του 1973, εννιά κρατούμενοι από αυτούς θα μεταφερθούν μυστικά σε άλλη φυλακή, θα γίνουν όμηροι της χούντας και θα περάσουν 12 βασανιστικά χρόνια στη φυλακή.

Ο Μουχίκα κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρόεδρος, επέμενε να μένει στη φάρμα του και όχι στο προεδρικό μέγαρο, να δωρίζει το 90% του μισθού του σε φιλανθρωπίες, να κυκλοφορεί με ένα σκαραβαίο-σαραβαλάκι και να περιμένει στην ουρά με τους υπόλοιπους πολίτες όταν αρρώσταινε. Πρόκειται λοιπόν για μια μεγάλη και εξαιρετικά αγαπητή προσωπικότητα που θαυμάζεται όχι μόνο από τη χώρα του αλλά και από όλον τον πλανήτη. Εδώ λοιπόν σε αυτήν την ταινία, θα δούμε όσα υπέμεινε κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του , αυτός και οι σύντροφοί του (μέλη του αντάρτικου κινήματος Τουπαμάρος) κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Είναι μια ιστορία συγκλονιστική, ύμνος την ανθρώπινη δύναμη, στην ανθρώπινη θέληση.

Ένα ιστορικό δράμα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που συγκλόνισαν την Ουρουγουάη. Στην ταινία θα δούμε την ιστορία των τριών κρατουμένων από τους εννέα. Η επιλογή δεν είναι τυχαία φυσικά, αφού πρόκειται για σημαντικές προσωπικότητες της χώρας, ανάμεσά τους και ο Χοσέ Μουχίκα, κατοπινός πρόεδρος της Ουρουγουάης, γνωστός και ως «ο φτωχότερος πρόεδρος στον κόσμο».

«Los únicos derrotados son los que bajan los brazos, los que dejan de luchar»
Aυτή η φράση, την οποία του λέει κάποια στιγμή η μητέρα του στην ταινία, είναι και το κεντρικό νόημα, το «ηθικό δίδαγμα» αν θέλετε. Ότι δηλαδή, οι μοναδικοί ηττημένοι είναι αυτοί που παραιτούνται. Αυτοί που σταματούν να μάχονται.

Η σκηνοθεσία και το σενάριο είναι του Álvaro Brechner. Πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά από όλες τις απόψεις. Δεν είναι μόνο το ίδιο το story, που είναι από μόνο του πολύ δυνατό έτσι κι αλλιώς, είναι και ότι το απέδωσε μοναδικά ο Brechner και σεναριακά και σκηνοθετικά. Είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που είδα τελευταία.

Οι ερμηνείες συγκλονιστικές από τους ηθοποιούς Antonio de la Torre,Chino Darín,Alfonso Tort, που είναι να απορεί κανείς για το πόσα μπορεί να τράβηξαν για τα γυρίσματα αυτής ταινίας. Η μουσική του Federico Jusid επίσης δυνατή, άκρως συγκινητική και φυσικά ξεχωρίζει η διασκευή του πασίγνωστου τραγουδιού «The sound of silence» με τη φωνή της Silvia Pérez Cruz, που σου σηκώνει την τρίχα.

Featured post

Κείμενο για τη στάση του Δημοτικού Συμβουλίου Καβάλας απέναντι στους πρόσφυγες

Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Καβάλας στις 10 Ιουνίου 2019, η απερχόμενη δήμαρχος Τσανάκα, προειδοποίησε ότι σύμφωνα με πληροφορίες της, χωρίς να κατονομάζει επακριβώς την πηγή της είδησης, επίκειται δήθεν μέχρι τον Αύγουστο η έλευση 2.000 ακόμη προσφύγων στη δομή φιλοξενίας του στρατοπέδου Ασημακοπούλου. Συνεχίζοντας, συνέστησε στον νεοεκλεγμένο δήμαρχο Μουριάδη: «…να μην αποφασίσει για τους πρόσφυγες μόνος του. Να μην πει ότι δεν τον προειδοποίησα, να μην ενδώσει τόσο εύκολα». Τη σκυτάλη πήρε ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Γραμμένος, ο οποίος παραληρώντας για ακόμη μία φορά είπε επί λέξει : «θα χυθεί αίμα». Η ζοφερή εικόνα συμπληρώθηκε από τον ομοφοβικό και σεξιστή επικεφαλή δημοτικής παράταξης Βαγγέλη Παππά να αναρωτιέται: «αν θα φοβόμαστε μήπως κάποιος (από το pride) μας πει λίγο ξενόφοβους ή λίγο ρατσιστές». Μερικές μέρες αργότερα, αφού διέψευσε το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής τις πληροφορίες της, επανήλθε η Τσανάκα με νέες δηλώσεις, προσπαθώντας να αμβλύνει τις εντυπώσεις, λέγοντας ωστόσο ότι η δομή φιλοξενίας στο στρατόπεδο Ασημακοπούλου «είναι η μοναδική δομή στην Ελλάδα εντός αστικού ιστού. Καταστρέφουν μία γειτονιά».

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι συγκεκριμένοι τοπικοί άρχοντες εκφράζουν τέτοιες ακραίες ρατσιστικές και φασιστικές απόψεις, προσπαθώντας να δημιουργήσουν στην Καβάλα συνθήκες ξενοφοβίας και αποκλεισμού. Η συγκεκριμένη δε φράση του Γραμμένου «θα χυθεί αίμα», συνιστά ευθεία απειλή χρήσης ρατσιστικής βίας κατά των προσφύγων, χωρίς να έχει υπάρξει άμεση καταδίκη των ναζιστικών αυτών πρακτικών από την κοινωνία της Καβάλας.

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που στο παρελθόν επιχείρησαν να μετατρέψουν το Περιγιάλι σε Άγιο Παντελεήμονα, κατασκευάζοντας πολιτιστικούς συλλόγους αγανακτισμένων κατοίκων της περιοχής.

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που, κατά τα άλλα, δήθεν εργάζονται για ανάπτυξη της πόλης που θα στηρίζεται στην εξωστρέφεια και στον πολιτισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απεριόριστης αυτής υποκρισίας τους αποτελεί η διοργάνωση από τον Δήμο Καβάλας (μέσω της Δημοτικής Επιχείρησης Δημωφέλεια) του φεστιβάλ Cosmopolis, για την οποία ξοδεύουν κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Αν ανατρέξει κάποιος στο site της εν λόγω διοργανώτριας Αρχής θα διαβάσει ότι : «Σκοπός του φεστιβάλ είναι μέσα από τις θεματικές ενότητες της μουσικής, του χορού, της γεύσης, του κινηματογράφου, των εικαστικών, του θεάτρου, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, του street Bazaar και την παρουσίαση των πολλαπλών εκφράσεων του πολιτισμού των χωρών που συμμετέχουν, να παντρέψει τη γνώση με την ψυχαγωγία, να προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες και ευκαιρίες αλληλογνωριμίας των πολιτισμών αλλά και να δημιουργήσει πρεσβευτές της Ελληνικής φιλοξενίας και του Ελληνικού πολιτισμού σε όλο τον κόσμο, αφού στις αποστολές των ξένων χωρών συμμετέχουν ετησίως περίπου εξακόσια άτομα».

Πρέπει, λοιπόν, να είναι ξεκάθαρο σε όλους εμάς τους Καβαλιώτες, ο τρόπος που αντιλαμβάνονται οι συγκεκριμένοι υπάνθρωποι την έννοια του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής φιλοξενίας : όταν μαζεύουμε χρήματα από τον τουρισμό, μπορούμε να είμαστε πολύ καλοί υπηρέτες, αλλιώς να πάτε από κει που ήρθατε. Δηλαδή, δείξε μας χρήμα και θα σε φιλοξενήσουμε, αλλιώς καταστρέφεις την πόλη μας. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν τη λογική τους, ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη δε νοούνται χωρίς ικανοποιητικό οικονομικό αντάλλαγμα. Η πολυπολιτισμικότητα, η αλληλογνωριμία των λαών και των πολιτισμών, η αλληλεγγύη θα πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στο χρήμα, στις χορηγίες και στις μίζες.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μείνουμε αμέτοχοι, όπως δεν το πράξαμε και στο παρελθόν, στην προσπάθεια αυτή της απερχόμενης δημοτικής Αρχής να καλλιεργήσει κλίμα ξενοφοβίας, ισλαμοφοβίας, μίσους και ρατσισμού απέναντι στους πρόσφυγες που φιλοξενούμε ή πρόκειται να φιλοξενήσουμε στην πόλη μας. Η Καβάλα είναι πόλη μεταναστών, προσφύγων, εργατών που ήρθαν να δουλέψουν και να ζήσουν εδώ. Η ταυτότητα της πόλης μας είναι συνυφασμένη με τις έννοιες της μετανάστευσης, της προσφυγιάς, γι’ αυτό και η απάντησή μας μπορεί και πρέπει να είναι μόνο μία : ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΛΗΛΛΕΓΓΥΟΙ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ.

Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Featured post

Προβολή της ταινίας ” DO THE RIGHT THING ”, Δευτέρα 1/7/2019, στις 21:30, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

«Do the Right Thing» του Σπάικ Λι

Επειδή μερικά από τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου ξεκινούν και τελειώνουν με το καλοκαίρι, για κάθε μέρα του Ιουλίου θυμόμαστε τις ταινίες που δεν ξεχάστηκαν με τον ερχομό του φθινοπώρου.

«Λοιπόν, κύριοι, έτσι που το βλέπω, αν αυτός ο ζεστός καιρός συνεχίσει, θα λιώσει τους Πόλους και όλον τον κόσμο. Και τα μέρη του πλανήτη που δεν είναι ήδη καλυμμένα με νερό θα γεμίσουν αίμα…»

Στο Μπέντφορντ Στάιβεσαντ του Μπρούκλιν δεν χρειάζεται να ζήσεις τη πιο ζεστή μέρα του χρόνου για να καταλάβεις πως όλη η γειτονιά μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει.

Το λέει και ο Mister Señor Love Daddy στο ραδιόφωνο: «Έχω μια πρόγνωση για εσάς και είναι hot και το χρώμα της ημέρας είναι μαύρο». Το βλέπεις και στους δρόμους όπου τα παιδιά σπάνε τους πυροσβεστικούς κρουνούς για να δροσιστούν και να παίξουν με το νερό. Το μυρίζεις στην ένταση που επικρατεί κάθε φορά που ο Μούκι προσπαθεί να κάνει το σωστό, μπερδεμένος ανάμεσα στα χρήματα που χρειάζεται για να συντηρεί το γιο του και την ταπείνωση του να δουλεύει για έναν λευκό που αρνείται να δεχθεί πως πλέον αποτελεί μειοψηφία.

Ο καύσωνας όμως είναι αμείλικτος και κανένα ντους ψυχραιμίας δεν είναι ικανό να δροσίσει το μίσος που ρέει καυτό σαν τον ιδρώτα. Και η θερμοκρασία ανεβαίνει κάθε φορά που το «Fight the Power» των Public Enemy ακούγεται στο boombox του Radio Raheem, κάθε φορά που η αστυνομία έρχεται για να επιβάλλει την τάξη, κάθε φορά που ο Μούκι (σε μια από τις ωραιότερες σκηνές σεξ στην ιστορία του σινεμά) απλώνει παγάκια στο καυτό κορμί της Tίνα.

«Δεν είναι ποτέ πολύ ζεστά ή πολύ κρύα για να γαμήσεις», θα πει κάποια στιγμή ο Sweet Dick Willie. Και θα έχει δίκιο. Γιατί όταν ο ήλιος είναι τόσο καυτός, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον χρησιμοποιήσεις για άλλοθι.

Ο,τι θα συμβεί στο για πολλούς επικίνδυνο – εν έτει 1989 – φινάλε του «Do the Right Thing» είναι απλά ό,τι συμβαίνει όταν δεν αντέχεις πια. Όταν με κάποιο τρόπο πρέπει να αντιδράσεις σε μια ιστορική συνέχεια που κουβαλάς πάνω σου σαν ζεστό ρούχο ενώ έξω έχει καύσωνα. Όταν είσαι πια σίγουρος πως η μοναδική ελπίδα για να αλλάξει ο κόσμος είναι να γίνεις εσύ ο περιστασιακός ήρωας μιας επανάστασης που θα ολοκληρώσει την πιο καυτή μέρα ενός καλοκαιριού σαν όλα τα άλλα.

Το ότι ο Σπάικ Λι, στα 32 του χρόνια, γύρισε ένα αριστούργημα για ένα μίσος που κρατάει ακόμη γερά ακόμη και σήμερα, θα ήταν απλά ένα επίτευγμα. Το γεγονός πως το έκανε με την οργή ενός παιδιού της γειτονιάς, ρίχνοντας εκτυφλωτικό φως σε μια γωνιά του κόσμου που δεν θα περνούσες ούτε απ’ έξω, είναι ο λόγος για τον οποίο – ακόμη και μετά από πολλά κινηματογραφικά ατοπήματα – μπορεί να μείνει για πάντα στην ιστορία του σινεμά. Με ένα κεφάλαιο που αναδύει σε κάθε του φιλμικό πόρο την πυρακτωμένη ανάγκη για συνύπαρξη και ανοχή.

Και αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί παρά εκείνη την ημέρα που για πολλούς θα παραμείνει η πιο ζεστή που έζησαν ποτέ.

Featured post

ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΑΝΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΟΝ Γ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ, ΚΑΒΑΛΑ, 24/6/2019



Σήμερα Παρασκευή, 24/6/2019 τοποθετήσαμε στο πάρκο Φαλήρου, πανό αλληλεγγύης στο σύντροφο Γ. Δημητράκη.

Στις 12/6 συλλαμβάνονται οι αναρχικοί Γιάννης Δημητράκης και Κώστας Σακκάς μαζί με την Δ. Συριανού (η οποία αφέθηκε ελεύθερη με περιοριστικούς όρους) για την απαλλοτρίωση χρηματαποστολής στο ΑΧΕΠΑ. Οι δύο σύντροφοι προφυλακίζονται στις φυλακές Κομοτηνής και Νιγρίτας Σερρών αντίστοιχα. Ο Γιάννης Δημητράκης μεταφέρεται εκδικητικά στο πειθαρχείο των φυλακών Κομοτηνής ενώ η δικαιολογία που προβάλλεται είναι ότι δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος χώρος στη φυλακή.

ΑΜΕΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΟ

ΑΜΕΣΗ ΜΕΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΓΙΑΝΝΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΣΑΚΚΑ ΣΤΙΣ Δ.Φ.ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ, ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΤΟΥΣ

Featured post

Εκδήλωση με τον Θ. Καμπαγιάννη για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, Κυριακή 9 Ιουνίου 2019, στις 18:30, στο Πάρκο Φαλήρου (στη σκακιέρα).

Νομιμοποιώντας τους Ναζί μέσω των εκλογικών διαδικασιών- εκδήλωση εξελίξεις γύρω από τη δίκη της Χρυσής Αυγής, με ομιλητή τον κ. Θανάση Καμπαγιάννη, δικηγόρο, μέλος της Πολιτικής Αγωγής του αντιφασιστικού κινήματος στη δίκη της Χρυσής Αυγής.
Οι ίδιοι οι φασίστες, είτε της Χ.Α., είτε των ΠΑΤΡΙΕ, είτε άλλων φασιστικών μορφωμάτων, αποποιούνται τις ιδεολογικές τους βάσεις και μέσα από την εκλογική διαδικασία επιθυμούν την νομιμοποίηση και την εδραίωση τους. Πατώντας επί των δημοκρατικών διαδικασιών, επικαλούνται την νομική κατοχύρωση τους μέσω των ψηφοδελτίων, ενώ την ίδια στιγμή υμνούν τις χούντες του Μεταξά και της επταετίας. Μόνο οι αφελής και οι πολιτικά ανάπηροι θα δικαιολογούσαν το ξέπλυμα των φασιστών μέσα από την εκλογική διαδικασία και θα τους δεχόταν, κοιτώντας το δέντρο και όχι το δάσος του φασισμού. Άλλωστε η λογική της καλής και νόμιμης Χ.Α. είναι αυτή που κινείται στα πλαίσια του δήθεν συνταγματικού τόξου, επιζητώντας την αναγνώριση της ως πολιτική δύναμη μέσα στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν σε αυτούς που αναφέρονται στην στροφή του ναζιστικού μορφώματος σε μια σοβαρή και νόμιμη χ.α., πως και οι δολοφονίες του Φύσσα και του Λουκμάν, όπως και οι δεκάδες ρατσιστικές επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν όταν η χ.α. σουλατσάριζε στα δελτία ειδήσεων ως μια σοβαρή τρίτη πολιτική δύναμη στην χώρα.
Εμείς από τη μεριά μας, ως ο κόσμος που εναντιώθηκε σε κάθε μορφή της ακροδεξιάς τόσο σε τοπικό όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο, δηλώνουμε για άλλη μια φορά παρόντες/παρούσες στην αντιφασιστική μας συνείδηση και με αυτή την εκδήλωση επιδιώκουμε να ενημερώσουμε την κοινωνία της Καβάλας για το τι σημαίνει η παρουσία- νομιμοποίηση ενός ναζί στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Η Καβάλα από το 2010 και μετά έχει δεχτεί πολλές ρατσιστικές και φασιστικές επιθέσεις, για να αφήσουμε ανενόχλητο ένα ασπόνδυλο να κείτεται στους χώρους αποφάσεων αυτής της πόλης. Παλεύουμε για την εξάλειψη της φασιστικής απειλής από τα σχολεία μας, τους χώρους εργασίας μας, τους δημόσιους χώρους μας. Η σιωπή και η συστηματική αδιαφορία αποτελεί συνενοχή στη νομιμοποίηση και στο ξέπλυμα του φασισμού. Ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του.
Σηκώνουμε τα κοινωνικά αναχώματα, στέλνουμε τους φασίστες πίσω στις τρύπες τους.

Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Το ωράριο της εκδήλωσης, τόσο η έναρξη όσο και η λήξη της, θα τηρηθούν αυστηρά.

Featured post

ΣΥΝ.Ε.ΦΟ (συνέλευση ενάντια στις φόλες) Δράσεις Μάρτιος Απρίλιος 2019 ΚΑΒΑΛΑ

Στις 13 Μαρτίου και στις 16 Απριλίου 2019, η συνέλευση ενάντια στις φόλες, πραγματοποίησε εξορμήσεις σε περιοχές της Καβάλας, που έχουν σημειωθεί επανειλημμένα κρούσματα φόλας αδέσποτων και κατοικίδιων ζώων. Ο βασανισμός τους αποτελεί πλέον καθημερινό φαινόμενο στην πόλη της Καβάλας, νομιμοποιώντας την κακοποίηση των τετράποδων φίλων μας. Επιλέγουμε με τη φυσική μας παρουσία να διαμαρτυρόμαστε στις περιοχές που έχουν σημειωθεί τα κρούσματα φόλας, ενημερώνοντας τους πολίτες των περιοχών αυτών για τα κτήνη που ζουν ανάμεσά μας. Η αντανάκλαση του πολιτισμού αυτής της πόλης, διαμορφώνεται μέσα από την ανοχή των βασανισμών και την ατιμωρησία των βασανιστών. Γιατί έτσι είσαστε οι ευσυνείδητοι πολίτες, σκοτώνετε ότι δεν σας κάνει!

Featured post

ΑΔΕΙΑ ΤΩΡΑ ΣΤΟΝ ΑΠΕΡΓΟ ΠΕΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Ως ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης στον αγωνιστή απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, κολλήσαμε την παρακάτω αφίσα στην πόλη της Καβάλας και κρεμάσαμε πανό στο Πάρκο Φαλήρου.

ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΚΑΘΕ ΦΥΛΑΚΗΣ

ΑΜΕΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

Featured post

PARTY: οικονομικής ενίσχυσης δικαστικών εξόδων αντιφασιστών συντρόφων, Σάββατο 11/5/2019, στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι στο ΤΕΙ Καβάλας

Featured post

Προβολή της ταινίας ”THE LAST TEMPTATION OF CHRIST”, Δευτέρα 22/4/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

The Last Temptation of Christ (1988)

Πρόκειται για μια εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου πολυσυζητημένου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε το 1952. Ένα βιβλίο του οποίου αν και η κυκλοφορία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και μπήκε στην Ρωμαιοκαθολική λίστα των λεγόμενων «απαγορευμένων βιβλίων», κατάφερε κι έγινε best seller. Εξ αιτίας του βιβλίου αυτού, ο βαθιά θρησκευόμενος, μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης, αφορίστηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τριάντα χρόνια αργότερα, ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Martin Scorsese, μετά από παρότρυνση της ηθοποιού Barbara Hershey που είχε διαβάσει το βιβλίο, αποφάσισε να το μεταφέρει σε ταινία.
Ο επίσης καταξιωμένος σεναριογράφος και παλιός συνεργάτης του Scorsese, Paul Schrader, ακολουθώντας όσο πιο πιστά μπορούσε το κείμενο του Καζαντζάκη, συνεργάστηκε άψογα με τον σκηνοθέτη και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία μυθοπλασίας που καταφέρνει και αναδίδει με εξαιρετικό τρόπο όλα τα νοήματα και τους συμβολισμούς που πηγάζουν μέσα από το βιβλίο του κορυφαίου Έλληνα λογοτέχνη.


Το θέμα της ταινίας (όπως και του βιβλίου) επικεντρώνεται στους πειρασμούς που περιστοίχισαν τον Ιησού (γεγονός που αναφέρεται και στις Γραφές) και στο τι θα γινόταν αν ο ίδιος λύγιζε και αποποιούταν το σκοπό για τον όποιο ήρθε στη γη, ενδίδοντας στην ανθρωπινή υπόστασή του και ζώντας ως ένας απλός άνθρωπος δημιουργώντας οικογένεια και κάνοντας παιδιά δίπλα στη γυναίκα που αγαπούσε, την Μαρία Μαγδαληνή.
Η ταινία αρχίζει με ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του Καζαντζάκη που αναφέρει: «Η κυριότερη αγωνία μου και το αποτέλεσμα που πηγάζει από τις χαρές και τις λύπες μου είναι η συνεχής και χωρίς οίκτο μάχη ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα…» και συνεχίζοντας ξεκαθαρίζει με απόλυτα σαφή και ειλικρινή τρόπο στο κοινό, ότι δεν βασίζεται ούτε σε καμία ιστορική αλήθεια, ούτε και στα Ευαγγέλια της Χριστιανικής Πίστης των οποίων τα κείμενα, ακολουθεί αναγκαστικά και εμφανώς διαφοροποιημένα, μόνο και μόνο για να πλαισιώσει την ιστορία της.
Βέβαια, το να καθιστά κάποιος ως κεντρικό πρόσωπο σε μια ταινία το υπέρτατο σύμβολο του Χριστιανισμού, τον Ιησού Χριστό, και να τον διαφοροποιεί σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να τον παρουσιάζει σαν κοινό θνητό με πάμπολλες αδυναμίες, πνευματικές και σαρκικές, δεν παύει σε καμία περίπτωση να είναι προκλητικό και παρακινδυνευμένο. Είναι ευκολονόητο πως θα κατηγορηθεί από μία μεγάλη μερίδα φανατικών θρησκόληπτων και όχι μόνο, τουλάχιστον, ως αιρετικός, αντιχριστιανικός και βλάσφημος. Από την άλλη πάλι, όταν αφήνει να εννοηθεί ότι το όλο θέμα πρόκειται για μία μυθοπλασία με θρησκευτικές αναζητήσεις μέσα από την οποία, η εστίαση στο ανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού γίνεται με σκοπό να τονιστεί το μεγαλείο της θεϊκής Του υπόστασης έτσι ώστε ο θεατής να νιώσει το μέγεθος της θυσίας Του, τότε μάλλον οι κατηγόριες που του επισυνάπτουν είναι άδικες.


Από καλλιτεχνικής άποψης η ταινία είναι άψογη. Εκπληκτική είναι η σκηνοθεσία του Martin Scorsese, ο οποίος περνάει τα μηνύματά και τους συμβολισμούς του, άλλοτε με όμορφες “θεϊκές” σκηνές και άλλοτε με πλάνα που σοκάρουν και κυριολεκτικά προκαλούν, δημιουργώντας έντονες αντιφάσεις σχετικά με το τι θέλει πραγματικά να δείξει.
Πολύ καλή είναι η φωτογραφία, το μοντάζ, τα οπτικά εφέ αλλά και η μουσική επένδυση του Peter Gabriel, που ακολουθεί με πολύ ωραίο τρόπο τις ανάλογες εκφράσεις των συναισθημάτων της κάθε σκηνής.
Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα της ταινίας σε σύγκριση με άλλες του αντίστοιχου είδους, είναι η κάπως φτωχή απεικόνιση της εποχής, γεγονός που μάλλον οφείλεται στο περιορισμένο budget που είχε στην διάθεσή του ο δημιουργός.
Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι πολύ καλές, με κορυφαία αυτή του Willem Dafoe στο ρόλο του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Για την ερμηνεία του ο Dafoe απέσπασε άριστες κριτικές και δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριξαν πως στο πρόσωπο του υπήρξε, η πιο ρεαλιστική απεικόνιση όλων των εποχών, του “κινηματογραφικού Ιησού Χριστού”.
Στο πλευρό του ο Harvey Kaitel, υποδύεται τον Ιούδα έχοντας έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία αφού παρουσιάζεται ως ο μόνος άνθρωπος που πραγματικά καταλαβαίνει τη σημαντικότητα του Ιησού και Τον προτρέπει να αναλάβει τον ρόλο του, ξεδιαλύνοντας μάλιστα το απατηλό του τελευταίου πειρασμού και αποκαλώντας Τον προδότη(!).
Στον ρόλο της Μαγδαληνής η πολύ καλή Barbara Hershey, ενώ στον σύντομο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου βλέπουμε τον χαρισματικό David Bowie.


Τα διάφορα προβλήματα και οι επικρίσεις για το εγχείρημα του Scorsese, ξεκίνησαν πολύ νωρίς, πριν καν αρχίσουν τα γυρίσματα της ταινίας. Αρχικά το 1983, ως εταιρία παραγωγής είχε αναλάβει η Paramount Pictures, αλλά μερικές βδομάδες πριν τα προγραμματισμένα γυρίσματα στο Μαρόκο, αποχώρησε φοβούμενη τις αντιδράσεις που θα επακολουθούσαν. Μετά από αυτό ο σκηνοθέτης απευθύνθηκε στην Universal Studios, της οποίας οι υπεύθυνοι δέχθηκαν να αναλάβουν την παραγωγή, αλλά ανάγκασαν τον  Scorsese να κάνει υποχωρήσεις σχετικά με το κόστος, θέτοντας ως μάξιμουμ τα 7.000.000 δολάρια, καθώς ήταν σχεδόν σίγουροι ότι η ταινία δεν θα σημείωνε εμπορική επιτυχία -όπως άλλωστε κι έγινε αφού οι εισπράξεις παγκοσμίως με το ζόρι ξεπέρασαν τα 8 εκατομμύρια δολάρια.
Το «The Last Temptation of Christ» έκανε πρεμιέρα στις Αμερικανικές αίθουσες στις 12 Αυγούστου του 1988, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο από την Εκκλησία αλλά και από σωρεία πιστών που την κατέκριναν για κατάφωρη έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Φυσικά υπήρχαν και οι πιο “ανοικτόμυαλοι” ή μη ανήκοντες στην Παπική ή Ορθόδοξη μερίδα ή σε κάποια άλλη θρησκεία γενικότερα, που την αντιμετώπισαν ως άλλη μία ταινία που πραγματεύεται τη ζωή κάποιου ιστορικού προσώπου.
Τον Οκτώβριο του ’88, κατά την διάρκεια της προβολής της σε Γαλλικό κινηματογράφο, ομάδα “πιστών” έριξε βόμβες μολότοφ μέσα στην αίθουσα με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό πολλών θεατών.
Στην Αθήνα, έξω από τον κινηματογράφο ”Ιντεάλ” ομάδα από ορκισμένους χριστιανούς με σημαίες, λάβαρα και σταυρούς, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών εμποδίζοντας την προβολή της και απειλώντας να πυρπολήσουν την αίθουσα.
Σε αρκετές χώρες του κόσμου, όπως στην Τουρκία, στο Μεξικό, στη Χιλή και στην Αργεντινή, η ταινία απαγορεύτηκε για αρκετά χρόνια, ενώ η απαγόρευσή της συνεχίζεται μέχρι και σήμερα στη Χιλή, στη Φιλιππίνες και στη Σιγκαπούρη.
Στην χώρα μας, δεν έχει προβληθεί ποτέ από κανένα τηλεοπτικό κανάλι (παρά τις προσπάθειες που έχει κάνει κατά καιρούς το Star Channel) και απουσιάζει απ’ όλα τα video clubs. DVD της ταινίας κυκλοφόρησε πριν από καιρό, με μια Αθηναϊκή εφημερίδα.


Την βραδιά της απονομής των βραβείων Όσκαρ του 1989, η ταινία βρέθηκε υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ ήταν και υποψήφια για δύο Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερης Μουσικής για τον Peter Gabriel και Καλύτερου Ηθοποιού Β’ Ρόλου για την Barbara Hershey). Διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας όπου ο Martin Scorsese, απέσπασε το Βραβείο κριτικών “Bastone Bianco”. 
Ο Harvey Kaitel βρέθηκε υποψήφιος για Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου στον διαγωνισμό Razzie (Χρυσά Βατόμουρα)*.
Σήμερα η ταινία, σύμφωνα με τις κινηματογραφικές ιστοσελίδες IMDb και Rotten Tomatoes, βρίσκεται σε υψηλή θέση στις προτιμήσεις των θεατών και η δημοτικότητά της ανεβαίνει συνεχώς. Όπως και να ‘χει, είναι μια ανατρεπτική ταινία που αξίζει να την δει κάποιος για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.




Featured post

Προβολή της ταινίας ”CAPERNAUM”, Δευτέρα 15/4/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Καπερναούμ

Capernaum

της Ναντίν Λαμπακί

Η χειριστική, στα όρια του exploitation, ματιά της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπακι για τα παιδιά και τις γυναίκες που ξέχασε ο Θεός. Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών, υποψηφιότητα για Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

To γεγονός πως η Ναντίν Λαμπακί αποδεικνύει στην τρίτη της ταινία (θυμηθείτε το «Caramel» και το «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες») πως μπορεί ως σκηνοθέτης να χειριστεί ικανά μια δύσκολη παραγωγή τόσο σε μέγεθος όσο και απαιτήσεις εξαιτίας των ερασιτεχνών ηθοποιών της, δεν κάνει απαραίτητα την ταινία της κάτι περισσότερο από μια «εύκολη» ματιά πάνω στην ανθρώπινη δυστυχία όπως αυτή απλώνεται πάνω από τη σύγχρονη Βηρυτό, εκεί όπου θα συναντηθούν οι ιστορίες του Ζεν και της Ραχήλ.

Ο 12χρονος (ή έτσι υπολογίζουν όλοι αφού ακόμη και οι γονείς του δεν γνωρίζουν την ηλικία του) Ζεν μεγαλώνει με την πολυμελή οικογένειά του στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Βηρυτού. Είναι με κάποιο τρόπο ο άντρας του σπιτιού, αφού δουλεύει, κλέβει φαγητό για λογαριασμό όλων και είναι αυτός που φροντίζει τα αδέρφια του. Περισσότερος δεμένος με τη συνομήλικη αδερφή του, θα φύγει από το σπίτι, όταν οι γονείς του θα την «πουλήσουν» σε έναν ενήλικα για να την παντρευτεί, ανταλλάσσοντας έτσι διαρκές ενοίκιο για το διαμέρισμα στο οποίο μένουν. Στη διαδρομή του μέσα στην πόλη θα συναντήσει την Ραχήλ, μια γυναίκα από την Αιθιοπία που δουλεύει καθαρίστρια σε ένα λούνα – παρκ και μεγαλώνει κρυφά το παιδί της. Με τα χαρτιά της να έχουν λήξει, η Ραχήλ προσπαθεί να βρει λύση, ενώ εμπιστεύεται στον Ζεν τη φροντίδα του μωρού της.

Φυσικά και αυτή η σύνοψη είναι μόνο το περίγραμμα μιας ταινίας που δεν φοβάται να καταδείξει τα απανωτά χτυπήματα της μοίρας που θα συμβούν σε ένα αθώο παιδί, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να καταγγείλει τους ενήλικες μιας ολόκληρης κοινωνίας (έτσι κι αλλιώς η ταινία εκτυλίσσεται γύρω από την εκδίκαση της αγωγής του Ζεν εναντίον των γονιών του με την κατηγορία ότι «τον έφεραν στη ζωή») και μαζί τον κόσμο όλο, παίζοντας χωρίς ενοχή ταυτόχρονα και με την αίσθηση σοκ προς τον Δυτικό θεατή ο οποίος – δυστυχώς – μοιάζει να περιμένει διαρκώς μια τέτοια ταινία για να μάθει τι συμβαίνει έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

Και αν μια ταινία καθαρής καταγγελίας δεν έχει πλέον πολλά στο να βασιστεί, εκτός από την κινηματογράφηση της, η Λαμπακί επιλέγει όλους τους λάθος τρόπους για να γυρίσει την ιστορία του Ζεν – και δεν εννοεί κανείς μόνο την πομπώδη μουσική που τερματίζει τον μελοδραματισμό ακόμη και στις λίγες στιγμές που η κάμερα προσπαθεί να δηλώσει αποστασιοποιημένη, ούτε φυσικά τα ιντερλούδια αργής κίνησης που καταλήγουν με τη βοήθεια κάμερας σε drone σε εντυπωσιακά εναέρια πλάνα που παραπέμπουν σε διαφημιστική ταινία.

Απόλυτα χειριστική, με μελετημένη κάθε επόμενη σκηνή που θα κάνει το μέσο θεατή να αγανακτήσει για τη μοίρα αυτού του παιδιού, με ισόποσες δόσεις χιούμορ και πόνου, τρυφερότητας και βίας, η Λαμπακί θα ήθελε να κάνει την «Πόλη του Θεού», αλλά στην πραγματικότητα κάνει ένα ξεχειλωμένο «Slumdog Millionaire» και με έναν τρόπο (που ακούγεται όσο άσχημα διαβάζεται) ένα σχεδόν οσκαρικό crowd pleaser, εκμεταλλευόμενη – είμαστε σίγουροι – καταστάσεις που όντως συμβαίνουν στο Λίβανο, όπως και σε όλη τη Μέση Ανατολή, αλλά ευτυχώς όχι κινηματογραφημένες σαν να επρόκειτο για τις ανάγκες ενός πολυτελούς coffee table book.

Η τόλμη της Ναντίν Λαμπακί να καταπιαστεί με μια φέτα αληθινής ζωής καταποντίζεται από την ολοφάνερη διάθεσή της να είναι καταγγελτική, αλλά όχι και επιθετική στο θεατή. Στην ταινία της υπάρχουν (ολιγόλεπτες) στιγμές νεορεαλιστικής αυθεντικότητας (που βασίζονται κυρίως στις ερμηνείες των ερασιτεχνών ηθοποιών της) και μικρές δόσεις ανατρεπτικού χιούμορ, κόντρα στην βαρύτητα όσων δείχνει, αλλά το φλερτ της με τον μελοδραματισμό είναι τόσο έντονο που πολύ γρήγορα η «Καπερναούμ» καταλήγει σε ένα στα όρια του exploitation και μαζί αφελούς μωσαϊκού από μικρές και μεγάλες δυστυχίες – για τα μάτια σας μόνο.

Η έκδηλη αναφορά στη βιβλική ιστορία του Χριστού που επισκέφθηκε την ομότιτλη πόλη για να σηκώσει τον παράλυτο από το κρεβάτι του και έτσι να πείσει για την ταυτότητά του όσους τον αμφισβητούσαν, μένει εδώ χωρίς αντικείμενο, καθώς όσο και να προσπαθήσεις είναι αδύνατον να βρεις το παραμικρό θαύμα σε αυτήν την ταινία.

Featured post

Ανάρτηση Πανό στο πάρκο Φαλήρου στην Καβάλα, Πέμπτη 11 Απρίλη 2019, ΑΠΕΡΓΙΑ των εργαζομένων που δουλεύουν με μηχανάκι

11 Απρίλη 2019

ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ, ΔΕ ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ

ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΟΔΗΓΩΝ ΔΙΚΥΚΛΟΥ

Featured post

Ανάρτηση Πανό στο πάρκο Φαλήρου στην Καβάλα, 10 Απρίλη – Διεθνής Ημέρα Αγώνα κ Αλληλεγγύης στους ΖΑΠΑΤΙΣΤΑΣ

10 ΑΠΡΙΛΗ – 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΖΑΠΑΤΑ

Στεκόμαστε στο πλευρό των Ζαπατίστας και των οργανωμένων στο Εθνικό Ιθαγενικό Κογκρέσο ιθαγενών λαών του Μεξικού και τους δηλώνουμε ότι  ΚΑΙ ΤΟΤΕ, ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΙ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΕΣ.

Featured post

Προβολή & Συζήτηση του Ντοκιμαντέρ ”Σε Σύγχρονη Δουλεία”, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας, 11/4/2019 στις 21:30

To «Σε σύγχρονη δουλεία» (πρωτότυπος τίτλος «De la servitude moderne») είναι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2007 από τον Jean-François Brient. Η κινηματογραφική του προσαρμογή, από τον Victor León Fuentes, είναι ένα ντοκιμαντέρ ανεξάρτητης παραγωγής διάρκειας 52 λεπτών. Το βιβλίο και η ταινία διατίθενται δωρεάν σε διάφορες γλώσσες. Το κείμενο γράφτηκε στην Τζαμάικα τον Οκτώβρη του 2007 και το ντοκιμαντέρ ολοκληρώθηκε στην Κολομβία τον Μάιο του 2009. Η ταινία αποτελείται από οπτικό υλικό προερχόμενο κυρίως από διαφημίσεις και ντοκιμαντέρ.

Βασικός σκοπός του έργου είναι να καταγγείλει την κατάσταση του ανθρώπου ως σύγχρονου σκλάβου μέσα στο πλαίσιο του «Εμπορικού Ολοκληρωτισμού» (του πραγματικού ονόματος, όπως υποστηρίζει, της αστικής δημοκρατίας) και να καταδείξει τις μάσκες που καλύπτουν τη δουλεία του.

Η θέση που υπερασπίζεται βασίζεται στην ιδέα ότι η δικτατορία δεν ασκείται πλέον από έναν άνθρωπο αλλά από μια αρχή: το εμπόρευμα ή το χρήμα που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάθε ανθρώπινου όντως, που όντας υποβιβασμένο σε έναν καταναλωτή, έναν εργαζόμενο, έναν υπηρέτη, χάνει την ανθρωπιά του.

Το κείμενο και η ταινία διατίθενται ελεύθερα δικαιωμάτων. Μπορούν να αντιγραφούν, να διανεμηθούν και να προβληθούν χωρίς κανένα τίμημα, και «σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να πουληθούν ή να εμπορευματικοποιηθούν κατά οποιονδήποτε τρόπο». Όπως δηλώνουν οι γράφουν Jean-François Brient και Victor León Fuentes «Θα ήταν επιεικώς ανακόλουθο να προτείνει κανείς ως εμπόρευμα ένα αντικείμενο που σκοπός του είναι να στηλιτεύσει την πανταχού παρουσία του εμπορεύματος. Ο αγώνας ενάντια σε κάθε ατομική ιδιοκτησία, πνευματική ή άλλη, είναι η δύναμη κρούσης μας ενάντια στην υπάρχουσα κυριαρχία. Αυτή η ταινία, που διανέμεται έξω από κάθε είδους εμπορικά και νομικά κανάλια, δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο χάρη στην υποστήριξη όσων οργανώνουν τη διάδοση ή την προβολή της. Δεν ανήκει σ” εμάς. Ανήκει σε όσους επιθυμούν να την αδράξουν για να τη ρίξουν στη φωτιά της μάχης».

«Η σύγχρονη δουλεία είναι μια εθελοντική δουλεία, που χορηγείται από το πλήθος των δούλων, που σέρνονται στην επιφάνεια της γης. Οι ίδιοι αγοράζουν όλα τα αγαθά που πάντα τους υποδουλώνουν λίγο παραπάνω. Οι ίδιοι τρέχουν πίσω από μια εργασία, όλο και πιο αλλοτριωτική, η οποία πρόθυμα και γενναιόδωρα τους δίνεται, αν είναι αρκετά υπάκουοι. Οι ίδιοι διαλέγουν τους κύριους που θα πρέπει να υπηρετούν. Για να καταφέρει αυτή η παράλογη τραγωδία να τεθεί σε ισχύ, χρειάστηκε πρώτα απ’ όλα να αφαιρεθεί από τα μέλη αυτής της τάξης η συνείδηση της εκμετάλλευσης και της αποξένωσης τους. Ορίστε ο παράξενος νεωτερισμός της εποχής μας. Σε αντίθεση με τους δούλους της αρχαιότητας, τους δουλοπάροικους του Μεσαίωνα ή τους εργάτες των πρώτων βιομηχανικών επαναστάσεων, σήμερα, είμαστε μάρτυρες μιας τάξης ολοκληρωτικά υποταγμένης που όμως δεν το ξέρει ή μάλλον που δεν θέλει να το μάθει. Συνεπώς, αγνοούν την εξέγερση που θα έπρεπε να είναι η μόνη νόμιμη αντίδραση των εκμεταλλευομένων. Δέχονται χωρίς αμφισβήτηση, τη θλιβερή ζωή που χτίστηκε για εκείνους. Η αποκήρυξη και η παραίτηση είναι η πηγή της δυστυχίας τους.»

Ζαν Φρανσουά Μπριέντ

Featured post

Προβολή της ταινίας ”AMERICAN ME”, Δευτέρα 8/4/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Υπόθεση: Ο Montoya Santana, ένας νεαρός από το Ανατολικό Λος Άντζελες, σχηματίζει μια νεανική συμμορία με δυο φίλους του. Σύντομα όμως θα βρεθούν στο αναμορφωτήριο, όπου ο Santana δολοφονεί έναν άλλο τρόφιμο που προηγουμένως τον είχε βιάσει, με αποτέλεσμα να επεκταθεί η ποινή του και μετά την ενηλικίωσή του. Στη φυλακή σταδιακά γίνεται αρχηγός μιας ισχυρής συμμορίας, που λειτουργεί τόσο εντός, όσο κι εκτός της φυλακής.

Το American Me είναι συνδυασμός δράματος φυλακής, ταινίας με θέμα τη μαφία και βιογραφίας, αφού ο βασικός χαρακτήρας, ο Montoya Santana, είναι εμπνευσμένος από τον Rodolfo Cadena, υπαρκτό πρόσωπο που διετέλεσε αρχηγός μιας από τις πιο ισχυρές συμμορίες εντός φυλακής και αποτέλεσε το βασικό σχήμα της Μεξικάνικης Μαφίας. Η ταινία, που είναι σκηνοθετημένη από τον ηθοποιό Edward James Olmos, που πολλοί θα θυμάστε από την τηλεοπτική σειρά Miami Vice, έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την ταινία Blood In, Blood Out (aka Bound by Honor) που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Αλλά ενώ η τελευταία έβγαζε μια ρομαντική διάθεση που άμβλυνε αρκετά τις καταστάσεις, το American Me είναι βάναυσο, σκληρό και πεσιμιστικό. Ο Olmos χρησιμοποιεί μια ρεαλιστική προσέγγιση στο θέμα, αφού η ταινία είναι χρησιμοποιεί πραγματικούς χώρους της Folsom Prison, ενώ σε βοηθητικούς ρόλους συμμετέχουν πραγματικοί κρατούμενοι. Η προσωπική οπτική του Olmos είναι ιδιαίτερα τραχιά αφού η εξιστόρηση των γεγονότων γίνεται με τη χρήση γραφικής εν μέρει βίας και αυθεντικών διαλόγων που ενισχύει το ρεαλιστικό στοιχείο του American Me. Παρουσιάζοντας σε πρώτο επίπεδο μια τραγωδία όπου οι χαρακτήρες βρίσκονται μπλεγμένοι σε έναν αέναο κύκλο βίας που αναπαράγεται συνεχώς, χωρίς να υπάρχει καμιά ελπίδα, και σε δεύτερο επίπεδο μια κριτική ματιά απέναντι στον φτωχό τρόπο ζωής και στην έλλειψη μόρφωσης των κατοίκων του Ανατολικού Λος Άντζελες, που βρίσκουν μοναδική διέξοδο από την ανέχεια τις συμμορίες, o Olmos ενισχύει τον ρεαλισμό της ταινίας με μια απαισιόδοξη ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα λειτουργεί πολύ καλά κάνοντας τον θεατή να νιώσει τον πνιγηρό κύκλο βίας στον οποίο είναι εγκλωβισμένος ο βασικός χαρακτήρας. Γενικά η ταινία γίνεται αρκετά δυσάρεστη, εμμένοντας στην απόγνωση και την ανικανότητα του Santana να ξεφύγει από τη μοίρα του, με τον Olmos να μην αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Ακόμη και μια από τις μοναδικές ευχάριστες στιγμές της ταινίας, όταν ο Santana αφήνεται ελεύθερος μετά από χρόνια στη φυλακή και κάνει σεξ για πρώτη φορά με γυναίκα, ο Olmos δεν δημιουργεί ψευδαισθήσεις, μοντάροντας την παραπάνω σκηνή με μια σκηνή ομαδικού βιασμού μέσα στην φυλακή.

Featured post

Ανάρτηση πανό ως ένδειξη αλληλεγγύης στον Δ. Κουφοντίνα, Πάρκο Φαλήρου, Καβάλα, Κυριακή 31/3/2019

Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου απέρριψε το αίτημα για την 7η τακτική άδεια στον επαναστάτη κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα. Αιτιολόγηση του συμβουλίου αποτέλεσε η μή δυνατή  χορήγηση άδειας σε κρατούμενο που έχει καταδικαστεί σε περισσότερες από μια ποινές ισόβιας  κάθειρξης. Αρωγός αυτής της προσπάθειας είναι ο εισαγγελέας Χρήστος Καραγιάννης ο οποίος με όπλο τις τελευταίες διατάξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου άσκησε βέτο ενάντια στην πλειοψηφική απόφαση του συμβουλίου.

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΙ ΜΟΝΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΕΝΟΠΛΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ

Featured post

Εκδήλωση – Συζήτηση με θέμα: ”Αναλύοντας τη γεωπολιτική και ενεργειακή σκακιέρα της γειτονιάς” Τετάρτη 3/4/2019, στις 19:00, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας


Αγωγοί φυσικού αερίου, ΑΟΖ, μελέτες και έρευνες υδρογονανθράκων. Ένα βήμα στην ενεργειακή ανάπτυξη και ασφάλεια της χώρας ή ένας ακόμη λόγος να εγκριθούν τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα, μίζες και ευρωπαϊκά δάνεια?

Ποια η στάση μας και πως πρέπει να αντιδράσουμε απέναντι στον ενεργειακό καπιταλισμό και επεκτατισμό.
Featured post

Προβολή της ταινίας ”LA DANZA DE LA REALIDAD (Ο χορός της πραγματικότητας)”, Δευτέρα 25/3/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Ο Χορός της Πραγματικότητας

La danza de la realidad

του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι

Στην πρώτη του ταινία μετά από 23 χρόνια, ο Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι ανοίγει ακόμη περισσότερο το ερμητικά «ανοιχτό» σύμπαν του για να παραδώσει την πιο προσωπική του ταινία, αντικαθιστώντας εδώ με περισσή νοσταλγία τον ωμό και πιο αποτελεσματικό σουρεαλισμό των ταινιών που κάποτε τον έκαναν ένα ζωντανό θρύλο του πιο παράξενου σινεμά που είχες δει ποτέ.

Ενα αγόρι γεννιέται το 1929 στην Τοπκαπίλα, μια μικρή παραλιακή πόλη στην άκρη της Χιλιανής ερήμου. Μεγαλώνοντας μέσα σε μια ξεριζωμένη οικογένεια, το αγόρι θα γνωρίσει από νωρίς τη γοητευτική γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και θα επιλέξει να ζήσει ακριβώς εκεί. Το αγόρι το λένε Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι και, προχωρώντας, θα γίνει σπουδαίος σκηνοθέτης.

Δεν είναι μόνο το αλά Νινο Ρότα σκορ που υπογράφει ο γιος του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, ούτε οι επαναλαμβανόμενες εικόνες του τσίρκου που κάνουν το πρώτο μέρος του «Χορού της Πραγματικότητας» να μοιάζει σαν το φελινικό απόσταγμα ενός ημερολογίου που ο Χιλιανός σκηνοθέτης θέλει οπωσδήποτε να μετατρέψει σε εικόνες, τοποθετώντας τον εαυτό του τότε (ως παιδί) και τώρα (ως μια φωνή από το μέλλον) σε μια αλλόκοτη ιστορία ενηλικίωσης – αιτία, αφορμή και άλλοθι για την «ενηλικίωσή» του ως ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς σκηνοθέτες που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στον πλανήτη σινεμά.

Φτιαγμένο από εμμονές, εκκεντρικότητες και άφθονη φρίκη, το σύμπαν του «Χορού της Πραγματικότητας» δεν απέχει πολύ από τις ταινίες – μνημεία που κρατούν το όνομα του Γιοντορόφσκι στην κορυφή μιας πυραμίδας που θα αναφέρεται πάντοτε όταν σε οποιαδήποτε συζήτηση περί σουρεαλισμού στο σινεμά κάποιος θα τοποθετήσει ψηλά τις τρεις πιο διάσημες στιγμές του: το «El Topo», το «The Holy Mountain» και το «Santa Sangre» – την επιθετική κληρονομιά του Γιοντορόφσκι σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «cult» σινεμά.

Η παιδική ηλικία του Γιοντορόφσκι αποτελείται από μια σειρά παραμορφωμένων αναμνήσεων: ένας κομμουνιστής πατέρας θύμα του αντισημιτισμού, μια μητέρα με κάτι περισσότερο από πλούσιο μπούστο που μιλάει μόνο σαν να τραγουδάει όπερα, ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια σαν αυτά που η Ντόροθι φορούσε πριν συναντήσει τον Μάγο του Οζ, νάνοι και ακρωτηριασμένοι επαίτες που ετοιμάζουν τη δική τους επανάσταση, μια ζωή μοιρασμένη ανάμεσα στην στοργή μιας μητέρας που βλέπει στο γιο της την ενσάρκωση του πατέρα της και ενός πατέρα που δεν θα διστάσει να οδηγήσει τον γιο του σε μια επίσκεψη στον οδοντίατρο χωρίς αναισθητικό προκειμένου να τον κάνει άντρα.

Περισσότερος σε ένα χορό με το όνειρο, το φαντασιακό, το γκροτέσκο και την μεγενθυμένη μνήμη ενός παιδιού παρά βυθισμένος σε μια πραγματικότητα που έτσι κι αλλιώς ο ίδιος ομολογεί ότι απομακρύνεται από τη δική του ζωή στο δεύτερο πιο σκοτεινό και πολιτικό μέρος, ο Γιοντορόφσκι προδίδει πως τα χρόνια πέρασαν και η ορμή του κάμφθηκε από τις υπερπροσπάθειες του να κάνει σινεμά με τους δικούς του όρους – αν και προς τιμήν του ότι κατάφερε να ολοκληρώσει τον «Χορό» με χρηματοδότηση από crowd funding.

Για πολλή ώρα ο «Χορός της Πραγματικότητας» γοητεύει με την ελαφρότητα, την τρέλα του και τον τρόπο με τον οποίο ο Γιοντορόφσκι δουλεύει πάνω στο b-movie σώζοντας με περισσή αυθαιρεσία τα φτηνά ειδικά εφέ και την ψηφιακή φωτογραφία δημιουργώντας παραισθησιογόνες εικόνες από μια «πειραγμένη» ενηλικίωση. Για ακόμη περισσότερη, όμως, μοιάζει απλά με μια συρραφή ιδεών, μια απότομη στροφή στην πολιτική κριτική στο δεύτερο μέρος με αποκορύφωμα τη σκηνή με το βασανισμό του γυμνού πατέρα λίγο πριν το φινάλε και συνολικά με ένα εγχείρημα που φέρει έντονα τα σημάδια του αποπροσανατολισμού από μια πραγματικά καίρια εξιστόρηση της ενηλικίωσης της Χιλής ή έστω του βίαιου τρόπου με τον οποίο ένα παιδί αποφασίζει να στραφεί στο όνειρο προκειμένου να αντέξει την πραγματικότητα.

Πολύχρωμο, λυρικό, σε στιγμές «σοφό» όταν ο ίδιος ο Γιοντορόφσκι εμφανίζεται για να σώσει τον «εαυτό» του και ενορχηστρωμένο με ευπρόσδεκτη ελαφρότητα πάνω στον καμβά της μνήμης όπως αυτή θα μένει πάντα μετέωρη μέσα στα κενά του χρόνου και τα παιχνίδια του ανθρώπινου μυαλού, το πιο προσωπικό φιλμ του Χιλιανού θρύλου στέλνει προς πάσα κατεύθυνση την ιδιαιτερότητά του ως μια συνέχεια των μεγάλων ταινιών της φιλμογραφίας του.

Δυστυχώς, ταυτόχρονα και αδιάκοπα μέσα στα 130 περίπου λεπτά του δεν παύει να σου υπενθυμίζει συνέχεια πως κάπου ανάμεσα στην «ευκολία» και την αναπαραγωγή οικείων τεχνικών από τη μεγάλη βιβλιοθήκη των παρωχημένων πλέον ωμοτήτων του δημιουργού του, η μοναδική επίδραση που μοιάζει να έχει στον θεατή αυτός ο «Χορός της Πραγματικότητας» είναι να αναζητήσει τις αυθεντικές βιωματικές ταινίες του Γιοντορόφσκι και ίσως να καταλάβει και ένα – δυο πράγματα για το πώς ένα παιδί όταν μεγαλώνει γίνεται ο Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”SUSPIRIA”, Δευτέρα 18/3/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

«Suspiria» του Λούκα Γκουαντανίνο

Αποφασίζοντας να κάνει το remake της «Suspiria» του Ντάριο Αρτζέντο, εμβληματικής ταινίας τρόμου του 1977 που αποδεικνύει την αξία της αρνούμενη να γεράσει, λογικά θα στόχευε σ’ ένα από δύο πράγματα. Αν το ένα ήταν να την επαναλάβει με το δικό του στιλ, καταλήγει με αποτέλεσμα πιο αδύναμο από το πρωτότυπο. Αν το άλλο – και πιθανότερο – ήταν να την «επανατοποθετήσει», προσθέτοντάς της στοιχεία που θα προσέγγιζαν την ιστορία και τα νοήματά της από άλλη γωνία, μάλλον πρόσθεσε τόσα και βαρυσήμαντα, που έχασε το λογαριασμό. Η

Και το σενάριο δεν μένει εκεί: η εποχή προσδιορίζεται ως η χρονιά όπου ολοκληρώνεται η δίκη της Φράξιας του Κόκκινου Στρατού στις φυλακές Σταμχάιμ, που οδηγεί στην καταδίκη και αυτοκτονία τού Αντρέας Μπάαντεν: οι ειδήσεις αναφέρονται διαρκώς στις διαδηλώσεις στους δρόμους και στα καθημερινά παραλειπόμενα από τη δίκη. Παράλληλα, ένας ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, ο Δρ. Γιόζεφ Κλέμπερερ (τον οποίο ερμηνεύει ο ψυχίατρος Λουτς Εμπερσντορφ, ή η Τίλντα Σουίντον σε διπλό ρόλο, η Ιστορία θα το δείξει), αφ’ ενός ψυχαναλύει τη μαθήτρια της Ακαδημίας, Πατρίσια (η Κλόι Γκρέις Μόρετς σ’ ένα ρόλο όπου, μια που την είδες, μια που δεν την είδες), αφετέρου υποψιάζεται ότι κάτι μυστηριώδες συμβαίνει στη σχολή και τολμά να διερευνήσει και παράλληλα, γιατί υπάρχει και τρίτος άξονας, ο Δόκτορ αναζητά την τύχη της γυναίκας του (την οποία ενσαρκώνει η Τζέσικα Χάρπερ, η Σούζι της πρωτότυπης «Suspiria», σ’ ένα γλυκό φόρο τιμής), που εξαφανίστηκε στη διάρκεια του πολέμου, ενώ ψυχαναιμιζόμαστε ότι υπάρχει και κάποια νοσηρή σχέση με τους Ναζί. Την ίδια ώρα, η χορογραφία που, ως άλλη Πίνα Μπάους, ετοιμάζεται να παρουσιάσει η Μαντάμ Μπλανκ στο κοινό, λέγεται Volk – Λαός – κι αναφέρεται στην οδύνη των Βερολινέζων στη διάρκεια του πολέμου. Από την οποία χρειάστηκαν μεγάλη ώθηση για να απεγκλωβιστούν, γι’ αυτό και η Σούζι, που θα είναι πρίμα μπαλαρίνα, πρέπει να προβάρει πολύ τα αλματάκια της.

Οι πρωταγωνίστριες της νέας, αυτής, «Suspiria» είναι δύο: η αισθητική και η κίνηση. Ο Γκουαντανίνο έχει, πραγματικά, στήσει ένα «κλουβί» για την ιστορία του και για να φυλακίσει τις ηρωίδες του μέσα, όχι απλώς πανέμορφο, αλλά και αποτέλεσμα δουλειάς και μελέτης. Οι συμβολισμοί στην αρχιτεκτονική του κτιρίου, τα αντικείμενα, οι εικαστικές αναφορές δεν αφήνουν χιλιοστό χώρου και δευτερόλεπτο χρόνου να φύγει χωρίς ένα ιδιαίτερο στίγμα, μια γοητευτική, σίγουρα, επιτήδευση. Το ίδιο και με τα κομμάτια του χορού, που είναι πολλά, αισθαντικά και αφηγηματικά, που θέλουν, με σαφήνεια, να συμπληρώσουν μέρη του σεναρίου, ή της χαρακτηρογραφίας. Τα οποία ο Γκουαντανίνο σκηνοθετεί και κινηματογραφεί με όλους τους τρόπους, είτε ως σκηνή τρόμου, είτε ως σκηνή αυνανισμού, με εικόνα σκονισμένη, ως εστέτ slow motion, με μεγέθυνση των κινήσεων των σωμάτων, των οστών, με μινιμαλιστικά ή γκροτέσκ κοστούμια.

Κι όμως, όλη αυτή η αισθητική και κινησιολογική μελέτη, δεν καταφέρνει στιγμή να μεταφέρει ένα συναίσθημα, να γίνει ανησυχητική, υποβλητική, ψυχαναλυτική ή, το κυριότερο, να προκαλέσει ανησυχία. Εστω κι αν η μουσική του Τομ Γιορκ, βγαλμένη από τη μεγαλύτερή του μελαγχολία, προσπαθεί να δώσει εγκεφαλικό χρώμα στο κυριολεκτικό χρώμα. Σαν την ψυχανάλυση του Δρ. Κλέμπερερ που, αν και… λακανική, εγκαταλείπεται χωρίς αποτελεσματικές συνεδρίες.

Και μαζί με όλα αυτά, ο Γκουαντανίνο φροντίζει να κάνει το γυναικείο point του, σχηματικά, αναπτύσσοντας έναν άξονα, όλο και δυναμικότερα προς το φινάλε, του ότι το κέντρο του κόσμου – τα θεμέλια της Σχολής – είναι η γυναίκα, η μητέρα (αχ, Ντάρεν Αρονόφσκι που τα έλεγες και δεν σ’ ακούγαμε), με τη μήτρα που θα γεννήσει και το καλό και το κακό. Σε μια, ας πούμε, υπαρξιακή προέκταση της «Suspiria», ή της Mother Suspiriorum, της Μητέρας των Στεναγμών, την οποία, όμως, ο ίδιος, λες από εσωτερικό κομφούζιο, οδηγεί σε αδιέξοδο. Υπάρχουν ιδέες για τη γυναικεία σημασία και ψυχοσύνθεση, αλλά κι ολόκληρα ευφάνταστα πλάνα, που η Αθηνά Τσαγγάρη έχει ήδη συμπεριλάβει στο σινεμά της.

Σ’ αυτό το μπαρόκ, σύνθετο κατασκεύασμα, οι ηθοποιοί κάνουν ό,τι μπορούν για να δώσουν ζωή, ή θάνατο, στις ηρωίδες τους, με διαφορετικά αποτελέσματα. Η Ντακότα Τζόνσον, μοιάζοντας, έτσι κι αλλιώς, με φλογερή, εύθραυστη έφηβη, ταιριάζει γάντι στη διττή Σούζι Μπάνιον, έτοιμη να φτάσει στα άκρα για να υπηρετήσει τη φύση της. Η Μία Γκοθ ενσαρκώνει θαυμάσια – και με την πιο ’70ς ταυτότητα – το ανυποψίαστο θύμα, την damsel in distress. Οσο για την Τίλντα Σουίντον, είτε είναι εκείνη που ενσαρκώνει τον Δρ. Κλέμπερερ (που είναι), είτε όχι, στο ρόλο της Μαντάμ Μπλανκ, παρότι μεταφέρει την αγέρωχη κομψότητα και τον δυσδιάκριτο, λεπτό συναισθηματισμό της, μένει μάλλον αναξιοποίητη, χωρίς μια αληθινά δυνατή σκηνή να επιδείξει τις ικανότητές της, που υπερβαίνουν και την ταινία.

Η «Suspiria» του Λούκα Γκουαντανίνο δεν είναι μια ταινία αμελητέα, είναι χάρμα οφθαλμών, αλλά μάλλον μόνον αυτών. Δεν προκαλεί ενδιαφέρον για τις ηρωίδες της, ούτε για τις ιδέες των οποίων ψήγματα διατυπώνει και, κυρίως, δεν είναι τρομακτική. Κανείς δεν θα χάσει τον ύπνο του όταν τη δει. Και σίγουρα όχι ο Ντάριο Αρτζέντο.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”GREEN BOOK”, Δευτέρα 11/3/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Το Πράσινο Βιβλίο

Green Book

του Πίτερ Φαρέλι

Πρωτοδημοσιευμένο το 1936 από τον Νεοϋορκέζο ταχυδρόμο και μετέπειτα εκδότη Βίκτορ Χιούγκο Γκριν, το «Πράσινο Βιβλίο», ή το «Πράσινο Βιβλίο του Νέγρου Αυτοκινητιστή» όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, υπήρξε η βίβλος του Μαύρου ταξιδιώτη στις ΗΠΑ για τριάντα χρόνια. Ένας ετήσια ανανεούμενος οδηγός ακριβείας για τα ξενοδοχεία, τα φαγάδικα, τα καταστήματα και τα βενζινάδικα στα οποία μπορούσε ανενόχλητος να σταθμεύσει ο έγχρωμος επαγγελματίας –καλλιτέχνες, αθλητές και πλασιέ κατά κανόνα- σε εποχές βάναυσου φυλετικού διαχωρισμού.

Μετά την ψήφιση του Νόμου περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το Κογκρέσο το 1964 και την απαγόρευση του διαχωρισμού σε δημόσιους χώρους, το Βιβλίο έχασε αναπόφευκτα την πρακτική του αξία, μέχρι που σταμάτησε οριστικά να εκδίδεται το 1966. Το 1962, όμως, όπου τοποθετείται η νέα δραμεντί του Πίτερ Φαρέλι, ο οδηγός ήταν ακόμη χρήσιμος. Ειδικά στους Μαύρους που σκόπευαν να περιοδεύσουν στον αναχρονιστικά εντροπικό αμερικανικό Νότο.

Ο Δόκτωρ Ντον Σέρλεϊ, περιζήτητος πιανίστας του κλασικού ρεπερτορίου και γόνος αριστοκρατικής τζαμαϊκανής οικογένειας, όχι απλά δεν ξέρει να οδηγεί, αλλά και χρειάζεται ως σοφέρ στην προσεχή τουρνέ του στην Λουιζιάνα κάποιον ικανό να τον προφυλάξει από δυσάρεστες καταστάσεις. Ο Τόνι Βαλελόνγκα, άνεργος οικογενειάρχης από το Μπρονξ, με πείρα πορτιέρη στη νεοϋορκέζικη νύχτα, σπεύδει για τη συνέντευξη. Τυπικός ρατσιστής, εκπλήσσεται δυσάρεστα με τη διαπίστωση πως ο δυνάμει μισθωτής του δεν είναι ούτε Λευκός, ούτε και «γιατρός». Κι ενώ αρνείται αρχικά τη δουλειά, που περιλαμβάνει και μικροθελήματα παντός τύπου, πείθεται στο άκουσμα της αμοιβής του.

Και το ταξίδι ξεκινά. Με τον σοφέρ χαλαρό, φλύαρο κι άξεστο μπροστά, τον μουσικό ευθυτενή και ακριβολόγο στο πίσω κάθισμα. Να εκπλήσσονται εναλλάξ με την άγνοιά τους για τον κόσμο του άλλου. Και να μαθαίνουν φυσικά. Ένα αταίριαστο ζευγάρι σε μια ταινία δρόμου. Ο οποίος όσο βαθύτερα οδηγεί στον Νότο, τόσο κοντύτερα φέρνει τους κινδύνους. Και μαζί τόσο δυνατότερη κάνει τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Δεν υπάρχει τίποτα το απρόβλεπτο σε τούτη την πορεία, καμία συνάντηση, καμία απειλή, κανένας διδακτισμός που να μην εκπέμπεται πολύ πριν την κάθε στροφή. Προδιαγραμμένοι όλοι οι σταθμοί, σαν τον οδηγό του έντυπου κολαούζου. Κι όμως, η διαδρομή σε συνεπαίρνει αβίαστα. Είναι ο τρόπος που ψωμώνουν οι Βίγκο Μόρτνεσεν και Μαχερσάλα Αλι τους στερεοτυπικούς ρόλους τους, με ερμηνείες που μετρούν με ακρίβεια τα τικ, τις χειρονομίες και τα βλέμματα και χαμηλώνουν καίρια τους τόνους εκεί που ο συναισθηματισμός δείχνει να πυκνώνει. Είναι όμως, την ίδια στιγμή, και το ψύχραιμο μέσα στην τρυφερότητά του βλέμμα του Πίτερ Φαρέλι, που δεν αφήνει στιγμή τη διάδραση των χαρακτήρων να ξεπέσει σε παιχνίδι εξουσίας: η ταξική και φυλετική εξίσωση ανάμεσα στον Τόνι και τον Ντον τελείται ανεπαίσθητα θαρρείς, χωρίς να έχει αλλοιωθεί καμία από τις ιδιαιτερότητες του ήθους τους.

Το πιο πιθανό είναι πως, προς χάριν ενός feel good θεάματος, πολλά από τούτο το αυθεντικό χρονικό έχουν εξυγιανθεί από τους σεναριογράφους, στους οποίους πρωτοστατεί ο ηθοποιός και παραγωγός Νικ Βαλαλόνγκα, ο γιος του εκλιπόντα από το 2013 Τόνι. Βέβαιο είναι ακόμη πως η ταινία δεν ήρθε να λύσει το διαχρονικό πρόβλημα του ρατσισμού – εξάλλου δεν πάει να το παίξει καταγγελία. Ξέρει τα όριά της, και μέσα σε αυτά παλεύει με αισιοδοξία να δείξει πως τέτοιες ιστορίες αναπάντεχης φιλίας οι εποχές τεταμένης μισαλλοδοξίας τις χρειάζονται πάντα.

Featured post

LIVE ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ, ΣΑΒΒΑΤΟ 9/3/2019, ΣΤΙΣ 21:00, ΣΤΟ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΣΤΕΚΙ ΣΤΟ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

Featured post

Προβολή της ταινίας ” BURNING”, Δευτέρα 25/2/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Το «Burning» του Λι Τσανγκ-ντονγκ, είναι ένα φιλμ μυστηρίου για την ίδια τη ζωή

Δέκα χρόνια μετά το «Poetry» ο Κορεάτης δημιουργός επιστρέφει με μια πολυεπίπεδη, βραδυφλεγή, σαγηνευτική ταινία.

Το «Burning» είναι βασισμένο σε ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο New Yorker το 1992 με τον τίτλο «Barn Burning». Σε αυτό ένας άντρας συναντά ξανά μετά από χρόνια μια κοπέλα από το παρελθόν του και τον καινούριο της φίλο. Όταν μετά από ένα τσιγαριλίκι εκείνη θα αποκοιμηθεί, ο φίλος της θa εξομολογηθεί στον ήρωα ότι έχει μια ενδιαφέρουσα συνήθεια: περίπου κάθε δύο μήνες, βάζει φωτιά σε έναν στάβλο και τον κοιτάζει να καίγεται, φροντίζοντας να μην προξενήσει κακό σε κανέναν άνθρωπο ή ζώο.

Αυτή η σκηνή υπάρχει σχεδόν αυτούσια στην ταινία του Λι Τσανγκ-ντονγκ, όμως πριν φτάσουμε ως εκεί έχει προηγηθεί μια σχεδόν ώρα, στην οποία οι τρεις βασικοί ήρωες έχουν ήδη χτίσει μια παράδοξη σχέση και τουλάχιστον για έναν από αυτούς μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα κάτι για τον κόσμο του και το παρελθόν του. Αντίθετα από τους άλλους δύο.

Ο Γιονγκσού και η Χαέμι κατάγονται από την ίδια πόλη και γνωρίζονται από μικροί αν και σύμφωνα με την Χαέμι οι μόνες κουβέντες που είχαν ανταλλάξει στο σχολείο ήταν όταν ο Γιονγκσου της είχε πει πόσο άσχημη είναι. Τώρα έχει μεγαλώσει, έχει κάνει πλαστικές, μαθαίνει παντομίμα (μπορεί να προσποιηθεί ότι τρώει ένα μανταρίνι με τρόπο που σε κάνει να το νιώθεις στο στόμα σου), και δουλεύει ως μοντέλο σε προωθητικές ενέργειες καταστημάτων. Εκείνη θα αναγνωρίσει μια μέρα τον Γιονγκσού, θα τον καλέσει για ποτά και αργότερα θα κάνουν σεξ στο μικροσκοπικό διαμέρισμά της. Μόνο που πριν η σχέση τους προχωρήσει θα του εξηγήσει ότι φεύγει για ένα ταξίδι στην Κένυα και θα του ζητήσει να ταΐζει την γάτα της όσο θα λείπει.

Όσο εκείνη είναι απούσα ο Γιονγκσου θα επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι στην επαρχία φροντίζοντας το κτήμα όσο ο πατέρας του περιμένει να δικαστεί για την επίθεση του σε έναν δημόσιο υπάλληλο και θα επισκέπτεται το σπίτι της Χαέμι για να ταΐζει την γάτα. Την οποία δεν θα δει ποτέ όλο αυτό τον καιρό, ακόμη κι αν κάθε φορά που την επισκέπτεται θα βρίσκει το πιάτο της άδειο και αποδείξεις για την ύπαρξή της στην άμμο της. Κι όταν η Χαέμι θα του τηλεφωνήσει ότι επιστρέφει θα ανακαλύψει στο αεροδρόμιο ότι έχει έναν καινούριο φίλο, τον όμορφο και πλούσιο Μπεν που γνώρισε στο ταξίδι της. Και η πηγή των χρημάτων του Μπεν όπως και η φύση της σχέσης του με την Χαέμι θα παραμείνει σκοτεινή, σπρώχνοντας τον Γιονγκσου αλλά κι εμάς στο να αμφισβητούμε σχεδόν τα πάντα απ΄ όσα ακούμε και βλέπουμε.

όσες από τις ιστορίες της Χαέμι είναι αληθινές; Υπάρχει όντως ο γάτος της, ή τα ζώα απαγορεύονται στην πολυκατοικία της όπως λέει η σπιτονοικοκυρά της; Κι ο Μπεν καίει στ’ αλήθεια θερμοκήπια όπως εξομολογείται στον Γιονγκσού; Όλα αυτά τα ερωτήματα κι ακόμη περισσότερα, θα πάρουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις όταν η Χαέιμι πάψει να απαντά στο τηλέφωνό της κι ούτε εκείνος, ούτε κι ο Μπεν κατά την δική του παραδοχή μπορεί να την βρει.

Ο Λι Τσανγκ-ντονγκ ξετυλίγει την ιστορία του με έναν ρυθμό που μπορεί να μοιάζει ράθυμος μα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, προσαρμόζοντας το ύφος της ταινίας του με τον τρόπο που ένας χαμαιλέοντας αλλάζει το χρώμα του δέρματος του. Αρχικά παρακολουθείς μια ρομαντική ιστορία, στην συνέχεια ένα φιλμ για ένα ερωτικό τρίγωνο, στη συνέχεια μια μυστηριώδη αναζήτηση και τελικά ένα ψυχολογικό θρίλερ. Μα αυτό που μένει σταθερό στην διάρκεια αυτής της αφηγηματικής και συναισθηματικής διαδρομής είναι η αβεβαιότητα στην οποία το φιλμ σε κρατά βυθισμένο μια αβεβαιότητα που αντανακλά την ανθρώπινη αδυναμία απέναντι στα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα για την ζωή, το νόημα της, το αίνιγμα που είναι και που ως το τέλος μοιάζει να παραμένει άλυτο.

«Για μένα η ζωή είναι ένα μυστήριο» λέει κάποια στιγμή ο Γιονγκσου σε μια διαπίστωση που αν σταθείς να την αναλύσεις δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις. Τον περισσότερο καιρό, για τους περισσότερους από εμάς, η ζωή είναι κάτι σαν ένα τεράστιο σώμα νερού πάνω στο οποίο επιπλέουμε θεωρώντας το απλά ως δεδομένο. Και είναι μόνο μέσα από την τέχνη και μέσα από ταινίες όπως αυτή που μπορείς, σαν με ένα γυαλί, να κοιτάξεις κλεφτά τις σκιές και τα σχήματα που βρίσκονται στο βυθό του.

Featured post

Παρέμβαση ενάντια σε εταιρείες που εργάζονται για την όδευση του Διαδριατικού Αγωγού-TAP

Το πρωί της Τρίτης 12 Φλεβάρη, πραγματοποιήθηκε παρέμβαση με πανό τρικάκια,κείμενα και αφίσες στη γειτονιά της Μαρτίου ενάντια στην όδευση του Διαδριατικού ενεργειακού Αγωγού TAP (Trans Adriatic Pipeline). Στην οδό 25ης Μαρτίου 21, στεγάζονται τα γραφεία των εταιρειών που ευθύνονται για την απαλλοτρίωση χιλιάδων στρεμμάτων γης για τις ανάγκες όδευσης του αγωγού.

Πρόκειται για τις εταιρείες ΙΝΦΟΔΗΜ , MTC Μακεδονική και E.N.Y. που συμβάλλουν στην άμεση εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων έναντι των κοινωνικών αναγκών. Η ΙΝΦΟΔΗΜ είναι υπεύθυνη για την κατασκευή Συστημάτων Γεωγραφικής Πληροφόρησης: σχεδίασε κεντρικές βάσεις γεωγραφικών δεδομένων στο μήκος όδευσης από την Ελλάδα μέχρι την Ιταλία ενώ αναπτύσσει και τη Διεπαφή χρήστη PAMS (Διαχειριστικό Σύστημα Κτηματολογίου, Απογραφής και Περιουσιακών στοιχείων). Η MTC Μακεδονική είναι υπεύθυνη για την εξαγωγή εκφυλισμένων αποζημιώσεων και αξιών αποκατάστασης καθώς και την πραγματοποίηση περιφερειακών έργων (τοπογραφικές και κτηματολογικές μελέτες) κατά τα διεθνή καπιταλιστικά πρότυπα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD). Τέλος η E.N.Y.είναι ένα δικηγορικό γραφείο που εξειδικεύεται στην παροχή υπηρεσιών κτηματολογικής διαχείρισης και δικαιωμάτων ακίνητης περιουσίας για ιδιωτικούς φορείς όπως τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ευθύνεται άμεσα για τη παροχή νομικών υπηρεσιών σε σχέση με την ασφαλή και γρήγορη απαλλοτρίωση εκτάσεων γης που ανήκουν σε κατοίκους των περιοχών από όπου σχεδιάζεται η όδευση του αγωγού.

Ο διαδριατικός αγωγός αερίου ΤΑΡ είναι ένα έργο-ορισμός της ενεργειακής κεφαλαιοκρατικής αγοράς, προικισμένο με τη σαπίλα της διαφθοράς και της παρανομίας της παγκόσμιας ενεργειακής κατασκευαστικής ελίτ. Σκοπός του έργου είναι η ενεργειακή σύνδεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στημένο από κάθε λογής καρτέλ κατασκευαστικών εταιρειών με δεκάδες δικογραφίες και πρόστιμα για περιβαλλοντολογικές καταστροφές να προικίζουν τα βιογραφικά τους, περιμένει να πάρει και αυτό τη θέση του μέσα στην παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα της μίζας, της ξεφτίλας και της δωροδοκίας. Απέναντι σε αυτό το μεγαθήριο του ενεργειακού ιμπεριαλισμού, κάτοικοι κατά μήκος όλου του αγωγού αγωνίζονται και  αντιστέκονται ενάντια στη λεηλασία και την καταστροφή της φύσης, ενάντια στη διαρκή υποβάθμιση και αλλοοτρίωση των ζωών τους και των ζωών όλων μας εν γένει.

Το ενεργειακό ζήτημα είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο διακρατικό διακύβευμα και οι προεκτάσεις που έχει στην πολιτικοστρατιωτική σκακιέρα ανυπέρβλητα σκοτεινές. Στην σύγχρονη πολιτική ιστορία η ενεργειακή ανάπτυξη και εκμετάλλευση πόρων (εξορύξεις υδρογονανθράκων, φυσικό αέριο κτλ) αποτελεί την κυριότερη αιτία διακρατικών πολέμων. Πολέμων που άφησαν και αφήνουν πίσω τους αίμα και καμμένη γή. Αν δεν θέλουμε λοιπόν να αποτελέσουμε βορά στα στόματα των κυρίαρχων, οφείλουμε να ενδυναμώσουμε όλες αυτες τις κοινωνικές και ταξικές πρωτοβουλίες που στοχοποιούν τα ίδια τα αίτια του πολέμου. Να συνδέσουμε και να συνδεθούμε με τους αγώνες ενάντια στην ενεργειακή ανάπτυξη που λεηλατεί και καταστρέφει τη φύση και τις ζωές μας. Ό,τι βρίσκεται μέσα στη γή, ανήκει σε αυτή και σε κανέναν από εμάς. Ο αγώνας των κατοίκων ενάντια στην όδευση του διαδριατικού (αλλά και κάθε άλλου) αγωγού αλλά και κάθε αγώνας ενάντια στις εξορύξεις, τις ΑΠΕ κ.α. είναι αγώνες ενάντια στην καταστροφή του φυσικού κόσμου. Είναι αγώνες ενάντια στην διαρκή υποτίμηση των όρων ζωής όλων μας. Είναι αγώνες για να μη ζήσουμε μέσα στην απόλυτη δυστοπία. Είναι αγώνες δίκαιοι και αναγκαίοι.

Αλληλεγγύη σε όσους αγωνίζονται ενάντια στην όδευση του διαδριατικού αγωγού TAP

Η ενεργειακή ανάπτυξη είναι ένα βήμα πιο κοντά στον πόλεμο

 

Featured post

Προβολή της ταινίας ” THE CAPTAIN ”, Δευτέρα 18/2/2019 στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Η Στολή του Λοχαγού

The Captain

του Ρόμπερτ Σβέντκε

Ο γερμανικής καταγωγής Ρόμπερτ Σβέντκε αφήνει πίσω του το χολιγουντιανό παρελθόν του για να αφηγηθεί με arthouse όρους μια αληθινή ιστορία από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σκηνοθετημένη με μαεστρία αλλά γοητευμένη από την ίδια της την παράλογη βαναυσότητα.

Γεννημένος στη Γερμανία αλλά γνωστός περισσότερο για την καριέρα του στο Χόλιγουντ, η οποία περιλαμβάνει ταινίες όπως την αεροπορική περιπέτεια «Flightplan» (2005) με τη Τζόντι Φόστερ, την κατασκοπική κωμωδία δράσης «RED» (2010) και, πιο πρόσφατα, το αποτυχημένο franchise νεανικής φαντασίας «Divergent», ο Ρόμπερτ Σβέντκε επιστρέφει στη γενέτειρά του για να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, με όρους arthοuse σινεμά αυτή τη φορά, μια διαβόητη αληθινή ιστορία από τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: την ιδιόμορφη περίπτωση του Βίλι Χέρολντ.

Βρισκόμαστε στο 1945, δύο μόλις εβδομάδες πριν από το τέλος του πολέμου, και η Γερμανία έχει καταληφθεί από το χάος, με την ήττα να διαφαίνεται πλέον καθαρά στον ορίζοντα. Έχοντας εγκαταλείψει τα καθήκοντά του, ο 19χρονος στρατιώτης Βίλι Χέρολντ πασχίζει να επιβιώσει γλιτώνοντας παρά τρίχα τόσο από τους διώκτες του όσο και από τους απελπισμένους από τα αλλεπάλληλα πλιάτσικα κατοίκους. Όταν ανακαλύπτει τυχαία ένα εγκαταλειμμένο γερμανικό στρατιωτικό όχημα, βρίσκει μέσα σ’ αυτό τη στολή ενός υψηλόβαθμου Ναζί. Θα τη φορέσει αρχικά για να ζεσταθεί, σύντομα όμως το ένστικτο της επιβίωσης θα τον ωθήσει να υιοθετήσει και την ταυτότητα του προκατόχου της. Καθώς η τύχη θα τον φέρει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για Γερμανούς λιποτάκτες, ο Χέρολντ θα διαπράξει μια σειρά από απάνθρωπα εγκλήματα εναντίον ομοίων του, που του χάρισαν το παρατσούκλι «ο Εκτελεστής του Εμσλαντ»

Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κάποιος για να επιβιώσει; Πόσο εύκολα μπορεί να μετατραπεί ένα θύμα σε θύτη όταν του δοθεί η απαραίτητη εξουσία; Και σε ποιο βαθμό μπορεί να διαβρωθεί απ’ αυτήν ώστε να χάσει κάθε ηθικό φραγμό και υπόσταση του αληθινού εαυτού του; Ο Σβέντκε (ο οποίος υπογράφει ο ίδιος και το σενάριο) χρησιμοποιεί σχεδόν συμβολικά το εύρημα της στολής για να διερευνήσει τα παραπάνω ερωτήματα, χρησιμοποιώντας παράλληλα το φρικιαστικό σκηνικό του πολέμου ως το πλέον ιδανικό φόντο για να ευδοκιμήσει μια τέτοια αποκρουστική και φαινομενικά ακραία «μεταμόρφωση».

Για τον Σβέντκε –και, προφανώς, για τον ήρωά του– η απάντηση είναι απλή: οποιοσδήποτε μπορεί να μετατραπεί σε τέρας κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και με τα κατάλληλα μέσα. Και ο Γερμανός σκηνοθέτης ενορχηστρώνει την τερατώδη αυτή μετάλλαξη με την αξιοζήλευτη βιρτουοζιτέ ενός Ευρωπαίου μάστερ που έχει μελετήσει μεθοδικά τους κλασικούς, με αιχμηρή ασπρόμαυρη φωτογραφία και με μια ταιριαστά ανησυχητική ερμηνεία από τον Μαξ Χουμπάχερ.

Μόνο που η απόπειρά του να αποτινάξει, έστω και για λίγο, το «βεβαρημένο» χολιγουντιανό παρελθόν του και να παραδώσει ένα βίαιο αριστούργημα φεστιβαλικών προδιαγραφών μοιάζει υπερβολικά ερωτευμένη με τον εαυτό της για να κάνει τον κόπο να διερευνήσει περαιτέρω τα κίνητρα του Χέρολντ, πέρα από το απλουστευτικό αυτό πρώτο επίπεδο του συμβολισμού του και πίσω από το ανέκφραστο νέο προσωπείο που φορά ο χαρακτήρας του. Καθώς ο Χέρολντ εκμεταλλεύεται επιδέξια την ίδια τη γραφειοκρατία της φασιστικής μηχανής και χειραγωγεί εξίσου αξιωματικούς, κρατούμενους και απλούς στρατιώτες που πριν από λίγο βρίσκονταν στην ίδια θέση μ’ αυτόν, η ταινία δεν κάνει καμία προσπάθεια να ανακαλύψει έστω και μια υποψία αμφιβολίας και συναισθήματος μέσα του, πέφτοντας στην παγίδα να τον απεικονίσει με τον ίδιο μονοδιάστατο και στερεοτυπικό τρόπο με τον οποίο το Χόλιγουντ συχνά σκιαγραφεί το Ναζί κτήνος. Κι έχοντας εξασφαλίσει πρώτα τη συμπάθεια του κοινού για τον κυνηγημένο πρωταγωνιστή της, το αναγκάζει στη συνέχεια να έρθει αντιμέτωπο με τα ολοένα και πιο φρικώδη και σαδιστικά εγκλήματά του.

Το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο, όμως ο Σβέντκε δεν χάνει ευκαιρία να το επαναλάβει με τη διακριτικότητα πολυβόλου: Καθώς μας βομβαρδίζει με τη μία –δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη, είναι αλήθεια– σοκαριστική σκηνή μετά την άλλη, μοιάζει να αντλεί κι ο ίδιος μια κάποια σαδιστική ευχαρίστηση από την οργιαστική παρέλαση βαναυσότητας και παραλογισμού, φορώντας κι αυτός περήφανα ως άλλοθι τη νέα του καλλιτεχνική ταυτότητα.

Featured post

Προβολή της ταινίας ” ROMA ”, Δευτέρα 11/2/2019 στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Ρόμα

του Αλφόνσο Κουαρόν

Το αριστούργημα του Αλφόνσο Κουαρόν, μια επιστολή αγάπης και μνήμης στις γυναίκες που τον μεγάλωσαν και την ταραγμένη χώρα, μέσα και έξω από τους τοίχους του σπιτιού του. Χρυσός Λέοντας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Μετά το «Gravity» και τα Όσκαρ, ο (άλλος) σπουδαίος Μεξικανός αφιερώνει ένα αριστούργημα στο χρόνο, στις γυναίκες και στην πόλη του, γεμάτο από τις δικές του «ανοχύρωτες» αναμνήσεις.

Ένα δάπεδο από μεγάλες πλάκες: το νερό που το ξεπλένει έρχεται ορμητικό, χωρίς να βλέπουμε ούτε το πρόσωπο, ούτε τα χέρια που το ρίχνουν. Καθώς το νερό έρχεται και φεύγει, πάνω του καθρεφτίζεται, σε αντανάκλαση, ένα σπίτι, ένα μπαλκόνι, ένα κομμάτι ουρανού, ένα αεροπλάνο. Έρχεται και φεύγει. Ξανά.

Το «Ρόμα» του Αλφόνσο Κουαρόν είναι μια ταινία ασπρόμαυρη κι αυτό το κείμενο θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Οι αναμνήσεις του σκηνοθέτη από το Μέξικο Σίτι του ’71, από τη γειτονιά του που λεγόταν Ρόμα, αποτυπώνονται ως ανάμνηση, μ’ ένα απόλυτα εστέτ ύφος, σε μια νέα ερμηνεία του νεορεαλισμού. Ένα καινούριο σινεμασκόπ (ένα δικής του έμπνευσης 65mm), ψηφιακό και μοντέρνο. Χωρίς εντάσεις, χωρίς έντονα κοντράστ, με απαλό φως που όμως διαπερνά πρόσωπα και πράγματα. Είναι οι αναμνήσεις του κι οι γυναίκες που τις διαμόρφωσαν.

Σ’ ένα μεσοαστικό σπίτι τη «νέα» δεκαετία του ’70, η ζωή κυλά με τη φούρια της καθημερινότητας. Ο γιατρός μπαμπάς και η (με σπουδές βιοχημείας) οικοκυρά μαμά βιώνουν το χωρισμό τους, αλλά συγκαλυμμένα, μυστικά. Τα τέσσερα παιδιά και η γιαγιά αναπληρώνουν το θόρυβο, τις ταραχές και τα παιχνίδια. Όλα περνούν από τα χέρια κι από τα μάτια της Κλέο, της μιας από τις δυο υπηρέτριες του σπιτιού. Πιτσιρίκα κι η ίδια, στα πρόθυρα ενός αρραβώνα ίσως, φροντίζει για όλα και για όλους, παρηγορεί, αγκαλιάζει, φέρνει φαγητά, μαζεύει το τραπέζι και τα ρούχα, καθαρίζει, παρατηρεί. Κανείς δεν παρατηρεί την ίδια την Κλέο, παρά μόνο η κάμερα κι εμείς.

Για ώρα ο Κουαρόν ξεδιπλώνει την ταινία του υπερβολικά ήσυχα. Επίπεδα, ασήμαντα καθημερινά πράγματα σκεπάζουν μια ένταση που σιγά-σιγά, αδιόρατα αλλά καθηλωτικά, αυξάνεται με οικείες αφορμές. Η ετοιμόρροπη αυτοσυγκράτηση της Σοφία, της κυρίας του σπιτιού. Τα πείσματα των μικρών. Η αυλή που γεμίζει με τα κακά του σκύλου που δεν βγαίνει βόλτα: ποιος και πότε θα τα πατήσει; Κι ο φίλος της Κλέο, θα της δώσει ποτέ τη σημασία που αξίζει;

Για να συνδεθεί αυτή, η αδιόρατη, υπόγεια ένταση, σ’ ένα συναισθηματικό ποτάμι που θα οδηγήσει στο δεύτερο μέρος και στο φινάλε της ταινίας. Χωρίς υπερβολές, μόνο με αλήθεια. Για την αγαπημένη μεσοαστική τάξη που ποτέ δεν κοίταξε, πραγματικά, όσα συνέβαιναν γύρω της, πασχίζοντας να συντηρήσει τον τρόπο ζωής της χωρίς ανατροπές. Σαν το μεγάλο οικογενειακό αυτοκίνητο που, ξεκάθαρα, δεν χωρά να περάσει από την πόρτα του γκαράζ του σπιτιού και τραυματίζεται κάθε φορά, σε μια πεισματική προσπάθεια. Σαν τα αεροπλάνα που ταξιδεύουν στον ουρανό και κανείς, ποτέ, δεν αναρωτιέται πού πηγαίνουν. Σαν τις αφίσες στους δρόμους που φωνάζουν εναντίον του Ετσεβερία, που κανείς δεν τις προσέχει, λίγες μέρες πριν τη σφαγή του Κόρπους Κρίστι που η οικογένεια θα δει, φυσικά, από το παράθυρο.

Αυτό το σχεδόν σιωπηλό (και γι’ αυτό εκκωφαντικό) πολιτικό σχόλιο, ο Κουαρόν το στολίζει απολαυστικά, με μια εκπληκτική αναπαράσταση εποχής, όχι νοσταλγική, αλλά γεμάτη ζωντάνια. Χωρίς κατηγορώ, μόνο με μια παραδοχή της ταξικής αδικίας και μεγάλα αποθέματα αγάπης. Με ποπ αναφορές, από το soundtrack του «Jesus Christ, Super Star» που ακούει η οικογένεια στη γιορτή των Χριστουγέννων, μέχρι την «Ασύλληπτη Απόδραση» του Λουί ντε Φινές που παίζει το σινεμά, μέχρι τη χαριτωμένη, αυτοαναφορική (ας του την επιτρέψουμε, οριακά), σκηνή που τόσο θυμίζει τον… Τζορτζ Κλούνεϊ και το «Gravity».

Ταυτόχρονα, αυτή είναι μια ταινία – ωδή στη γυναικεία φύση, τη δύναμή της, την αντοχή και την προσαρμοστικότητά της. «Ό,τι και να σου πουν, εμείς οι γυναίκες είμαστε πάντα μόνες,» θα βάλει ο Κουαρόν τη μία ηρωίδα του να λέει στην άλλη. Και γι’ αυτό, για να τιμήσει την καθοριστική μοναξιά τους, τους χτίζει ένα περήφανο μνημείο μ’ αυτή την ταινία.

Όπως όλοι οι σπουδαίοι σκηνοθέτες, έτσι κι ο Κουαρόν κάνει πάντα την ίδια ταινία, ασχολείται με διαφορετικές περιβολές των ίδιων σκέψεων, για τη μοναξιά του ανθρώπου μέσα στο σύνολο, για τα προσωπικά όρια και πώς μπορεί κανείς να τα υπερβεί. Το ίδιο κάνει και στο «Ρόμα», αλλά, αυτή τη φορά, με μεγάλη αυτογνωσία, ειλικρίνεια και ηρεμία. Και μια συγκινητική υπενθύμιση, ότι δεν χρειάζεται να κοιτάς τα αεροπλάνα στην αντανάκλασή τους στο δάπεδο, μπορείς απλώς να κοιτάξεις ψηλά, στον ουρανό.

Featured post

Προβολή της ταινίας ” THE HOUSE THAT JACK BUILT ”, Δευτέρα 4/2/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ
The House that Jack Built
του Λαρς φον Τρίερ

Όχι μια ταινία για έναν serial killer, αλλά μια παραβολή κι ένας στοχασμός για την τέχνη, το καινούριο φιλμ του Λαρς φον Τρίερ είναι βαθιά προσωπικό κι αδιάλειπτα συναρπαστικό.

Η Ψυχή ανήκει στον Παράδεισο και το Σώμα στην Κόλαση

ΗΠΑ, δεκαετία του ’70. Παρακολουθούμε τον εξαιρετικά ευφυή Τζακ για ένα διάστημα 12 ετών και γινόμαστε «αυτόπτες μάρτυρες» των πέντε δολοφονιών-οροσήμων που διέπραξε, οι οποίες καθόρισαν την εξέλιξή του ως κατά συρροή δολοφόνο. Βλέπουμε τα τεκταινόμενα από την οπτική γωνία του Τζακ. Ενός ανθρώπου που ισχυρίζεται πως από μόνη της, κάθε δολοφονία είναι ένα έργο τέχνης.
«Για πολλά χρόνια έκανα ταινίες για καλές γυναίκες, τώρα έκανα μια για έναν σατανικό άντρα». Αυτή είναι η μόνη δήλωση του Λαρς φον Τρίερ για το «The House That Jack Built» και διαβάζοντάς την αφού έχεις δει το φιλμ δεν μπορείς παρά να νιώσεις τα ίχνη μιας ανατριχίλας στην σκέψη πως η φράση του Τρίερ για τον ηρώα του, είναι πολύ πιθανόν να περιγράφει τον ίδιο.
Γιατί ακόμη κι αν το «σπίτι του Τζακ» βασίζεται στην πρόφαση μιας ταινίας για έναν serial killer και έρχεται με την φήμη του σοκ, αν περιμένετε ένα «Seven», ή μια «Σιωπή των Αμνών» είναι σίγουρο ότι θα απογοητευθείτε βαθιά. Ναι, η βία είναι εκεί και κατά στιγμές είναι εξαιρετικά σκληρή αν και πάντα σερβιρισμένη με μια μερίδα μαύρου, ειρωνικού χιούμορ από αυτό που χαρακτηρίζει τον σπουδαίο Δανό –και που συχνά τον φέρνει μπροστά σε προβλήματα. Όμως η βία δεν είναι η ουσία. Βλέπετε, ο Τζακ, ένας μηχανικός στην Αμερική της δεκαετίας του 70 ο οποίος ονειρεύεται να χτίσει το τέλειο σπίτι, βλέπει την κλίση του στον φόνο ως την έκφραση μιας καλλιτεχνικής φλέβας, κάθε φρικτή του πράξη δεν είναι τίποτα λιγότερο από την απόπειρά του να δημιουργήσει ένα αριστούργημα.
Κι από την αρχή ήδη, είναι σαφές ότι τα όσα βλέπουμε στην οθόνη, είναι όσα ο Τζακ αφηγείται σε έναν αόρατο συνομιλητή ο οποίος ονομάζεται «Βερτζ», καθ οδόν προς κάπου που δεν μπορείς να είσαι βέβαιος που ή τι είναι είναι. Μα αν είσαι παρατηρητικός, γρήγορα θα αντιληφθείς ότι ο Βερτζ δεν είναι ένας ψυχολόγος ή ένας αστυνομικός στον οποίο ο ήρωας εξομολογείται, μα ο ίδιος ο Βιργίλιος, ο Ρωμαίος ποιητής της «Αινειάδας» κι οδηγός του Δάντη στους εννιά κύκλους της κόλασης στην «Θεία Κωμωδία». Κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται ελαφρώς αστείο ή επιδεικτικά λόγιο, δεν είναι τίποτα περισσότερο ή τίποτα λιγότερο από ένα ευφυές τέχνασμα για να οδηγήσει με την σειρά του τους θεατές σε μια φιλοσοφικής υφής κουβέντα για την σημασία και την αξία της τέχνης και τον ρόλο που πρέπει να έχει η αγάπη και η ανθρωπιά στην δημιουργία της.
Γιατί κάτω από όλους τους φόνους, τους ακρωτηριασμούς, το αίμα και την φρίκη που η κάμερα του Τριερ ποτέ δεν φοβήθηκε να καταγράψει και που εδώ το κάνει με μια ψυχρή (με την έννοια της αποστασιοποίησης) απόλαυση, αυτή του η ταινία δεν είναι τίποτα άλλο από μια εσωτερική κουβέντα του σκηνοθέτη με τον ίδιο του τον εαυτό για τον το καθήκον και την ευθύνη του καλλιτέχνη, για την κινητήρια δύναμη πίσω από την δημιουργία οποιουδήποτε έργου τέχνης για τον ρόλο και τα όρια της ηθικής.
Αυτή είναι μια ταινία της οποίας κομμάτια των διαλόγων θα μπορούσαν να βρουν την θέση στην διατριβή ενός υποψήφιου διδάκτωρ τέχνης ή φιλοσοφίας και η οποία περιέχει αναλύσεις, σκέψεις, παραδείγματα από την ιστορία της τέχνης και της ανθρωπότητας που ξεκινούν κυριολεκτικά από τον Γκλεν Γκούλντ και τον Γουίλιαμ Μπλέικ (τα ποιηματά του «The Tyger» και «The Lamb» αποτελούν κάτι σαν leitmotif της ταινίας μαζί με το «Fame» του Ντέιβιντ Μπόουι) και φτάνουν ως την θεωρία της αξίας των ερειπίων του ναζιστή αρχιτέκτονα Αλμπερτ Σπέερ διαμέσου των διαφορετικών μεθόδων αποσύνθεσης που παράγουν το πιο γλυκό κρασί. Από αμέτρητους πίνακες μέχρι αποσπάσματα ταινιών (φυσικά και του ίδιου του Τρίερ), μουσικές κι από την Ακρόπολη μέχρι την βελανιδιά του Γκέτε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ, το φιλμ διατρέχει την ιστορία της τέχνης και την ηθική της, αντιπαραβάλλοντας την με την ανθρώπινη φύση, την ροπή προς το κακό, την ανάγκη της εξιλέωσης.
Πρόκειται για μια συναρπαστική πνευματικά διαδρομή, γεμάτη αντιφάσεις και ηλεκτρισμένα ερωτηματικά και στην διάρκεια της ταινίας είναι σαφές ότι ο Τρίερ δεν θέλει να σου προσφέρει απαντήσεις. Πιθανότατα δεν τις έχει ούτε ο ίδιος αφού νιώθεις ότι και οι δυο χαρακτήρες της ταινίας του απηχούν σκέψεις του ίδιου, είναι ο Τρίερ που μιλά από στο στόμα και τις πράξεις και των δύο. Εν τούτοις είναι σπάνιο και απολαυστικό να βλέπεις έναν καλλιτέχνη να διερωτάται «φωναχτά» για ζητήματα που μοιάζουν να τον απασχολούν βαθιά, απευθυνόμενος την ίδια στιγμή στον εαυτό του, στους επικριτές, τους θαυμαστές και το κοινό.
Στα χέρια κάποιου άλλου κάτι τέτοιο πιθανότατα θα ήταν αφόρητα ομφαλοσκοπικό και βασανιστικά βαρετό, όμως στα χέρια του Τρίερ είναι μια ταινία που στις καλύτερες στιγμές της κάνει κεφάλια να εκρήγνυνται, τόσο από σφαίρες στην οθόνη, όσο κι από την πυκνότητα και την πολυπλοκότητα των σκέψεων που σου γεννά εκτός αυτής. Ο Τρίερ ξέρει να κάνει σπουδαίο σινεμά γεμάτο μικρά ή μεγαλύτερα σοκ, ανίερο χιούμορ και ιδέες που σε διαπερνούν με την ένταση πυρωμένου σίδερου και καταφέρνει να κάνει το ίδιο ακόμη κι αν αυτή η ταινία περισσότερο απ΄ οποιονδήποτε άλλον, αφορά στον ίδιο.

Featured post

ΕΚΔΗΛΩΣΗ – ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ με συντρόφους από AntifaSofia, από τα Βαλκάνια της εκμετάλλευσης και του εθνικισμού, στα Βαλκάνια της αλληλεγγύης και των αγώνων, Παρασκευή 18/01/2019, στις 20:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

 

Ποιος είναι ο στρατηγός Lukov (Λούκοφ) και τι ακριβώς είναι το Lukovmarsh;

Το Lukovmarsh είναι μια ναζιστική πορεία που πραγματοποιείται κάθε Φεβρουάριο στη μνήμη του στρατηγού, πολιτικού και υπουργού πολέμου Χρίστο Λούκοφ (1887-1943), ενός υποστηρικτή της ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο οποίος σκοτώθηκε από τη Βιολέτα Γιάκοβα, μια αγωνίστρια της παράνομης οργανωμένης αντιφασιστικής αντίστασης στη Σόφια.
Μεταξύ των ετών 1942 και 1943 ο Λούκοφ ήταν επίσης ηγέτης της υπερεθνικιστικής οργάνωσης Ένωση των Εθνικών Βουλγαρικών Λεγεώνων, που απαιτούσε από τη βουλγαρική κυβέρνηση να στείλει τους Βούλγαρους Εβραίους στα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης (τελικά η εκκλησία της Βουλγαρίας εμπόδισε σε γενικές γραμμές την εξόντωση των Εβραίων της Βουλγαρίας, οπότε ο βουλγαρικός στρατός για να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του στον Χϊτλερ οδήγησε 11.343 ελληνόφωνους και σλαβόφωνους Εβραίους  στο στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα από τις περιοχές της ελληνόφωνης και σλαβόφωνης Μακεδονίας που είχε παραχωρήσει στη Βουλγαρία η ναζιστική Γερμανία – φαντάζομαι και από την Καβάλα) .

Πριν από 15 χρόνια, το 2003, η φιγούρα του Χρίστο Λούκοφ ανασύρθηκε από τον κάδο απορριμμάτων της ιστορίας για πρώτη φορά και έκτοτε πραγματοποιείται η πορεία προς τιμήν του, ανεξάρτητα από τις επίσημες απαγορεύσεις το 2014 και το 2015 ή την “έλλειψη συντονισμού” με τον δήμο της Σόφιας το 2016 και το 2017 (οι διοργανωτές του Lukovmarsh προσέφυγαν εναντίον του δήμου σε διοικητικό δικαστήριο, το οποίο “τους δικαίωσε”). Οι διοργανωτές και οι συμμετέχοντες ανήκουν σε διάφορες φασιστικές βουλγαρικές ομάδες, μεταξύ των οποίων η Βουλγαρική Εθνική Ένωση, το εθνικιστικό κόμμα VMRO (που πλέον συμμετέχει στη βουλγαρική κυβέρνηση συνασπισμού), οι ναζιστικές ομάδες των “ultras” και το βουλγαρικό τμήμα της διεθνώς απαγορευμένης νεοναζιστικής οργάνωσης Blood and Honor. Τον τελευταίο καιρό, οι υμνητές του Λούκοφ προσπαθούν να μην επιδεικνύουν ανοιχτά ναζιστικούς συμβολισμούς όπως οι σβάστικες, έτσι ώστε να μην απαγορευτεί η πορεία, συνεχίζουν όμως να παρελαύνουν υπό τα ευκόλως αναγνωρίσιμα σύμβολα που χαρακτηρίζουν το διεθνές νεοναζιστικό κίνημα (κελτικοί σταυροί, σημαίες της Γερμανικής αυτοκρατορίας, ο ήλιος του Τρίτου Ράιχ κλπ.) κάτω από τα οποία κρύβεται η προσήλωσή τους στην πιο μισητή και απάνθρωπη ιδεολογία που έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα ο κόσμος. Ο Angel Djambazki, Βούλγαρος ακροδεξιός πολιτικός του VMRO και ευρωβουλευτής, υποστηρίζει ανοιχτά το Lukovmarch και τις οργανώσεις που το πραγματοποιούν.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”DOGMAN”, Δευτέρα 17/12/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

 Το «σκυλί που γαυγίζει, μην το φοβάσαι», ισχύει και για το «Dogman» του Ματέο Γκαρόνε

Μια ιστορία Δαβίδ και Γολιάθ, μια ιστορία βίαιης εκδίκησης με κίνητρο την ανθρώπινη αποδοχή, μια ιστορία για τα ξεχασμένα από τον νόμο και το κράτος προάστια-φαντάσματα της Ιταλίας κι όσους ζουν και πεθαίνουν εκεί αφηγείται ο Ματέο Γκαρόνε στη νέα του ταινία, με εκπληκτική αισθητική αλλά όχι το ανάλογο συναίσθημα ή την πολυαναμενόμενη, σ’ όλη τη διάρκειά της, ένταση.

Βάζοντας, ευτυχώς, σε μια παρένθεση τις ενδιάμεσες ταινίες του, το «Reality» και το «Παραμύθι των Παραμυθιών», ο Γκαρόνε επιστρέφει στα λημέρια του «Gomorra». Αυτή δεν είναι μια ταινία για την Καμόρα, ούτε για τη Νάπολη, αλλά είναι ένα φιλμ για το έγκλημα, για τον κόσμο του και για τις παρυφές των ιταλικών μητροπόλεων, εκεί όπου είτε θα εγκληματίσεις για να ζήσεις, είτε δεν θα ζήσεις καθόλου.

Εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία του Πιέτρο Ντε Νέγκρι που συγκλόνισε την Ιταλία στα τέλη του ’80, το φιλμ παρακολουθεί από κοντά τον ήρωά του, τον Μαρτσέλο, στην καθημερινότητά του. Ο Μαρτσέλο ζει σε μια περιοχή που θυμίζει το έρημο τοπίο ενός κλασικού γουέστερν, με εμπορικά παραπήγματα και το θάνατο να ελοχεύει σε κάθε γωνιά: το σύμπαν του είναι τα μπιλιαρδάδικα, τα ενεχυροδανειστήρια, τα ουφάδικα, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, μια τεχνητή λίμνη γεμάτη μυστικά μπροστά τους.

Εκεί, ο Μαρτσέλο, μικροκαμωμένος, καθόλου ευνοημένος από τη φύση (ούτε κι από τη μοίρα, άλλωστε), διατηρεί το μαγαζί του, ένα κομμωτήριο και ξενοδοχείο για σκύλους συντροφιάς, ενώ ως πάρεργο είναι και ντίλερ κοκαΐνης. Τα σκυλιά που περιποιείται είναι η μεγάλη του αγάπη. Τα φροντίζει, τους κάνει μασάζ, τους μιλά, τα αποκαλεί τακτικά «amore», με τη μελιστάλαχτη, λεπτή φωνή του, τούς μοιράζει απλόχερα την τρυφερότητά του. Στα σκυλιά και τη μικρή του κόρη, από το διαλυμένο του γάμο, εκείνη για την οποία θα έκανε τα πάντα.

Η καθημερινότητα του Μαρτσέλο κυλά καθησυχαστικά μονότονα, ώσπου επιστρέφει από τη φυλακή ο παλιός φίλος του, Σιμόνε, ένας παντοδύναμος γίγαντας, καμένος από τα ναρκωτικά, αχαλίνωτος λόγω της μυικής του υπεροχής, μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί κάθε λεπτό. Λίγο από φόβο και λίγο από κολακεία, ο Μαρτσέλο θα βοηθήσει τον Σιμόνε στα εγκλήματά του, ώσπου να πέσει θύμα του, με κόστος την ελευθερία του ή, ακόμα χειρότερα, την υπόληψη των λίγων φίλων του. Ο Μαρτσέλο θα πνιγεί στην αδικία και θ’ αρχίσει να σιγοβράζει μέσα του μια φρικιαστική ιδέα εκδίκησης, στα μάτια του ηρωική.

Γνωρίζοντας καλά το σύμπαν που περιγράφει, ο Ματέο Γκαρόνε φτιάχνει μια ταινία τόσο όμορφη, που κάνει τις εφιαλτικές εικόνες της να μιλούν πιο επεξηγηματικά από τους ήρωές του. Με τη βοήθεια του Δανού διευθυντή φωτογραφίας Νικολάι Μπριέλ και των χωρίς τέλος κενών τόπων σε απεριόριστο σινεμασκόπ, χτίζει έναν κόσμο του τραγικού τίποτα, φωτισμένου μόνο από νέον, ποτέ από ήλιο, ξεφτισμένο και κακομεταχειρισμένο, σαν τους ανθρώπους που ζουν μέσα σ’ αυτόν. Με μια θριαμβευτική επιλογή στους δεύτερους ρόλους – κυρίως στα πρόσωπά τους που αρκούν για να σκιαγραφήσουν χαρακτήρες – η ταινία δίνει την ευκαιρία στον Μαρτσέλο Φόντε να λάμψει στον πρωταγωνιστικό ρόλο και να συζητιέται ήδη για βραβείο, παρότι η ερμηνεία του, που όντως δεν ξεχνιέται εύκολα, βρίσκει σημεία ανάπαυσης στην επανάληψη βλεμμάτων και μανιερισμών.

Είναι, λοιπόν, παράξενο που με μια τόσο εκρηκτική, ακόμα κι εμβληματική, ιστορία και με τέτοια τελειότητα στην αισθητική της, η ταινία δεν καταφέρνει να φτάσει τις κορυφώσεις που μοιάζουν αυτονόητες, όχι μόνο στο επίπεδο της βίας, αλλά κυρίως των διλημμάτων ζωής, της μανίας, της απελπισίας, της παράνοιας που θεωρητικά βιώνουν οι ήρωες. Το «Dogman» είναι μια ταινία που, με τον τρόπο της, τον εστέτ και πολυδουλεμένο, γαυγίζει δυνατά, αλλά δεν νιώθεις το δάγκωμά της, δεν παρασύρεσαι από το μύθο της, παρά μένεις να θαυμάζεις και να συμπληρώνεις τα συμπεράσματα, χρησιμοποιώντας αρχετυπικούς κανόνες και ανεκπλήρωτες επιθυμίες.

Featured post

Παρέμβαση στο ξενοδοχείο Oceanis στην Καβάλα, 07/12/2018

Παρασκευή, 7/12,στις 7 μ.μ,πραγματοποιήσαμε παρέμβαση στο ξενοδοχείο Oceanis στην Καβάλα.Σύντροφοι και συντρόφισσες,πετάξαμε τρικάκια εντός του ξενοδοχείου και φωνάξαμε αντιφασιστικά συνθήματα για περίπου δυο λεπτά.Το εν λόγω ξενοδοχείο,αύριο,στις 8 του μήνα,θα φιλοξενήσει εκδήλωση ενός νεοσύστατου κόμματος,με ομιλητή τον νεοναζί Ε.Συναδινό,ο οποίος μετά την αποχώρησή του από τη Χρυσή Αυγή,ίδρυσε την φασιστική ΠΑΤ.ΡΙ.Ε(Πατριωτική Ριζοσπαστική Ένωση). Όντας ευρωβουλευτής με το νεοναζιστικό κόμμα,ο Συναδινός υπήρξε από τα βασικά στελέχη της χρυσαυγίτικης συμμορίας.Το γεγονός ότι αποσχίστηκε από τη Χρυσή Αυγή δεν του δίνει συγχωροχάρτι.Το μόρφωμα που οικοδομεί βασίζεται,προφανώς,πάνω σε μισαλλόδοξες ιδέες,σε εθνικιστικά προτάγματα,τα οποία με την πρώτη ευκαιρία θα πάρουν σάρκα και οστά.Οι δολοφονίες και οι επιθέσεις των κάθε λογής φασιστών δε θα μείνουν αναπάντητες.Συνένοχοι στο όπλισμα των χεριών των νεοναζί αλλά και στο ρίζωμα του φασισμού στην κοινωνία είναι και οι ξενοδοχειακοί όμιλοι,οι οποίοι προσφέρουν απλόχερα στέγη σε εθνικιστικές ρητορείες. Θα είμαστε πάντα εκεί,ενάντια στους φασίστες,σε αυτούς που τους φιλοξενούν και σε οποιονδήποτε άλλον τους στηρίζει.

ΟΥΤΕ ΠΑΤ.ΡΙ.Ε,ΟΥΤΕ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ,ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΠΗΓΑΔΑΣ ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΥΝΑΔΙΝΟΙ

Αντιφασίστες,Αντιφασίστριες

Featured post

Προβολή της ταινίας ”OPERATION FINALE”, Δευτέρα 10/12/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

“Operation Finale”: Συλλάβετε τον Eichmann

Με την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Λατινική Αμερική κατέστη «πόλος έλξης» για τα πρώην ανώτερα και ανώτατα στελέχη του γερμανικού ναζιστικού καθεστώτος. Μέσα στα επόμενα χρόνια και κυρίως την δεκαετία του ’60, πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ συρρέουν μαζικά προς την Νότια Αμερική, και δη προς την Αργεντινή, αποσκοπώντας στον εντοπισμό και στην σύλληψη, στην πραγματικότητα στην απαγωγή, και στην μεταφορά προ της ισραηλινής δικαιοσύνης του συνταγματάρχη των SS και επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Gestapo, Adolf Eichmann, του ανθρώπου που έχει υποδειχθεί ως ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος.

Η πραγματική ιστορία πίσω από την την απαγωγή του Eichmann και της μεταφοράς του στο Ισραήλ αποτελεί την υπόθεση του νέου δράματος που κλήθηκε να σκηνοθετήσει ο Chris Weitz (“About a Boy”, “The Golden Compass”, “Rogue One: A Star Wars Story“). Το “Οperation Finale”, όπως είναι ο τίτλος της ταινίας, αναμένεται να βγει στους αμερικανικούς κινηματογράφους κατά το τέλος του τρέχοντος καλοκαιριού και συγκεκριμένα στις 29 Αυγούστου και όχι μέσα στην περίοδο των κινηματογραφικών βραβείων, όποτε συνήθως τα κινηματογραφικά στούντιο επιλέγουν να κυκλοφορήσουν ταινίες με τέτοιου είδους κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της ταινίας κρατούν ο Ben Kingsley (“Gandhi”, “Schindler’s List“) που θα παίξει τον Eichman, καθώς και ο βραβευμένος με Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία του στην μίνι σειρά “Show Me a Hero” και γνωστός από τους ρόλους τους στις ταινίες “A Most Violent Year”, “Inside Llewyn Davis”, “Ex Machina” αλλά και από τις πρόσφατες ταινίες του “Star Wars”Oscar Isaac, ο οποίος θα υποδυθεί τον πράκτορα της Mossad Peter Malkin.

Featured post

Συγκέντρωση – πορεία 6 Δεκέμβρη 2018 Καβάλα

 
10 χρόνια μετά….

Στις 6/12/2018, πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση με μικροφωνική στην πλατεία Καπνεργάτη, στο κέντρο της Καβάλας. Περίπου 50 άτομα, ανάμεσά τους καθηγητές και μαθητές, έφτασαν στην πλατεία για να τιμήσουν τη μνήμη του Αλέξη. Κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης, μοιράστηκε και διαβάστηκε  κείμενο καθώς επίσης ακούστηκαν αρκετά αντιμπατσικά/αντικρατικά/αντιφασιστικά συνθήματα. Το κέντρο της πόλης ήταν γεμάτο μπάτσους και ασφαλίτες, όλη η αστυνομική δύναμη της πόλης. Κι ένα πυροσβεστικό όχημα! Μετά από περίπου μία ώρα, ξεκίνησε πορεία με δυνατό παλμό, περνώντας μπροστά από το αστυνομικό τμήμα, από κεντρικό δρόμο της πόλης και κατέληξε στην κατάληψη Βύρωνος 3. Σε όλη την πορεία, ματ και ασφαλίτες ακολουθούσαν από κοντά, θέλοντας να κάνουν επίδειξη ισχύος! Οι δυνάμεις καταστολής παρέμειναν στο κέντρο της πόλης μέχρι αργά το βράδυ, και φυσικά στους δρόμους γύρω από την κατάληψη Βύρωνος 3.

Δεν ξεχνάμε

Δε  συγχωρούμε

 

το κείμενο που μοιράστηκε:

 

Featured post

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΖΩΩΝ, ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ / STOP ANIMAL ABUSE / ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ

 

Καβάλα 2018

Και σαν να μην έφταναν μόνο οι φόλες… … κάποιοι άρχισαν να πυροβολούν τα αδέσποτα από τα μπαλκόνια τους!

Τη Δευτέρα 3/12, επιλέξαμε να επισκεφτούμε τις περιοχές του Βύρωνα και της Ραψάνη, μετά από βάσιμες πληροφορίες ότι απάνθρωποι ρίχνουν φόλες σε αδέσποτα και μη.

Κάποιος αρρωστημένος επίσης δε δίστασε να πυροβολήσει από το μπαλκόνι του ένα γατάκι.

Αν ο πολιτισμός σας είναι οι φόλες & οι βασανισμοί στα αδέσποτα ζώα! Τότε εμείς είμαστε αυτοί που θα σας διδάξουμε ηθική!

ΣΥΝέλευση Ενάντια στις ΦΟλες. ΣΥΝ.Ε.ΦΟ.

song by: Combichrist – What The Fuck Is Wrong With You?

Featured post

Προβολή της ταινίας ”LA SOMBRA DE LA LEY”, Δευτέρα 3/12/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Gun City

Στη Βαρκελώνη του 1921, εν μέσω αναταραχών μεταξύ αναρχικών και αστυνομίας, ένας αστυνομικός το παίζει σε διπλό ταμπλό για να αποτρέψει έναν εμφύλιο πόλεμο.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”BlacKkKlansman”, Δευτέρα 26/11/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Η Παρείσφρηση

BlacKkKlansman

του Σπάικ Λι

Με μια πολιτική κωμωδία τοποθετημένη στα ’70ς, ο Σπάικ Λι επιτίθεται στον αμερικανικό ρατσισμό κάθε εποχής, απροκάλυπτα, έξω απ’ τα δόντια και με ακαταμάχητο στιλ.

Ο Σπάικ Λι πριν σχεδόν 30 χρόνια, στο «Do the Right Thing», ήταν γεμάτος οργή για τη ρατσιστική Αμερική, έριχνε έπιπλα σε τζαμαρίες, τα βίαια ξεσπάσματά του ζητούσαν δικαιοσύνη και ισότητα: τώρα έχει μεγαλώσει, μπορεί να κριτικάρει σαρκαστικά, να γελά στα μούτρα της ΚΚΚ, να κοροϊδεύει με την καρδιά του. Να μιλάει, απλώς, και ο λόγος του να έχει την ίδια δύναμη. Έχει μεγαλώσει και μαζί του η Αμερική. Αλλά η δεύτερη όχι αρκετά.

Το «BlacKkKlansman», η καλύτερη ταινία του εδώ και χρόνια, βραβευμένη στις Κάννες, ξεκινά με το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», τη σκηνή όπου η Σκάρλετ Ο’ Χάρα ψάχνει απεγνωσμένα ανάμεσα στην τεράστια έκταση των τραυματιών του εμφυλίου. Και τελειώνει με σκηνές από έναν άλλο εμφύλιο, αυτόν που έγινε πέρσι, το 2017, στη Σάρλοτσβιλ.

Ναι, η Αμερική δεν έχει μεγαλώσει αρκετά, ο ρατσισμός είναι ολοζώντανος κι ο Σπάικ Λι, γράφοντας και σκηνοθετώντας ακριβώς μια ταινία για το φλεγόμενο «τώρα», έχει την ωριμότητα να το κάνει με χιούμορ κι αυτό το τόσο δικό του coolness που ξεχειλίζει από κάθε σκηνή του φιλμ.

Το «BlacKkKlansman» βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τόσο ακραία που μοιάζουν υπερβολικά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η «οργάνωση της λευκής υπεροχής» μοιάζει παντοδύναμη και οι Μαύροι Πάνθηρες καλούν τον κόσμο τους στα όπλα, ένας μαύρος αστυνομικός, ο Ρον Στάλγουερθ, αναλαμβάνει να διεισδύσει στην Κου Κλουξ Κλαν του Κολοράντο. Όχι μόνος του φυσικά, γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από την οργάνωση, αλλά με τη συνεργασία του Φλιπ, του Εβραίου λευκού συναδέλφου του. Οι δυο τους, με τόσα κοινά όσα και διαφορετικά χαρακτηριστικά, θα γίνουν το αχτύπητο δίδυμο («εγώ θα είμαι ο λόγος, εσύ το πρόσωπο»), που θα φέρει την Αμερική στο δρόμο της ισότητας και τον Νόμο στο δρόμο του δικαίου. Τουλάχιστον για πολύ λίγο.

Αν πει κανείς ότι η ταινία του Σπάικ Λι είναι κωμωδία, δεν θα έχει άδικο. Οι ίδιες οι προσωπικότητες (και το styling!) των ηρώων το προκαλεί κι οι απανωτές διαβρωτικές ατάκες το ενισχύουν. Η πλοκή ξετυλίγεται μέχρι και σαν slapstick, ανεβάζοντας διαρκώς τα ντεσιμπέλ της ακρότητας. Αν η ταινία προκαλεί αστείρευτο γέλιο, άλλο τόσο ξεφεύγει σε περιπέτειες ανοικονόμητες, με αποκορύφωμα ένα split screen – παράλληλο μοντάζ με την (πολιτισμικά ενδιαφέρουσα φυσικά, αλλά περιττή), συμμετοχή του Χάρι Μπελαφόντε. Αλλά, από την άλλη, πότε ο Σπάικ Λι ήταν εγκρατής για να γίνει τώρα και γιατί να το θέλει;

Η ταινία του είναι η πληθωρικότητα στα καλύτερά της. Μια ιδανική επιλογή στους πρωταγωνιστές (ο Ανταμ Ντράιβερ ίσως και στον καλύτερο ρόλο του κι ο Τζον Ντέιβιντ – γιος του Ντενζέλ – Γουόσινγκτον) και ένα απολαυστικό ρεπερτόριο δευτεραγωνιστών (από τον Τόφερ Γκρέις ως τον παλιό μόνιμο του Χαλ Χάρτλεϊ, Ρόμπερτ Τζον Μπερκ), δίνει τη βάση για ν’ απλώσει ο Σπάικ Λι το πέπλο της ατμόσφαιρας του. Φωτογραφία ζεστή, ’70ς, εσωτερικά φλεγόμενη, ρούχα ταυτισμένα με την εποχή της αντίρρησης, λυγερά νεανικά κορμιά, όχι, όχι λευκά, που μεταδίδουν την ορμή και τον αισθησιασμό τους, εμβόλιμες γραφιστικές σφραγίδες, μουσική που διανύει το φάσμα του μαύρου ρυθμού της δεκαετίας με την άνεση του γνώστη. Ένα μοναδικό και μεταδοτικό coolness που ο Σπάικ Λι έχει έμφυτο και μεταφέρει στο σινεμά του ακέραιο και που μπορεί να μεταμορφώσει μια πολιτική κωμωδία στο πιο σέξι δίωρο.

Κι από την άλλη, ο Σπάικ Λι κάνει, το 2018, ακριβώς την πολιτική ταινία που πρέπει να κάνει, με τη δύναμη και το απόλυτο που χρειάζεται. Κατηγορώ στον Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώ μέχρι εξευτελισμού στους ρατσιστές, αλλά και στο αμερικανικό πολιτικό και αστυνομικό Σύστημα. Κατηγορώ έξω από τα δόντια, χωρίς διακριτικότητα ή υπονόμευση ή τεχνάσματα: κατά μέτωπο και με το βλέμμα στην ευθεία. Σινεμά επίκαιρο, της ώρας, αλλά με την ψυχραιμία του ανθρώπου που, έτσι κι αλλιώς, εδώ και δεκαετίες, μ’ αυτό ακριβώς ασχολείται, γι’ αυτό φωνάζει με την κάμερά του κι αυτό διεκδικεί. Και, ταυτόχρονα, σινεμά τόσο όμορφο, δυνατό στις εικόνες του, στιλάτο, πολύχρωμο, βαθιά μαύρο. Με το ύφος και το ήθος ενός αληθινού soul brother που μας κάνει να τον αγαπάμε και να τον θαυμάζουμε ξανά – όχι ότι ποτέ σταματήσαμε.

Featured post

Πανό αλληλεγγύης για τους διωκόμενους της κατάληψης Mundo Nuevo

Χθες πρωί, 20/11, αναρτήσαμε πανό στο πάρκο Φαλήρου εν όψει της δίκης των 16 συντρόφων/ισσών από την κατάληψη Μundo nuevo στη Θεσσαλονίκη. Μετά από λίγο, με μεγάλη μας χαρά, ενημερωθήκαμε  ότι και οι 16 σύντροφοι αθωώθηκαν.

 

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΚΑΛΑ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ, ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

 

Featured post

ΠΑΝΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΟ ΡΕΜΑ ΚΑΡΑΤΖΑ ΑΠΟ ΚΑΒΑΛΑ

ΠΑΝΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΦΑΛΗΡΟΥ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ , ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΡΕΜΑ ΚΑΡΑΤΖΑ, ΣΗΜΕΡΑ 19 και 21 Νοεμβρίου , ΚΑΝΕΙΣ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

ΚΑΜΙΑ ΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΔΙΩΚΟΜΕΝΩΝ, ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΥΞΗ ΧΡΥΣΟΥ ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Featured post

Προβολή της ταινίας ”HACKSAW RIDGE (Αντιρρησίας Συνείδησης)”, Δευτέρα 12/11/2018, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Αντιρρησίας Συνείδησης

Hacksaw Ridge

του Μελ Γκίμπσον

Θεαματικές σκηνές δράσεις, στιγμές που προσφέρουν πηγαία συγκίνηση και μια δυνατή προσωπική ιστορία που αποδεικνύει πως η επιμονή στις ηθικές αξίες μπορεί να σώσει – κυριολεκτικά – ζωές επιβεβαιώνουν χωρίς αμφιβολία πως ο Μελ Γκίμπσον ακόμα γνωρίζει πώς να προσφέρει γνήσια, απολαυστική κινηματογραφική ψυχαγωγία.

Ο Ντος κατά την διάρκεια της μάχης Οκινάουα, μίας από τις πιο αιματηρές του Β’ παγκοσμίου πολέμου, έσωσε πάνω από 75 άντρες χωρίς να ανοίξει πυρ ή έστω να φέρει όπλο. Ήταν ο μόνος Αμερικανός στρατιώτης του Β παγκοσμίου πολέμου που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των μαχών και πρόσφερε τα μέγιστα χωρίς να φέρει οπλικό εξοπλισμό αφού είχε την πεποίθηση ότι ακόμα και ο πόλεμος δεν δικαιολογεί τους σκοτωμούς. Πρόσφερε ιατρικές υπηρεσίες στον στρατό μεταφέροντας τους τραυματισμένους από τις γραμμές του εχθρού ενώ βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με πυρά και τραυματίστηκε σοβαρά από χειροβομβίδα.

Είναι πολύ εύκολο να απορρίψει κανείς με την πρώτη τον «Αντιρρησία Συνείδησης» κολλώντας του τον χαρακτηρισμό «αμερικανιά». Η ταινία και έχει την καλογυαλισμένη όψη ενός χολιγουντιανού έπους και υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία τις ηθικές αξίες του πρωταγωνιστή της και χαιρετάει την πίστη στο αμερικανικό έθνος, όπως και το καθήκον του κάθε πολίτη να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Ταυτόχρονα, όμως, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός την αδικεί αμέσως καθώς ακαριαία ισοπεδώνει όλα της τα προτερήματα, προτιμώντας να παραμείνει μόνο στην επιφάνεια. Γιατί απλά ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» είναι μια ταινία φτιαγμένη με τους κανόνες του παλιού Χόλιγουντ και, ακόμα κι αν ο πατριωτισμός της μπορεί κατά στιγμές να γίνεται κόκκινο πανί για τον μέσο Ευρωπαίο θεατή, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς την μαεστρία με την οποία είναι από την αρχή φτιαγμένη καθώς και το πόσο αποτελεσματική είναι στην άντληση του συναισθήματος από τον θεατή.

Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνά κανείς το σκηνοθετικό παρελθόν του Μελ Γκίμπσον. Ο Γκίμπσον είναι ένας σκηνοθέτης που αγαπά την τραχύτητα, που κινηματογραφεί την ίδια την ενέργεια, που πολλές φορές γκρεμίζεται κάτω από τις υπέρμετρες φιλοδοξίες του. Ο Μελ Γκίμπσον μπορεί να είναι ο σκηνοθέτης του «Apocalypto» αλλά είναι και ο σκηνοθέτης του «Braveheart», ένας δημιουργός που αγκαλιάζει τη βία στην εικονογραφία του και που στόχο έχει να κάνει τον θεατή του μέρος της δράσης και να τον βυθίσει στο επίκεντρο μιας συναισθηματικής δίνης, είτε αυτή αφορά την αγωνία και την συγκίνηση είτε, αντιθέτως, φλερτάρει με την αηδία και την αποστροφή.

Ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» έρχεται δέκα χρόνια μετά το «Apocalypto» και δώδεκα μετά τα «Πάθη του Χριστού», μόνο που εδώ η φρίκη της ιστορίας δεν αφορά το παρελθόν της κεντρικής Αμερικής ή το σκοτεινό κομμάτι της «πιο σημαντικής ιστορίας που ειπώθηκε ποτέ» αλλά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ιστορία του πρώτου αντιρρησία συνείδησης στην ιστορία της Αμερικής που τιμήθηκε με το μετάλλιο της τιμής για την σωτηρία πάνω από 75 αντρών κατά την διάρκεια της μάχης της Οκινάουα, μίας από τις πιο αιματηρές του Β’ παγκοσμίου πολέμου, χωρίς να ανοίξει πυρ ή έστω να φέρει όπλο.

Το πρώτο μισό της ταινίας, ακολουθεί τις δυσκολίες που συνάντησε ο Ντος στην προσπάθειά του να παραμείνει σταθερός στις αρχές του (για εκείνον, ο θάνατος στον πόλεμο ήταν εξίσου φόνος και υποστήριζε πως το σώμα του αντιδρά στο όπλο σαν να ήταν αλλεργικό απέναντί του) σε συνάρτηση με τους γονείς του, την αρραβωνιαστικιά του και στην συνέχεια με τους συφάνταρούς του. Το δεύτερο μισό αντιθέτως είναι εκείνο που βουτά στην κόλαση του πολέμου, που δανείζεται στοιχεία από την «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» και που θυμίζει σε όλους τι εστί ο παλιός, καλός σκηνοθέτης Μελ Γκίμπσον.

Γιατί ο Γκίμπσον δε χάνει ποτέ τον προσανατολισμό του μέσα στην φασαρία του πολέμου, ούτε σταματάει στιγμή να δίνει σημασία στην τοπογραφία της μάχης. Κάθε στιγμή, είναι απόλυτα κατανοητό το τι γίνεται, είναι απόλυτα σαφές σε ποιο σημείο κινούνται οι αντίπαλες στρατιωτικές δυνάμεις, είναι εμφανές ποιος προχωρά και ποιος οπισθοδρομεί. Η αφήγηση της μάχης έχει ροή, έχει αρχή, μέση και τέλος και οι ακρωτηριασμένοι στρατιώτες ή τα φλεγόμενα πτώματα δεν είναι απλά παράγοντες του σοκ αλλά οργανικά στοιχεία της εξιστόρησης. Στον «Αντιρρησία Συνείδησης» ο Μελ Γκίμπσον βρίσκεται στα καλύτερά του, σπρώχνει την ένταση στα άκρα και διατηρεί την προσοχή του κοινού μέχρι το τέλος όχι κάνοντας φτηνά κόλπα εντυπωσιασμού, απλά λέγοντας με τον ιδανικό τρόπο την ιστορία του, προσφέροντάς της μια επική διάσταση και αναγνωρίζοντας χωρίς υποκρισία την σκοτεινή πλευρά της.

Δύο στοιχεία αποδεικνύονται ιδιαίτερα καθοριστικά για την επιτυχία του εγχειρήματος. Από την μία πλευρά, ο Αντριου Γκάρφιλντ αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο ικανός είναι στην δημιουργία συμπαθητικών προσωπικοτήτων στο σινεμά. Το χαμόγελο του Ντος και η γενικότερη ευγενή του αύρα προσφέρουν μερικά πολυπόθητα διαλείμματα στις καταιγιστικές σκηνές του πολέμου, ακόμα και όταν γύρω τα πάντα φλέγονται σαν να βρισκόμαστε σε μια επίγεια κόλαση. Επιπλέον, η έμφαση στην εξερεύνηση του χαρακτήρα του και η συνεχής αναζήτηση της «σωτηρίας» και της «επιβίωσης» προσφέρουν έναν ηθικό κορμό που ξεπερνά τον υπέρμετρο (κατά στιγμές) πατριωτισμό και το γεγονός ότι, ουσιαστικά, οι Ιάπωνες αποτελούν έναν απλό απρόσωπο κακό στην αφήγηση.

Το δεύτερο στοιχείο που κάνει την διαφορά είναι το ίδιο το προσωπικό όραμα του Γκίμπσον. Ο «Αντιρρησίας συνείδησης» μπορεί να μοιάζει με «αμερικανιά» είναι όμως φτιαγμένος έξω από τον μηχανισμό του Χόλιγουντ (οι Χιούγκο Γουίβινγκ, Τερέσα Πάλμερ και Σαμ Γουόρθινγκτον είναι μόνο λίγοι από τους άπειρους Αυστραλούς συντελεστές του καστ) με βάση μόνο το τι έχει στο μυαλό του ο Γκίμπσον ως απαραίτητο για την αποτύπωση της ιστορίας στο πανί. Η ταινία είναι ένα παθιασμένο, προσωπικό όραμα ενός σκηνοθέτη που ξέρει να παίζει στη μεγάλη κατηγορία ακόμα και αν η κατηγορία αυτή τον έχει κατατάξει στους ανεπιθύμητους. Για αυτό και η ταινία είναι δείγμα ενός καλογυαλισμένου σινεμά που σέβεται τον θεατή και κάνει συνεχώς την καρδιά να χτυπάει δυνατά. Φυσικά και ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» δεν είναι τέλειος. Εξάλλου, πέρα από τον χαρακτήρα του Ντος, οι υπόλοιποι ήρωες είναι μάλλον σχηματικά ανεπτυγμένοι και το πρώτο μισό της ιστορίας φλερτάρει επικίνδυνα με το μελόδραμα. Σαν σύνολο όμως η αφήγηση είναι εντυπωσιακά ειλικρινής και αυτό συγχωρεί στην ταινία σχεδόν τα πάντα.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”BAD BOY BUBBY”, Δευτέρα 05/11/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

Bad Boy Bubby (1993, Rolf de Heer)

Ηθοποιοί: Nicholas Hope, Claire Benito, Ralph Cotterill, Syd Brisbane, Carmel Johnson

Υπόθεση: Ο Bubby είναι ένας 35χρονος άντρας, που η ασταθής, αυταρχική και θρησκόληπτη μητέρα του κρατά σκλαβωμένο μέσα στο σπίτι τους. Ο Bubby δεν έχει δει ποτέ το φως του ήλιου, αφού η μητέρα του τον έχει πείσει ότι ο εξωτερικός αέρας είναι δηλητηριώδης. Ο Bubby, που συναισθηματικά και πνευματικά βρίσκεται ακόμη στην παιδική ηλικία, μοιράζεται τα πάντα με την μητέρα του, η οποία τον κακοποιεί σωματικά και σεξουαλικά. Όταν τελικά καταφέρνει να φύγει από το σπίτι του, καταλήγει στους δρόμους, αντιμετωπίζει τη βιαιότητα του έξω κόσμου, επιδιώκοντας την προσωπική του λύτρωση.

 

Το Bad Boy Bubby είναι μια κατάμαυρη ιλαροτραγωδία, σκηνοθετημένη από τον Αυστραλό Rolf de Heer, η οποία εξαιτίας της αμφιλεγόμενης θεματικής της βάσης και μερικών ιδιαίτερων ενοχλητικών σκηνών δεν κατάφερε να βρει διανομή σε αρκετές χώρες. Το Bad Boy Bubby είναι ταυτόχρονα εξωφρενικό, ξεκαρδιστικό, προσβλητικό, βάναυσο, σκοτεινό, ωμό, ακατέργαστο, βέβηλο και δύσπεπτο, μια αρκετά προκλητική ταινία που καταφέρνει να συνδυάσει την ασχήμια με την ομορφιά και την απόλυτη διαφθορά με την πνευματική υπέρβαση. Από την κριτική των φανατικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, της οργανωμένης θρησκείας μέχρι και την επίθεση στον τρόπο λειτουργίας της βιομηχανίας του θεάματος και την εκμετάλλευση των γυναικών, το Bad Boy Bubby είναι τολμηρό, βλάσφημο, σκληρό και αστείο. Η συγκεκριμένη ταινία είναι αρκετά σκληρή και προκλητική και ενδέχεται να προσβάλει αρκετούς θεατές, οι οποίοι στο πρώτο 20λεπτο βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα απίστευτο μπαράζ σκληρότητας, κακοποίησης, αιμομιξίας, παρακμής και βίας απέναντι σε ζώα, μέσα σε ένα παρακμιακό, γκροτέσκο περιβάλλον που μυρίζει σήψη και αποσάθρωση. Η περιήγηση του Buddy στον έξω κόσμο, έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνει, αποκτά τη διάσταση μιας υπαρξιακής οδύσσειας μέσα στη βία, την ανέχεια, την υποτίμηση, η οποία θα οδηγήσει στην αναζήτηση της προσωπικής λύτρωσης μέσα από πατροκτονικές τάσεις. Από το σκοτεινό, κλειστοφοβικό κλίμα του εσωτερικού του σπιτιού του, σταδιακά ο σκηνοθέτης αλλάζει τους τόνους προς το φωτεινότερο, με αποτέλεσμα η έκθεση του Buddy στον έξω κόσμο να διακρίνεται από μια εξωτική πολυχρωμία. Τα αισθήματα παίζουν ανάμεσα στη μελαγχολία, τη συγκίνηση και την πεσιμιστική διάθεση, με τον de Heer να εμμένει στο προκλητικό, κυνικό, σκληρό του ύφος, αφήνοντας όμως να φανεί ένας πιο ανθρώπινος πυρήνας στο κέντρο της ιστορίας. Αν και οι συνθήκες που περιγράφει η ταινία, απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν ρεαλιστικές, το Bad Boy Buddy έχει μια συναισθηματική αλήθεια και μια πρωτόγονη ειλικρίνεια. Ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής της επιτυχίας, η ταινία το οφείλει στην εκπληκτική ερμηνεία του Nicholas Hope, στον ρόλο του κοινωνικά απροσάρμοστου Buddy, ο οποίος καταφέρνει να παρουσιάσει τέλεια το μείγμα αθωότητας και απειλής του χαρακτήρα. To Bad Boy Buddy είναι μια έντονη, ανατρεπτική κινηματογραφική εμπειρία που προκαλεί τον θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Featured post

Προβολή της ταινίας ”L’AMOUR ET LA REVOLUTION (έρωτας και επανάσταση)”, Δευτέρα 29/10/2018, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

“Έρωτας και Επανάσταση”: Γαλλική ταινία για το Κράτος των Εξαρχείων με… guest star τον “Ρουβίκωνα”

Πάρα πολλές είναι οι προβολές στο Youtube της Γαλλικής ταινίας “Έρωτας και Επανάσταση”(L’Amour et La Revolution) των Maud & Yannis Youlountas.

Η ταινία καταγράφει με ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ματιά την σημερινή κατάσταση του Ελληνικού Αναρχικού Κινήματος κάνοντας (υποχρεωτικά) focus στην Πλατεία Εξαρχείων και στο… αυτόνομο “Κράτους του Εξαρχιστάν”.

Παρουσιάζει ιστορίες μεταναστών, τις δράσεις των ομάδων αλληλεγγύης σε Αθήνα και νησιά, αλλά και ενέργειες ακτιβισμού που έχουν να κάνουν με το Αεροδρόμιο Καστελίου, τους πλειστηριασμούς στη Θεσσαλονίκη κ.λ.π.

Από μια τέτοια ταινία προφανώς δεν θα μπορούσε να έλειπε και ο “Ρουβίκωνας” -μετά το 54ο λεπτό της ταινίας. Ιδρυτικό στέλεχος του οποίου για δεύτερη φορά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (η πρώτη ήταν πριν από λίγες μέρες στο Ισπανόφωνο TeleSur) επιλέγει να υπερασπιστεί δημόσια και on camera τις δράσεις και τις ενέργειες του.

Επιστρέφοντας στο φίλμ “Έρωτας και Επανάσταση” παρότι επιχειρεί να εξιδανικεύσει πρακτικές που κινούνται πέρα από τα όρια της νομιμότητας, αποτελεί μια εξαιρετική καταγραφή του “παράλληλου κόσμου” των Εξωκοινοβουλευτικών Αριστερών – Αναρχικών Κινημάτων στην Ελλάδα του 2018.

Αλλά και της καθημαγμένης Ελλάδας της παρατεταμένης λιτότητας με την λάθος συνταγή, την οποία έλαχε να… ισοπεδώσει η χειρότερη Κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης, αυτή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Νομίζουμε πως αξίζει να την δείτε-ακόμη και όσοι θεωρείτε πως όλος αυτός ο κόσμος βρίσκεται ιδεολογικά απέναντι σας.

 

Featured post

ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ”THE INSULT”, ΔΕΥΤΕΡΑ 22/10/2018, ΣΤΙΣ 21:30, ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

Το «The Insult» του Ζιάντ Ντουεϊρί είναι ένα πολιτικό δράμα που δεν ξέρει τι σημαίνει λεπτότητα, ή μέτρο

Σε μια γειτονιά της Βηρυτού, ένα συνεργείο του δήμου, διορθώνει κατασκευαστικά λάθη στους δρόμους, τρύπες στο οδόστρωμα. Κάτω από το μπαλκόνι του Τόνι και της εγκύου γυναίκας του Σιρίν, ο εργοδηγός Γιασέρ θα βραχεί από τα νερά του μπαλκονιού τους και θα του ζητήσει να προσέχει και δίχως την άδειά του θα δοκιμάσει να διορθώσει την υδρορροή τους. Μόνο που στην διάρκεια αυτής της σύντομης διαδικασίας, οι δυο άντρες θα έρθουν σε αντιπαράθεση και μια προσβλητική κουβέντα του Γιασέρ προς τον Τόνι, θα γίνει η αρχή μιας αντιπαράθεσης που γρήγορα θα ξεφύγει από τον έλεγχό τους.

Η ουσία της βεβαίως βρίσκεται όχι στην ίδια την πράξη ή τα λόγια που ειπώθηκαν –και στη συνέχεια στις πράξεις που θα ακολουθήσουν- μα στην ίδια τους την ταυτότητα, στο γεγονός ότι ο Τόνι είναι χριστιανός Λιβανέζος κι ο Γιασέρ Παλαιστίνιος και στο πως ο πρώτος δεν κρύβει ιδιαίτερα την εχθρότητά του απέναντι στους Παλαιστινίους.

Και με αφορμή μερικές μόνο λέξεις, το φιλμ του Νταουεϊρί θα δοκιμάσει να μιλήσει για κάτι πολύ μεγαλύτερο για το εκρηκτικό φυλετικό και θρησκευτικό καζάνι που βράζει στην Λιβανέζικη κοινωνία αλλά κι ολόκληρη την μέση ανατολή. Μονο που ο τρόπος που θα επιλέξει να το κάνει, αρχικά σαν να αντιγράφει –μάλλον χοντροκομμένα- τις ηθικές διελκυστίνδες του σινεμά του Ασγκάρ Φαραντί και στη συνέχεια δανειζόμενος τα φτηνά κόλπα μια τηλεοπτικής δικαστικής σειράς, δείχνει τετριμμένος και υπερβολικά βαρύγδουπος.

Οι προσθέσεις μπορεί να είναι καλές και η ιδέα πως κανείς δεν έχει μονοπώλιο στην ιδιότητα του μάρτυρα εν δυνάμει αξιοσημείωτη, μα το «The Insult» είναι προφανές σε όλα όσα έχει να πει, όπως το «ο φανατισμός είναι κακός» ή «δεν είναι ντροπή να ζητάς συγνώμη» και η κινηματογραφική του γλώσσα είναι βουτηγμένη στην υπερβολή και το μελόδραμα.

Featured post

ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ” ΟΙ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ”, ΔΕΥΤΕΡΑ 15/10/2018, ΣΤΙΣ 21:30, ΣΤΟ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ

Πρώτη προβολή στις 15/10/2018 ένα ντοκιμαντέρ για την εαμική αντίσταση! Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας 21:30

Με αφετηρία τις μαρτυρίες ανθρώπων που έλαβαν μέρος στην Αντίσταση, το ντοκιμαντέρ Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών επιχειρεί να ρίξει φως σε γνωστές και άγνωστες ιστορίες του αγώνα τους, όπως αυτές διαδραματίστηκαν μέσα στις συνοικίες της Αθήνας.
Από την περίοδο του λιμού του ’41-’42, τα συσσίτια των λαϊκών επιτροπών και της Εθνικής Αλληλεγγύης, τις μεγαλειώδεις πορείες ενάντια στην επιστράτευση και την κάθοδο των Βουλγάρων, τις μάχες του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στις συνοικίες, την ίδρυση του ΕΑΜ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, τις παράνομες προκηρύξεις και τα συνθήματα της ΕΠΟΝ στους τοίχους μέχρι την απελευθέρωση της Αθήνας οι πρωταγωνιστές συνθέτουν ένα μωσαϊκό εμπειριών, αγώνων και προσδοκιών για το πώς επέλεξαν να συγκρουστούν με την ηττοπάθεια και τη συνεργασία με τον ναζισμό-φασισμό.

Featured post

Αντιφασιστική συγκέντρωση – πορεία, 5 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, 18/9/2018, Καβάλα

ΤΡΙΤΗ 18 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 2018

5 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΦΥΣΣΑ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΔΕ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ

Περίπου 80 αντιφασίστες / αντιφασίστριες από Καβάλα, συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι στις 19:00 το απόγευμα, στο κάλεσμα για τα 5 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Στήθηκε μικροφωνική, μοιράστηκε κείμενο και μετά από μία ώρα ξεκίνησε η αντιφασιστική πορεία. Κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης, ασφαλίτες περνούσαν διαρκώς τσεκάροντας τον κόσμο που βρισκόταν στο λιμάνι.

Η πορεία πέρασε μπροστά από γνωστό ξενοδοχείο της πόλης (Galaxy), το οποίο φιλοξενεί τακτικά τις εκδηλώσεις των ασπόνδυλων, φωνάζοντας συνθήματα και πετώντας τρικάκια. Στη συνέχεια, πέρασε κάτω από τα γραφεία της χρυσής αυγής, τα οποία φυλούσαν, όπως ήταν αναμενόμενο,οι μπάτσοι, οι οποίοι προκαλούσαν τους αντιφασίστες/στριες με τη συμπεριφορά τους, με το δήθεν νταηλίκι τους! Την πορεία ακολούθησαν δύο διμοιρίες περίπου μέχρι το τέλος της, λίγο πριν την κατάληψη Βύρωνος 3.

ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΝΑΖΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΑΓΑΖΙ

Το κείμενο που μοιράστηκε:

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΦΥΣΣΑΣ ΖΕΙ, ΤΣΑΚΙΖΟΥΜΕ ΝΑΖΙ

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013 δολοφονείται ο Παύλος Φύσσας από τον φασίστα της Χ.Α Γεώργιο Ρουπακιά και το τάγμα εφόδου της Νίκαιας. Μια δολοφονία που φρέναρε την ανεξέλεγκτη δράση της Χ.Α. στους δρόμους της Ελλάδας και σταμάτησε προσωρινά την ρατσιστική και μισαλλόδοξη δράση των γνήσιων υπηρετών του κεφαλαίου και των εφοπλιστών.

Οι τότε κυβερνώντες της ΝΔΠΑΣΟΚ, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να αναχαιτίσουν την κοινωνική οργή, συλλαμβάνουν την ηγεσία της ναζιστικής συμμορίας. Μια αντιφασιστική οργή που απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και εκφράστηκε μέσα από τεράστιες διαδηλώσεις και ατέλειωτες συγκρούσεις. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη πήρε η κυβέρνηση της “αριστεράς” που ακολούθησε την ίδια λογική, αυτή της λιτότητας και των μνημονίων. Μόνο που με τη στάση και τις πολιτικές της επιλογές, η νέα τότε συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖ(Α)ΝΕΛ, λειτούργησε περισσότερο ως πλυντήριο άφεσης αμαρτιών των προηγούμενων κυβερνήσεων, ενώ παράλληλα ενίσχυσε τη θεωρεία των δύο άκρων θέτοντας τον εαυτό της ως σωτήρα και θεμελιωτή της δημοκρατικής ομαλότητας. Αποτέλεσμα, 3 χρόνια μετά η δίκη συνεχίζεται, με όλα τα μέλη της Χ.Α. να είναι εκτός φυλακής και τον Παύλο στο χώμα.

Στη συνέχεια, το “Μακεδονικό Ζήτημα” θα δώσει την πάσα στον φασιστικό παροξυσμό, που ξαναβγάζει τα τάγματα εφόδου στους δρόμους και με ορμητήριο τα μακεδονικά συλλαλητήρια επιτίθεται ξανά σε καταλήψεις, κοινωνικούς χώρους, πρόσφυγες αλλά και σε όποιον δεν αρμόζει στα χαρακτηριστικά του νέου δήθενακομμάτιστου” χριστιανοταλιμπάν πατριώτη. Ο αγνός “πατριωτικός” αγώνας θα λειτουργήσει σαν βιτρίνα με τη βοήθεια και τις ευλογίες των πολιτιστικών συλλόγων και της εκκλησίας. Ενώ από πίσω φασιστικές γκρούπες, πατριωτικοί σύλλογοι, ακροδεξιά χουλιγκάνια και παραχριστιανικές οργανώσεις θα διαμορφώσουν το νέο εθνικιστικό οχετό. Φυσικά, από όλο αυτό δε γίνεται να λείπουν οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Με τη φιλελεύθερη ψηφοθηρική τους πολιτική και την ακροδεξιά ατζέντα, η αντιπολίτευση θα κλείσει πολλές φορές το μάτι στους σύγχρονους δωσίλογους των ταγμάτων εφόδου, νομιμοποιώντας την παρουσία τους στον δρόμο.

Ξέρουμε πως όλος αυτός ο θίασος της εθνικιστικής σήψης είναι αναγκαίος για τη διατήρηση του αστικού κράτους. Ξέρουμε ότι οι φασιστικές γκρούπες και η ναζιστική συμμορία της Χ.Α. προστατεύεται τόσο από τη δικαστική όσο και από την εκτελεστική εξουσία. Άλλωστε, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα από τη δίκη της Χ.Α. αποδεικνύεται πως οι μπάτσοι, όχι μόνο ήταν παρόντες στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, άλλα θα μπορούσαν να την είχαν αποτρέψει. Αντί αυτού, με τις κινήσεις τους κατεύθυναν το τάγμα εφόδου της Νίκαιας οδηγώντας το απευθείας πάνω στον Παύλο. Ο κατασταλτικός μηχανισμός κάνει τα στραβά μάτια σε κάθε φασιστική επίθεση, είτε προστατεύοντας τους φασίστες, είτε μαγειρεύοντας δικογραφίες. Το ξέρουμε καλά, από πρώτο χέρι.

Ως αντιφασιστικό κίνημα, καλούμαστε να αντισταθούμε σε αυτόν τον εθνικιστικό συρφετό. Να υπερασπιστούμε τους χώρους ελευθερίας κόβοντας τα χέρια των φασιστών από την ρίζα. Να εξαλείψουμε τον εθνικισμό στα σχολεία και στους χώρους εργασίας μας, στα στέκια και στις γειτονιές μας. Η ημέρα δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, είναι μέρα μνήμης και αντίστασης. Είναι η συνέχεια ενός αδιάκοπου αγώνα για μια κοινωνία χωρίς ιεραρχίες, μίσος, διακρίσεις και ρατσισμό. Για μια αυτοοργανωμένη κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύης.

ΚΑΜΙΑ ΣΠΙΘΑΜΗ ΓΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΆΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΕΚΡΟΤΟΜΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΑΓΩΝΑ ΠΟΥ ΔΕΧΤΗΚΑΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΑΠΌ ΤΙΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

αυτόνομο στέκι Καβάλας

κατάληψη Βύρωνος

Featured post

ΠΑΝΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΠΑΛΙΟΥ ΝΕΚΡΟΤΟΜΕΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ, ΠΑΡΚΟ ΦΑΛΗΡΟΥ ΚΑΒΑΛΑ

 

Τον τελευταίο καιρό με πρόσχημα το Μακεδονικό ζήτημα, η παρουσία των φασιστών και οι επιθέσεις τους σε αυτοοργανωμένους χώρους και καταλήψεις έχουν αυξηθεί. Άλλες φορές εκμεταλλευόμενοι τα μακεδονικά συλλαλητήρια ως ορμητήρια ανά τόπους (Libertatia, Θεσσαλονίκη) και άλλες φορές μέσω νυχτερινών εμπρηστικών καταδρομών.

Έτσι και το βράδυ της Τετάρτης 5/9, η κατάληψη του Παλιού Νεκροτομείου στην Αλεξανδρούπολη δέχθηκε εμπρηστική επίθεση. Αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή μέρους του εξοπλισμού και υλικές ζημιές στο χώρο. Κύριος στόχος ήταν το αρχείο και η βιβλιοθήκη, γεγονός που υποδηλώνει τις σκοταδιστικές τους τάσεις. Πρακτικές που θυμίζουν τη χούντα του Μεταξά και τις θηριωδίες των Ναζί. Λογικές που υποστηρίζονται από νοσταλγούς της επταετίας, στρατόγκαυλους και Θρησκόληπτους.

Οι επιθέσεις αυτές είναι μια γενικότερη προσπάθεια του εθνικού παροξυσμού να εδραιώσει την παρουσία του και να καταστείλει χώρους που αποτελούν εμπόδιο στην εξάπλωση του. Χώρους που προάγουν την αυτοοργάνωση, την ισότητα, την αλληλεγγύη και τον αγώνα ενάντια στο σκοτάδι του φασισμού.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποβαθμίζουμε και να απαξιώνουμε τέτοιες φασιστικές παραβιάσεις. Αντιθέτως, το αντιφασιστικό κίνημα οφείλει να σηκώνει αντανακλαστικά το κοινωνικό ανάχωμα της προστασίας και της αλληλεγγύης, μη δίνοντας σπιθαμή γης στους φασίστες.

Μόνο που τα ασπόνδυλα της Αλεξανδρούπολης δεν έχουν λάβει υπόψιν πως η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας και το αντιφασιστικό κίνημα είναι αποφασισμένο να τσακίσει κάθε χέρι που αποπειράται να βλάψει έναν κοινωνικό χώρο.

Φασίστες, ολόκληρος ο κόσμος δεν φτάνει για να κρυφτείτε.

Καιρός να αλλάξετε πλανήτη!

ΚΑΤΩ ΤΑ ΞΕΡΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΆΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΕΚΡΟΤΟΜΕΙΟΥ

αυτόνομο στέκι Καβάλας

κατάληψη Βύρωνος 3

Featured post

Προβολή της ταινίας ‘SOUND OF NOISE’, Δευτέρα 13/8/2018, στις 22:00, στο παρκάκι της κατάληψης Βύρωνος 3

 


Το Sound of noise είναι μια Σουηδική ‘εγκληματική κωμωδία’ του 2010 από τον Ola Simonsson και τον Johannes Stjärne Nilsson. Είναι η ιστορία μιας ομάδας μουσικών που κάνουν τρομοκρατική επίθεση σε μια πόλη, εκτελώντας μουσική σε αντικείμενα στα διάφορα ιδρύματα της πόλης. Η ταινία αποτελεί συνέχεια της ταινίας Μιούζικαλ για ένα Διαμέρισμα και Έξι Τραγουδιστές του 2001, η οποία έγινε από τους ίδιους ανθρώπους και ακολούθησε την ίδια ιδέα. Ο τίτλος προέρχεται από το Ιταλικό φουτουριστικό μανιφέστο του 1913 Luigi Russolo «Η Τέχνη των Θορύβων

Ο αστυνομικός Amadeus Warnebring γεννήθηκε σε μια μουσική οικογένεια με μακρά ιστορία διάσημων μουσικών. Κατά ειρωνικό τρόπο, μισεί τη μουσική. Η ζωή του ρίχνεται σε χάος όταν μια μπάντα τρελών μουσικών αποφασίζει να εκτελέσει μια μουσική αποκάλυψη χρησιμοποιώντας την πόλη ως την ορχήστρα τους … Αδικαιολόγητα, ο Warnebring ξεκινά την πρώτη του μουσική έρευνα.